Υποτροπή
Η μόνη καθαρή, πια.
Έμεινα καθαρός εννέα χρόνια,
σταγόνα ποίηση
χωρίς γραφή
ούτε ανάγνωση
ξαφνικά την άνοιξη
υποτροπίασα,
στην αρχή χανόταν
το είδωλό μου από τον καθρέφτη,
όταν άρχισα να συζητώ με τις γάτες
–τα τέρατα παραμονεύουν στο πατάρι–
όλοι ανησύχησαν,
ο γιατρός είπε θα περάσει
φταίνε τα όνειρα
και η Sarah Kane
που με κοιτάζει.
Ο ποιητής
Ἐν ἀρχῆ ἦν ὁ λόγος ο πρώτος
Το κλάμα
Και εν τέλει ο λόγος
ο καταληκτικός
κραυγή και αυτός
Εγώ, ο από το πουθενά ερχόμενος
και ο που στο πουθενά θα τερματίσω
Χωρίς εξαίρεση
Θα ιστορήσω με λόγια γλυκά και σχήματα
Τα ανιστόρητα
Τα παιχνίδια της φθοράς
της κοινής λογικής
που ποτέ κοινή δεν ήταν
Αδελφοποιητός των αρχαίων αιώνιων νεκρών
των δικών μου και όλων
των αχράντων μυστηρίων
εξερευνητής
Των πηγών ποντοπόρος
ο πανταχού διεισδύων
και δέκτης
των υπερήχων φωνών
αοράτων πλασμάτων
αδελφός προφητών
και κακούργων
Αναβλύζω από της θάλασσας
τον άηχο βυθό
απολογητής των δεινών
ο ξεπλένων τις αμαρτίες του κόσμου
Εγώ, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης
ανεβοκατεβαίνω στο σταυρό
υποβαστάζοντας τον αδελφό μου
τους αδελφούς μου
Ο κατέχων τα όπλα
αγχέμαχα και εκηβόλα
Ο κατέχων και μοιράζων τους χιτώνες
όλους
μηδέ του κενταύρου Νέσσου εξαιρουμένου
Το πρόβατο που
φυλάγει τους λύκους
Εγώ ο ποιητής
Ο υπέροχος αιώνια αθάνατος νεκρός
Στο λεωφορείο
Ψηλαφώντας τις ρωγμές
στην επιφάνεια της θάλασσας,
είμαι σίγουρος πια
πως όταν κλαις
τις ημέρες της βροχής
ατόφια κομμάτια μπλε ουρανού
με ρινίσματα λευκού σύννεφου
κατακρημνίζονται στη θάλασσα
Σχεδόν σαν να ήταν λιακάδα.
Μετά τα μεσάνυχτα
Έχω για φίλο ένα λύκο,
όταν δεν ουρλιάζει στο φεγγάρι
μυστικά με οσφραίνεται
τον τελευταίο καιρό
έχουν αρθεί οι επιφυλάξεις,
πονηρά κλείνει το μάτι
καθώς πάνω μου τρίβεται
δεν έχει πια αυταπάτες
το νερό το σιχαίνεται
μου ζητάει ουίσκι με αγάπη
Harold Pinter
Samuel Beckett
και George Lucas
Το βράδυ που μου είπε
εἰρήνη ὑμῖν αδελφέ μου,
τον κατασπάραξα.
Παράξενα φυτά
Παράξενα φυτά φυτρώνουν
τελευταία στο μπαλκόνι μου,
με πλαστικές κινήσεις
περικυκλώνουν τα ανοίγματα.
Ο ήλιος μένει έξω απʼ το σπίτι.
Εγώ τα κλαδεύω καθημερινά
με το τσεκούρι,
μέσα στο σκοτάδι πολλές φορές
χάνω το στόχο.
Στο τέλος, έμεινα
χωρίς χέρια.










