Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Σωτήρης Παστάκας, “Ο δόκτωρ Ψ και οι ασθενείς του”, Μελάνι, 2015

Ο δανδής του Συκουρίου

Ο Ιπποκράτης, ως γνήσιος δανδής, ήταν κατά του γάμου. Ζούσε με τη μεγαλύτερη αδελφή του, ανύπαντρη κι αυτή, η οποία του μαγείρευε και τον πρόσεχε σαν παιδί της. Μετά τον πρόωρο θάνατο των γονιών τους σε αυτοκινητικό δυστύχημα, τα δυο αδέλφια μετακόμισαν από τη Λάρισα στο χωριό κι εγκαταστάθηκαν στο πατρικό στους. Ο μακαρίτης ο πατέρας τους ήθελε τον Ιπποκράτη γιατρό, εξ ου κι επέμενε να του δοθεί το όνομα του πατέρα της Ιατρικής, που ως γνωστόν πέθανε και κηδεύτηκε στη Λάρισα. Ο Ιπποκράτης όμως αρνήθηκε πεισματικά να γίνει γιατρός, όπως και να γίνει οπωσδήποτε κάτι.

Ήταν ο μόνος από τους συμμαθητές μου που δεν πήγε φροντιστήριο και δεν έδωσε πανελλήνιες. Δεν έγινε απολύτως τίποτα. Δεν εργάστηκε ούτε μία μέρα στη ζωή του. Πίστευε ακράδαντα πως ο κόσμος όφειλε να τον συντηρεί για την ομορφιά του και μόνο. Δεν ήταν κατά του γάμου μόνο του ίδιου, αλλά και των φίλων του. Με τα χρόνια, όταν αρχίσαμε να παντρευόμαστε με τη σειρά, άρχισε να βρίζει τις γυναίκες μας στην παρέα, ώσπου καμιά τους δεν τον ήθελε πλέον στο σπίτι της. Έτσι σιγά σιγά ξεκόψαμε τα πάρε δώσε. Ο Ιπποκράτης, πάντα στην πένα, φρεσκοκουρεμένος, φρεσκοξυρισμένος και καλοσιδερωμένος, με τα ανοιχτόχρωμα πουκάμισα, τα καλοραμμένα μπλέιζερ και τα καλογυαλισμένα ακριβά παπούτσια, έβγαινε στο χωριό και καθόταν πάντα στο ίδιο καφενείο, στο ίδιο τραπέζι, που είχε πάντα δύο σερβίτσια: αν περνούσε κάποιος και πήγαινε να ανταλλάξει δυο κουβέντες μαζί του, ο Ιπποκράτης τον έδιωχνε λέγοντάς του πως κάθεται με κάποιον που είχε πεταχτεί μέχρι το περίπτερο για τσιγάρα ή πως περίμενε κάποιον που θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή. Ήταν ήδη η εποχή που οι συναναστροφές τού ήταν ανυπόφορες γιατί οι άνθρωποι απέπνεαν «ανθρωπίλα», μια οσμή που του ήταν αηδιαστική. Πρώτη φορά μάς είχε αναφέρει την «ανθρωπίλα» πριν καμιά σαρανταριά χρόνια, όταν εικοσάρης πια είχε αποφασίσει να περάσει μια νύχτα στο κρεβάτι μιας χήρας. Έφυγε χαράματα από το σπίτι της όχι για λόγους ηθικής τάξης, αλλά γιατί μόλις μισάνοιξε τα μάτια του δίπλα της, τον πήρε η αποφορά του γυναικείου σώματος και το ʼβαλε στα πόδια.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Έφη Καλογεροπούλου, «Έρημος όπως Έρωτας», (μετάφραση στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας), Σειρά Ποιείν 12, εκδ. Μετρονόμος, 2015

`

Η τελευταία λέξη

αιωρείται
ρούχο άδειο
κρεμασμένο από τοίχο αόρατο
πέτρα που γκρεμίζεται
στο χρόνο.

Η τελευταία λέξη

αιχμάλωτη
στο τρύπιο γάντι της σιωπής
στην τρέλα γέρνει και
συλλαβίζει λέξεις
όπως ζάρι παρτίδα νίκη
απελπισία στάχτη
το χαμένο δαχτυλίδι
ενός έκπτωτου άγγελου εκδίκησης
λέξη-πουλί με ράμφος κοφτερό
αυτόχειρας αυτάρεσκη
λέξη θάνατος-έρωτας
τυφλή
η τελευταία λέξη

όταν θυμώσει
με την άκρη του φτερού της
φωτιά ανάβει
σʼ όλους τους κήπους
του ουρανού.

`

*

The final word

an empty garment
hovers
hanging on an invisible wall
a stone falling
in time.
The final word

withheld
in the holed glove of silence
tends to madness and
syllabifies words
like die, game, victory
despair ash
the lost ring
a fallen angelʼs revenge
a word-cum-bird with a sharp bill
suicidal self-satisfied
a word death-cum-love
blind
is the final
word

when it gets angry
with the tip of its wing
it lights a fire
in all heavenly
gardens.`

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Ξένια Παπαδοπούλου,Το κάλεσμα του Φασιανού, Ηριδανός, 2015

Νωπογραφία σε Αιγυπτιακό μπλε

….ή μήπως ξηρογραφία?

Γνωρίζω έναν Άραβα
που αφήνει το ψωμί να φουσκώσει αργά
σε πύρηνο καντούνι
που δένει χαλαρά το ασπρόμαυρο
παλαιστινιακό τουρμπάνι και
που έχει βλέμμα θολό σαν ψαριού
σε κασέλα ιχθυοπωλείου

που φωνάζει ʽʼaiwaʼʼ
αφότου έχει ήδη προνοήσει
και είναι έτοιμος με πυρομαχικά
ανα χείρας εξαδάκτυλου

που όταν παθαίνω ναυτία στους δρόμους του Καΐρου
μου προσφέρει γλυκό ʽʼshishaʼʼ
και θέα απο ουράνιους μιναρέδες
για το θέλημα του Αλλάχ

που είναι ακατανόητος βράχος
με στιλβωμένες επιφάνειες
όστρακο αμφορέα
που πλαγιάζει σε τέλεια γεωμετρία

που οι σχισμές των ματιών του
μου λένε τη μία του αλήθεια
και ο κροκοδείλιος αυχένας
όλες τις υπόλοιπες

που στο δείπνο καμιά φορά
κόβεται το ρεύμα
και τότε ξεχνάμε το φαγητό στο πιάτο
και κοιτάμε και οι δυο ψηλά
τα ίδια άστρα
της έρημης αναπνοής μας

που τον διατηρώ στην μνήμη μου
όπως αυτός θέλει να είναι

εικόνα εγκαυστική

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Σταυρούλα Χριστοδουλάκου, «όπου να ‘ναι θα βρέξει», εκδ. Απόπλους, 2015

`

ΗΛΕΚΤΡΑ

Πριν πάει για ύπνο

Χτενίζει τα μαλλιά της

Όπως κάθε βράδυ

Για πρώτη φορά

Την κοιτάζω

Στον καθρέφτη

Πυγολαμπίδα

Ράβει στο μαξιλάρι

Το φώσφορο

Απʼ το γέλιο της

Ξεκαρδίζεται

Το παλιό σκοτάδι

Στην ανάσα της

Σκεπάζομαι

Να μην κρυώνει

Η καληνύχτα της

Στο πρώτο όνειρο

Ένα ελάφι με κοιτάζει

Με τα μάτια της

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Juan Carlos Frebie, «Antagonia», εκδ. Editorial Nazari, 2015 (δίγλωσση έκδοση, μετφρ.: Νάνσυ Αγγελή)

`

II

Το γαλήνιο φως της απογευματινής ώρας
διαγράφει στον τοίχο τη σκιά από τα κάγκελα
σαν κισσός που σφυρηλατήθηκε με σχολαστική τρυφερότητα.
Το δειλινό χαράζει στον χειμωνιάτικο κήπο
περιπλανόμενα μουρμουρητά, σιλούετες αρωμάτων
που αποσύρονται στις κλίνες τους από κάλυκα
ανάμεσα σε χασμουρητά κοιμισμένου αέρα.
Σιωπούμε με γλυκιά φωνή, σε σιγανή φωτιά,
πιασμένοι απʼ το χέρι ο ένας δίπλα στον άλλο•
κανένας ζήλος δεν θα ευγνωμονούσε περισσότερο
την ελιά όπως έτεινε τα κλαδιά της στην κουμαριά.
Σαγηνεύεις αυτόν που σε κοιτά, χρονοτριβώ έτσι,
αφού ξέρω υπερβολικά καλά τί νιώθω
και η ύπαρξη, σε τέτοιες βεβαιότητες,
γίνεται άπληστη όσο περνάει ο καιρός
και σκέφτομαι ότι τόσο διαυγής απόλαυση,
τόσο απλή στιγμή, μυστήριο τόσο εφηβικό,
αν δεν πληρεί μια ζωή είναι από υπεροψία.
Σαν σε ένα λεξικό κάποια άγνωστη λέξη
ψάχνω μέσα μου να βρω τι σημαίνεις.
Πάνω απʼ το σπίτι ένα μπουκέτο αποξηραμένα λουλούδια
κι ένα φεγγάρι μετέωρο στο ψάθινο καλάθι τους.

Διαβάστε περισσότερα