Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Edgar Allan Poe, «Η αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ», (μτφρ. : Πολύκαρπος Πολυκάρπου), εκδ. Gutenberg, 2017

ΜΕ ΛΕΝΕ ῎Αρθουρ Γκόρντον Πίμ. Ο πατέρας μου ἦταν ἕνας εὐυπόληπτος ἔμπορος ναυτικῶν εἰδῶν στὸ Ναντάκετ, ὅπου καὶ γεννήθηκα. ῾Ο παππούς μου, ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς μάνας μου, ἕνας πετυχημένος δικηγόρος, ἦταν γενικὰ πολὺ τυχερὸς ἄνθρωπος· εἶχε μάλιστα κερδίσει πολλὰ χρήματα μὲ τὶς ἐπενδύσεις του σὲ μετοχὲς τῆς Νέας Τράπεζας –ὅπως τὴν ἔλεγαν τότε– τοῦ ῎Εντγκαρτον. Μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο, εἶχε καταϕέρει νὰ βάλει στὴν ἄκρη ἕνα ἀρκετὰ σεβαστὸ χρηματικὸ ποσό. Μοῦ ᾽χε μεγάλη ἀδυναμία, νομίζω ὅτι μ᾽ ἀγαποῦσε πιὸπολὺ ἀπ ᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους, κι αὐτὸ μ᾽ ἔκανε νὰ ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὸ θάνατό του θὰ κληρονομοῦσα τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς περιουσίας του. ῞Οταν ἔγινα ἕξι χρονῶν μ᾽ἔστειλε στὸ σχολεῖο τοῦ κυρίου Ρίκετ, ἑνὸς μονόχειρα ἡλικιωμένου κυρίου ἀρκετὰ ἐκκεντρικοῦ – ὅσοι ἔχουν πάει στὸ Νιοὺ Μπέντϕορντ ἀποκλείεται νὰ μὴν τὸν γνωρίζουν. Εμεινα κοντά του δέκα χρόνια, μέχρι τὰ δεκάξι μου, ὁπότε τὸν ἄϕησα γιὰ νὰ γραϕτῶ στ Ακαδημία τοῦ κυρίου Ε. Ρόλαντ, πάνω στὸ λόϕο. ᾽Εδῶ γνωρίστηκα καὶ ἔγινα ϕίλος μὲ τὸν γιὸ τοῦ πλοιάρχου κυρίου Μπάρναρντ, ποὺ ταξίδευε γιὰ λογαριασμὸ τῆς ἑταιρείας «Λόιντ καὶΒρέντενμπουργκ» – ὁ κύριος Μπάρναρντ εἶναι ἐπίσης πασίγνωστος στὸ Νιοὺ Μπέντϕορντ καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἔχει πολλοὺς γνωστοὺς καὶ στὸ ῎Εντγκαρτον. Τὸν γιό του τὸν ἔλεγαν Αὔγουστο καὶ ἦταν δύο περίπου χρόνια μεγαλύτερος ἀπὸ μένα.

Εἶχε ἀκολουθήσει τὸν πατέρα του σ ᾽ ἕνα ταξίδι μὲ τὸ ϕαλαινοθηρικὸ «Τζὸν Ντόναλσον» καὶ μοῦ μιλοῦσε διαρκῶς γιὰ τὶς περιπέτειές του στὸν Νότιο Εἰρηνικό. Πήγαινα συχνὰ στὸ σπίτι του, ὅπου ἔμενα ὅλη μέρα καὶ κάποτε καὶ ὅλη τὴ νύχτα. Κοιμόμασταν στὸ ἴδιο κρεβάτι καὶ πάντοτε μὲ κρατοῦσε ξάγρυπνο μέχρι τὰ ξημερώματα μὲ τὶς ἱστορίες του γιὰ τοὺς ἰθαγενεῖς τῆς Νήσου Τίνιαν καὶ γιὰ τόπους ποὺ εἶχε δεῖ στὰ ταξίδια του. Τὰ λόγια του μὲ μάγευαν τόσο ποὺ ἄρχισα σιγὰ-σιγὰ νὰ νιώθω μέσα μου νὰ ϕουντώνει μιὰ ἀκατανίκητη ἐπιθυμία νὰ ταξιδέψω κι ἐγὼ στὴ θάλασσα. Εἶχα δικό μου ἕνα μικρὸ σκαρί, ἕναν κέρκουρο, ποὺ τό  χα βαϕτίσει « ῎Αριελ» καὶ ἄξιζε ἑβδομηνταπέντε δολάρια πάνω-κάτω. Ξεχνῶ τὸ ἐκτόπισμά του – ἀλλὰ χωροῦσε ἄνετα δέκα ἄτομα κι ἂς εἶχε ὅλο κι ὅλο ἕνα μικρὸ κατάστρωμα κι ἕνα κατάρτι μὲ πανί. Μ᾽ αὐτὸ τὸ πλεούμενο κάναμε ἕνα σωρὸ τρέλες, ποὺ ὅταν τὶς θυμᾶμαι σήμερα λέω πὼς εἶναι θαῦμα ποὺ εἶμαι ἀκόμα ζωντανός. Θὰ σᾶς διηγηθῶ μιὰν ἀπ ᾽ αὐτὲς γιὰ νὰ σᾶς βάλω στὴν ἀτμόσϕαιρα τῆς μεγαλύτερης καὶ σημαντικότερης διήγησης ποὺ θ ᾽ ἀκολουθήσει. ῞

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

“Μια άποψη «περί χρήματος» («Τοις τήδε …χρήμασιν πειθόμενοι»…)” [γράφει ο Γιώργος Κ. Μύαρης]

 

 

Αφιερωμένο στη συγγραφέα  Αδαμαντία Τριάρχη-Μακρυγιάννη

`

Ο επαρκής αναγνώστης με την πρώτη ματιά καταλαβαίνει ότι το έργο «Περί χρήματος» των εκδόσεων «Κοβάλτιο» έχει τη μορφή συμπιλήματος κι όχι μιας πραγματείας συστηματικής για το χρήμα. Γι’ αυτό το στοιχείο/στοιχειό που πολλοί υποδέχονται ως «κινητήρια δύναμη» του πλανήτη ή για τούτο που οι περισσότεροι συνήθως αποτιμούν ως «καταστροφικό θεσμό». Για το «χρήμα», το διαρκώς επιζητούμενο, το ηδονικό και … ενίοτε επονείδιστο, σκέψεις ενταγμένες στην σκληρή μεταμνημονιακή πραγματικότητα.

Περιεχόμενο και μορφή του βιβλίου συμμαχούν μαζί μας, ώστε να μη φορτίσουμε με άκρα επιστημοσύνη την ατμόσφαιρα, αλλά να ενισχύσουμε ενεργητικά την mentalite, τη διανοητική συλλογική δραστηριότητα, μετά πνεύματος και οίνου! Εξάλλου, φιλοσοφική σκέψη και λογοτεχνική δημιουργικότητα από τον Όμηρο και τον Παπαδιαμάντη, τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη έως τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, τον Μπομπ Ντύλαν και τους σημερινούς συγγραφείς του κόσμου, πάντα διαχέονται στην ιστορική και ανιστόρητη παράθεση απόψεων.  Ο παλιός εαυτός μας, εδώ σε φόρμα, ξεπετάγεται να σχολιάσει: Η ιστορικοχρονολογική σειρά στην παράθεση των κειμένων ενισχύει τη κριτική ματιά του σημερινού αναγνώστη –αλλά είναι απούσα. Η αλφαβητική σειρά, που οι εκδότες επιλέγουν, εξυπηρετεί μια περισσότερο «άνετη» μελέτη και απόλαυση των κειμένων.

«Εν αρχή ήν ο Λόγος», συνήθως λέγεται. Αλλά μια κλασικού τύπου –και θεοκεντρική–προσέγγιση γεννά στον αιρετικό ακροατή μια περιφορά στον κήπο των λογικών σοφισμάτων ή έστω στην ορολογία του Γ. Βέλτσου: εν αρχή ήν ο Λόγος ή ο υπό- λογος; Ο υπό τον λόγον; Ή εν τη αρχή του Κόσμου των ανθρώπων ίσταται η υπολογιστική του συμφέροντος/χρήματος εξουσία; Συμβολή στη διερεύνηση αυτού του κεφαλαιώδους και διαχρονικού ζητήματος, δηλαδή της θεσμισμένης και συγχρόνως χαοτικής παρουσίας του χρήματος αποτελεί ο τόμος «Περί χρήματος», όπου οι Ζήσης Δ. Αϊναλής, Γιώργος Μπλάνας, Λαμπριάνα Οικονόμου και Μιχάλης Παπαντωνόπουλος ενώνουν δυνάμεις ως …υποκινητές, μεταφραστές [θυμίζω: Traditoreor Tradutore?], επιμελητές, υπομνηματιστές, εκδότες! Στο δεύτερο τόμο της σειράς «Περί Φύσεως των Ανθρώπων» [“De Natura Hominis”]. Σε μια σειρά στην οποία οι εκδότες φιλοδοξούν να προβάλλουν, να αναδεικνύουν, να φωτίζουν «δομικά στοιχεία, εκφάνσεις και πάθη της ανθρώπινης φύσης». Επιστρατεύοντας προς τούτο επιστολές, δοκίμια ή λογοτεχνικά κείμενα από πολύ σημαντικά πρόσωπα που διαδραμάτισαν σοβαρό ρόλο στη στερέωση και προώθηση  της παγκόσμιας γραμματείας και τέχνης. Ο συγκεκριμένος τόμος, όπως προηγουμένως και η συναγωγή κειμένων «Περί Τρέλας»,  διεκδικεί τη «μοναδικότητά του ως προς την πρωτοτυπία της σύνθεσης των επιμέρους κειμένων, επιδιώκοντας να προκαλέσει μία νέα αναγνωστική εμπειρία».  Πλαγίως υπενθυμίζω ότι ο τόμος «Περί τρέλας» συγκεντρώνει 34 επιστολές των Αντονέν Αρτώ, Βιρτζίνια Γουλφ, Φρήντριχ Νίτσε, Έντγκαρ Άλλαν Πόε και Μαίρης Σέλλεϋ, στις οποίες οι συγγραφείς τους αποκαλύπτουν, αποτυπώνουν, εμβαθύνουν ή βυθίζονται στην ψυχική τους κατάρρευση με εξομολογητικό τόνο, συνθέτοντας την αγωνιώδη κραυγή του απόκληρου πνεύματος προς την κοινωνία.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937), «Η Καθαρή Δευτέρα»

`

Γερ. Γερολυμάτος: «Καθαρή Δευτέρα», Λάδι σε καμβά./ Βασισμένο σε μια ιδέα του Σπ. Βασιλείου

 

Ήμουν τότε παιδί όχι πλειότερο από οχτώ χρονών και μαθήτευα στον παπα-Αντριά. Κοιμόμουν κι όταν ξύπνησα είχα μέσα μου όλο εκείνο το θλιβερό συναίσθημα, ότι είχε ξημερώσει η τρομερή Καθαρή Δευτέρα με τη μεγάλη σαρακοστή και με το σκολειό. Κι έπρεπε να περάσουν πενήντα μέρες ακέριες αυστηρή σαρακοστή με φασούλια, ρεβύθια, κουκιά, φακή και λαχανικά και να νηστεύουμε και το λάδι τα τετραδοπαράσκευα!

Αυγά, γάλα, τυρί, βούτυρο, ψάρι και προπάντων το κρέας δεν έπρεπε ούτε να τ’ αναφέρουμε με το στόμα μας, γιατί αυτό λογίζονταν αμαρτία! Κι όταν ακόμα το ‘φερνε ο λόγος για να ονοματίσει κανένας το γάλα, το βούτυρο, το τυρί, το ψάρι, ή-θεός φυλάξοι!- το κρέας, έπρεπε να συνοδεύει την απαγορευμένη λέξη με την έκφραση «μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς» π. χ. «ζυγιάσαμε το τυρί -μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς-και βγήκε δέκα οκάδες.

Μια μέρα μεγάλη λύπη είχε γραπωμένη την παιδική μου καρδιά και δεν μπορούσα να τιναχτώ πέρα από τα στρώματά μου, τρέφοντας κάποια πλάνα ελπίδα, ότι μπορούσε να μην ήταν αλήθεια ότι είχε ξημερώσει η ανεπιθύμητη Καθαρή Δευτέρα κι ότι κάποιο δυσάρεστο όνειρο γέννησε την ιδέα της.

Αλλ’ ήρθα λίγο λίγο στον εαυτό μου, πείστηκα ότι δεν ήταν ψέμα κι ότι αληθινά εκείνο το φως κι εκείνες οι αργυρόχρυσες ακτίνες πόμπαιναν από τις χαραμάδες των κλεισμένων παραθυριών του δωματίου μου ήταν της Καθαρής Δευτέρας. Θυμήθηκα περίλυπος ότι την περασμένη βραδιά είχαμε τυρινή αποκριά. Θυμήθηκα ότι είχαμε φάει κουλιάστρα, αυγά, τηγανισμένα, τυρί, ομορφοφκιασμένη αυγοτυρόπιτα, ψάρια, χέλια και θυμήθηκα ότι ύστερα απ’ το δείπνο είχαμε τραγουδήσει και χορέψει…

Όλα αυτά τα’ αναθυμήματα περνούσαν απ’ τη φαντασία μου σαν εικόνες φωτόλουστες, χαρωπές, όμορφες, γεμάτες τέρψη και ευθυμία, η μία πίσω από την άλλη, σαν κύμα που διδάχεται το κύμα, αλλ’ η Καθαρή Δευτέρα, γριά ψηλή, σεμνή, ασπροντυμένη και κατακάθαρη, σκυθρωπή, μ’ αυστηρό πρόσωπο και κάτασπρο φακιόλι, παρουσιάστηκε στη στιγμή μπροστά μου και μόσβησε όλες εκείνες τις όμορφες τερπνές εικόνες και με φοβέριζε μ’ ένα μακρύ ραβδί που κρατούσε στα χέρια της, απαράλλαχτη όπως μου την είχε παραστήσει η μάνα μου άλλες χρονιές, όταν ήθελα να φάγω πίτα ανήμερα.

–Πεινώ μάνα! Είπα της μάνας μου που συγύριζε το μαγειρειό.

–Άνοιξε την άρκλα, μου είπε και πάρε ψωμάκι και φάε!

–Δεν έχεις τίποτε προσφάγι ρώτησα με δακρυσμένα μάτια.

–Σήμερα παιδί μου προσφάγι μου απολογήθηκε εκείνη, σαν να παραξενευόταν που της ζητούσα προσφάγι. Προσφάγι τρήμερο μέρα;

-Αλλά δεν τρων σήμερα τίποτε άλλο εξόν από ψωμί ξερό; την ξαναρώτησα απελπισμένα.

–Τίποτε, τίποτε! μου απολογήθηκε εκείνη αποφασιστικά. –Κανένα σύκο, καμιά σταφίδα να φάγω για προσφάγι;

-Σύκο, σταφίδα, τι λές μοναχέ μ’ κι ακριβέ μ’;

-Σήμερα τρήμερο Καθαροδευτέρα, σύκα και σταφίδες; Μόνο την Τετάρτη, ύστερα από δυο μέρες κάνει να φάμε σύκα και σταφίδες. Σήμερα κι αύριο καλά καλά δεν κάνει να φάμε ούτε ψωμί! Αλλά εσάς τα παιδιά σας το σχωρνάει ο Θεός αν φάτε ψωμί, αλλά μονάχα ψωμί και νερό και τίποτε, τίποτε άλλο!

-Πώς να κάνω, της είπα που εγώ θέλω και προσφάγι; Ελιές δεν κάνει να φάω;

-Μπα! μπα! μπα! Ξεφώνισε. Φτύσε γρήγορα μη μαγαρίσεις το στόμα σου και με τ ’ανάβαλμά τους μόνο. Το λάδι δε βγαίνει απ’ τις ελιές; Κι αναφέροντας τις λέξεις «λάδι» κι «ελιές» έφτυσε, για να ξεπλύνη το στόμα της να μη μαγαρίση.

-Πώς να κάνω της ξαναείπα,που δεν μπορώ να φάω χωρίς προσφάγι;

Κι αυτή κάνοντας πως θυμήθηκε κάτι, μου είπε για να με ξεφορτωθη:

-Αν θέλεις καλά και σώνει προσφάγι, να πας στην πλαγιά να βρης περδικαύγα στις περδικοφωλιές να φας.

Κι αναφέροντας τα περδικαυγά ξανάφτυσε.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Τάκης Κουφόπουλος, «Σώματα και χρώματα» (από τη συλλογή «Η οδός»), 1962

Είχε πια σκοτεινιάσει για καλά. Ένας μοχλός σε κάποιο κεντρικό σημείο ανέβηκε κι αμέσως όλα τα φώτα της πόλεως ανάψαν.

Η εργάσιμη μέρα στα μαγαζιά ή στα Δημόσια Γραφεία κοίταξε τα ρολόγια της τα καρφωμένα στον τοίχο, χάρηκε, παράτησε στα τραπέζια ανάκατα τα εμπορεύσιμα μέλη της ή τα προς έγκρισιν πεπραγμένα, έκλεισε τις πόρτες στεγανά, κατέβασε τα σιδερένια της βλέφαρα ένα ένα, τα κλείδωσε και ξεχύθηκε στη λεωφόρο.

Ήταν η ώρα του μεγάλου συνωστισμού. Η τελευταία ώρα της μέρας. Έπειτα αρχίζει η νύχτα, που πολύ λίγοι την υποπτεύονται.

Τα πεζοδρόμια γέμισαν πέλματα. Με κάλους ξερούς ή κάλους με επιθέματα. Με δάχτυλα κοκαλιάρικα, γαμψά. Με νύχια άκοπα, μαύρα. Προχώρησαν το ‘να πίσω απ’ τ’ άλλο βιαστικά, ηχώντας σκληρά στις τσιμεντένιες πλάκες του πεζοδρομίου, μέχρι που φτάσαν στη διασταύρωση. Μπροστά τους τώρα βρισκόταν η διάβαση. Γραμμές από ασβέστη καθόριζαν την κατεύθυνση.

Φώτα ηλεκτρικά καθόριζαν τον χρόνο. Τα φώτα ήταν κόκκινα. Ήταν η σειρά των μηχανών. Η σειρά των ανθρώπων είχε περάσει.

Τα πρώτα πέλματα σταμάτησαν. Τα επόμενα πλησίασαν ακόμα λίγο, πύκνωσαν, ακούμπησαν τα προηγούμενα και μεταξύ τους, και σταματήσανε κι αυτά. Σε λίγο και τα τέσσερα πεζοδρόμια γέμισαν τη διασταύρωση. Όλοι περίμεναν τα χρώματα τα ευνοϊκά για να περάσουν. Από τους άντρες μερικοί, που αισθανόντουσαν το σώμα τους πολύ βαρύ, λύγιζαν. Άλλοι το είχαν δέσει με λεπτές γραβάτες και το αιωρούσαν. Απ’ τις γυναίκες, όλες οι γυναίκες, δεν ένιωθαν κανένα κίνδυνο. Μόλις είχαν βάψει τα χείλια τους και τα έγλειψαν. Πιο κάτω, σε διάφορες γωνιές, τις περιμένανε οι φίλοι τους, ανυπόμονοι, με σκέλια πρόχειρα πλυμένα.

Τα αυτοκίνητα κατέβαιναν το δρόμο ορμητικά. Τα καθαρά κορμιά τους έσφυζαν. Οι δυνατές καρδιές τους εκρήγνυνταν κάθε στιγμή. Πολυμέταλλοι θώρακες προσπαθούσαν να τις συγκρατήσουν. Περνούσαν σε αραιωμένη διάταξη καταλαμβάνοντας όλη τη λεωφόρο. Με τις φωτεινές τους λόγχες τεντωμένες μπροστά. Με τις νικέλινες ασπίδες τους υψωμένες. Παρατεταγμένοι αστυνομικοί τους εξασφάλιζαν το δικαίωμα. Ένας μαλακός ασφάλτινος τάπητας τους απάλυνε το δρόμο.

Τώρα, πάνω στα πεζοδρόμια, οι άνθρωποι του συνωστισμού, με σηκωμένα φρύδια, απέδιδαν τιμάς. Τα σώματά τους ήταν κολλημένα. Οι καρδιές τους συγχρονίζονταν σύμφωνα με τους όρους μιας Προδιαγραφής. Ανάσαιναν όλοι ομαδικά, με το ρυθμό ενός Πενταετούς Σχεδίου. Άτριχα χέρια εξείχανε από φανέλες Θερμοζάν. Πολλά χωνόντουσαν σε μία τσέπη. Άτριχα πόδια εξείχαν από ίδια σώβρακα. Μπαίνανε το ‘να μέσα στ’ άλλο. Το κατακόρυφο φως των γλόμπων έπεφτε πάνω στα επίπεδα κεφάλια τους και τα ζέσταινε.

Ένας άρχισε να βήχει, — όλα τα σώματα ταλαντεύτηκαν. Κάποιος ξεχώρισε το χέρι του, το σήκωσε, άπλωσε το μακρύ νύχι του μικρού του δάχτυλου και καθάρισε το αυτί ενός άλλου. Μια γυναίκα έγκυος έμπηξε τις φωνές. Ένας γιατρός από απέναντι της φώναξε τις τελευταίες οδηγίες. Η μπροστινή πλάτη τής έκανε μασάζ στην κοιλιά, το διπλανό λιγδερό μαλλί τής σκούπισε τον ιδρώτα. Σε λίγο ένας γδούπος ακούστηκε. Το πτώμα έπεσε πάνω στα παπούτσια. — Σε κάποιο άλλο πεζοδρόμιο, ο πατέρας χαμογελαστός, δεχότανε τα συχαρίκια.

Εν τω μεταξύ τα αυτοκίνητα έφταναν στη διασταύρωση, χωρίζονταν, μισά στρίβαν δεξιά, μισά αριστερά, στον κάθετο δρόμο. Οι φωτεινές τους λόγχες σάρωναν τα κεφάλια στα πεζοδρόμια. Μπαίνανε απ’ τα μάτια, βγαίνανε απ’ απέναντι, τα κεφάλια πέρναγαν μέσα, γλίστραγαν προς τη βάση, ατέλειωτα, το ‘να πίσω απ’ τ’ άλλο. Οι υπόλοιποι στα πεζοδρόμια κούναγαν τα μαντίλια. Τα αυτοκίνητα βάραιναν, οι λόγχες έγερναν μπροστά. Σε κάποια επόμενη στροφή θα παίρναν τα κεφάλια των παιδιών. Μέχρι που να γεμίσουν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κώστας Κουτσουρέλης, “Ομολογία ενοχής”

Όπως με τους αριστερούς φίλους όλη την περσινή χρονιά, όπως με τους ευρωπαϊστές και φιλελεύθερους φίλους ενίοτε, ή τους ομοτέχνους άλλοτε για ποικίλες αφορμές, μου συμβαίνει συχνά, πολύ συχνά ομολογουμένως τον τελευταίο καιρό, να στενοχωρώ φίλους και συνομιλητές με όλα αυτά που γράφω περί προσφυγιάς και περί μετανάστευσης. Αρκετές φορές, όταν όλα τα άλλα εμπράγματα επιχειρήματα παροπλιστούν –αν και πρέπει να ομολογήσω ότι τέτοια σπανίως μου αντιτάσσονται–, αυτό που μένει στην ατμόσφαιρα να επικρέμαται εναντίον μου είναι η μομφή, κάτι μεταξύ παραπόνου και καταγγελίας: ότι μου λείπει η συμπόνια, ότι δεν έχω καρδιά, ότι αυτό που απουσιάζει από τα λεγόμενά μου είναι ο ανθρωπισμός.

Διαβάστε περισσότερα