Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Costas Reúsis: «La irrealidad submarina», trad.Mario Domínguez Parra, edic. «La Isla de Siltolá», Sevilla, 2017

CARNE NAVEGA EN EL FONDO

En el esperma con
el moco seco del virus
mojaré mi espalda
en las sábanas de franela
hasta que la casa devenga mar
hace horas que con hedor despierto
escucho que duerme al lado
la voz de ella y tengo frío
llevo un sueño a todas partes
empapado gotas ve
que cercan orugas cuando
el moho oculta con
verdes estigmas la
cara opuesta del cuerpo.
(Quilla-Camaleón)

ΚΡΕΑΣ ΠΛΕΕΙ ΣΤΟ ΒΥΘΟ

Μες στο σπέρμα με τη
μύξα της ίωσης ξερή
να υγραίνω την πλάτη
στα σεντόνια της φανέλας
ώσπου το σπίτι έγινε θάλασσα
ώρες ξυπνώ με τη σαπίλα
δίπλα να κοιμάται ακούω
τη φωνή της και κρυώνω
όνειρο φέρνω παντού
μουσκεμένο βλέπει στάλες
να κυκλώνουν κάμπιες όταν
η μούχλα καλύπτει με
πράσινα στίγματα την
ανάποδη όψη του σώματος.

(Καρίνα-Χαμαιλέων)

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, “Η Πλατεία των Ταύρων”, Οδός Πανός, 2017

Υποτροπή

Η μόνη καθαρή, πια.

Έμεινα καθαρός εννέα χρόνια,
σταγόνα ποίηση
χωρίς γραφή
ούτε ανάγνωση
ξαφνικά την άνοιξη
υποτροπίασα,
στην αρχή χανόταν
το είδωλό μου από τον καθρέφτη,
όταν άρχισα να συζητώ με τις γάτες
–τα τέρατα παραμονεύουν στο πατάρι–
όλοι ανησύχησαν,
ο γιατρός είπε θα περάσει
φταίνε τα όνειρα
και η Sarah Kane
που με κοιτάζει.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Σωτήρης Παστάκας, “Αλτσχάιμερ αρχόμενο”, Μελάνι, 2017

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

β΄

Ένας επιβάτης στο τελευταίο κάθισμα
του λεωφορείου με τη σωστή ρυτίδα της σκέψης
πίσω από το τζάμι, με κοιτάζει να τον κοιτάζω
λοξά, από Αλεξανδρούπολη στη Σπάρτη
κι από Ηράκλειο Ληξούρι, τον κοιτάζω
να με κοιτάζει με το λοξό βλέμμα
όσων έχουν ατακτοποίητο παρελθόν
και τετελεσμένο μέλλοντα, απολιθωμένος

ήρωας μιας λοξοδρομημένης ανάμνησης.

ε΄

Ένα κόκκινο τραπουλόχαρτο στο δρόμο.
Με οκτώ καρό ανοίγει την παρτίδα του
αυτό το καλοκαίρι, στο άδειο απόγευμα
της Κυριακής βρέθηκα με δύσκολο φύλλο,
κι ούτε έναν άσσο κρυμμένο στο μπατζάκι μου.
Για να διαβάσουμε λοιπόν το χαρτί
της ισότητας και της άρνησης, την αντίφαση
ανάμεσα στην πλήρη αποτυχία ή πλήρη επιτυχία

τις διπλές αναλογίες δύο και τέσσερα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μάνος Ορφανουδάκης, «Υπόγεια Κόρη», εκδ. Μετρονόμος, 2017


`

Έργο εξωφύλλου: «Μαρία Πριγκίπισσα του Ηρακλή Φοβάκη».

`

Η ΣΤΗΛΗ ΤΗΣ ΗΔΙΣΤΗΣ

Μοναδικό κόσμημα του ταπεινού αυτού μνημείου
είναι μια ζωγραφιστή κόκκινη ταινία δεμένη σε φιόγκο.
Γύρω στο 400π.Χ.

Τους χώριζαν όροφοι, μάρμαρο
κι εποχές
μα κάθε που άδειαζε η αίθουσα
πέταγε το μύθο και τη χλαίνη
από τους ώμους
κι έτρεχε να τη συναντήσει.
Θα σε κάνω άγαλμα, της έλεγε,
με δικό σου βάθρο, χέρια
και απόσταση.
Να λένε όλοι τους με δέος:
Είναι ίδια Εκείνη –ή μήπως…

Θα σε κάνω άγαλμα, της έλεγε
κι ας γνώριζε πως
ό,τι έμελλε να συμβεί, συνέβη
κι ας γνώριζε πως
ήταν όλα μια παύση
στη γλώσσα των νεκρών αιώνων.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, “Η ατυχία”, Κέδρος, 2017

Η επιστροφή

Περίμενα να πάει πέντε. Τότε θα την επισκεπτόμουν. Τα ωράρια, βλέπεις. Καιρό τώρα το είχα στο μυαλό μου. Και χτες την είδα στον ύπνο μου. Με γιρλάντες λουλούδια στα μαλλιά. Ζωγραφιά η θλίψη στο πρόσωπο.
«Έλα, έλα, Γιώργο, σε χρειάζομαι».
Όλη αυτή τη φιλολογία, ότι από μένα κατάντησε έτσι, δεν την πίστευα.
Ήμουν στην Ελλάδα για το Πάσχα. Ήταν ευκαιρία να τη δω. Το ψυχιατρείο ήταν έξω απʼ την πόλη. Ξύπνησα με σφίξιμο στο στήθος, μα και τώρα δεν ήμουν καλά. Να σηκωθώ να φύγω; Με κρατάει η θλίψη της δεμένο. Την είχα δει στη φωτογραφία που μου έστειλε.
Δεν έπρεπε να ʼρθω. Τι με οδήγησε εδώ; Δυνάμεις μέσα μου; Το δίχτυ; Η μοίρα; Tι σχέση έχω εγώ μʼ αυτά; Να φύγω;
Ανήμπορος στέκομαι στην πόρτα.
«Έχετε κάτι, κύριε;» με ρώτησε η νοσοκόμα.
Ποιος ξέρει πόση ώρα στεκόμουν εκεί. Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Αποφάσισα. Δεν ήμουν καλά, μα προχώρησα.
Ήταν εκεί. Κοιτούσε στο κενό.
«Ήρθες;» ψιθύρισε.
«Ναι», είπα.
Άρχισε να τραγουδάει:

«Εσείς, βουνά μου πράσινα, βουνά μου χιονισμένα,
κι εσείς, περιβολάκια μου, με τʼ άνθη στολισμένα,
μην είδατε τον αρνητή, τον ψεύτη της αγάπης,
που με φιλούσε κι έλεγε “Η αγάπη δεν ξεχνιέται”».

Δε γύρισε να με κοιτάξει.
«Ποιος είσαι;» μου είπε.
«Ο Γιώργος, κι ήρθα να σε δω», της είπα.
Θεέ μου, γιατί ήρθα. Κρακ έκανε η καρδιά μου.
«Άργησες», μου είπε. «Άργησες».
«Ναι, ναι, άργησα. Μα ήρθα».
Γύρισε. Με κοίταξε από τα πόδια ως το κεφάλι.
«Δεν είσαι εσύ. Τι κρίμα! Εγώ περίμενα το Γιωργή μου».
«Θά ʼρθει κι ο Γιωργής», της είπα. «Έχει δουλειά».
Τη βρήκα τη δικαιολογία.
«Εσύ πώς τα πας;»
«Γράφω», μου είπε. «Γράφω ποίηση.
Κάθε φορά που υπάρχει Ιθάκη, μετρώ τους χαμένους συντρόφους μου.
Ιθάκη, σε μισώ.
Αχ, ξεχασμένο μου πουλί, λαλίστατο αηδόνι,
βαριά μου σκίζεις την καρδιά και πίνω το αφιόνι.

Διαβάστε περισσότερα