Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, “Ντίντι”

Ο μπαμπάς πάντα πίστευε πως είχε πολλά ταλέντα. Πέρα από το ταλέντο του στο κρασί, το μαγείρεμα, το ποδόσφαιρο και τον μπαξέ, κάποια στιγμή κατάλαβε ότι είχε ένα επιπλέον έμφυτο ταλέντο στο να εκπαιδεύει κυνηγόσκυλα. Η αλήθεια είναι πως είχαμε ένα καλόβολο Επανιέλ εφτά χρονών που του έκανε παρέα τις λίγες φορές που θα γυρνούσε στο σπίτι με μια μπεκάτσα ή ένα ορτύκι. Η μαμά πίστευε πως αυτές οι σπάνιες στιγμές δόξας του μπαμπά οφείλονταν περισσότερο στο φιλότιμο του σκύλου και λιγότερο στα κρυφά του ταλέντα. Ωστόσο αυτός απτόητος συνέχιζε να μιλάει και να περιγράφει στη δουλειά του τις τεχνικές που είχε ανακαλύψει πάνω στην εκπαίδευση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Άγγελος Τερζάκης, «Απρίλης», εκδ. Εστία, 1946

Συχνά πυκνά, αντάμωνες στους δρόμους ανθρώπους ντυμένους ασυνήθιστα, σαν ορειβάτες ή κάτι τέτοιο, με παντελόνια γκολφ, ξεσκούφωτους, άλλους με μπερέ, τραγιάσκες, ένα τσιμπούκι βιδωμένο στ’ ακρόχειλο. Τους έβλεπες μια, τους έβλεπες δυο, όπου να γύριζες, σ’ όποιο δρόμο και να ’μπαινες. Ήταν οι ανταποκριτές των εφημερίδων. Ντυμένοι έτσι, μ’ αφροντισιά μελετημένη, δίνανε κάτι σαν ένα τόνο εκδρομικό, «σπορτίφ», στην επιστρατευμένη πολιτεία, μακρινό αντιφέγγισμα κοσμοπολιτισμού. Κάπου κάπου πρόβαινε και καμιά νοσοκόμα μεγαλοκυρά, με το άθιχτο μαβί της πέπλο, αστραφτερά κολλαρισμένα τα γιακαδάκια της και τα μανικέτια. Τότε η κοσμική κίνηση πέρσευε.

Οι ιταλικοί όλμοι ωστόσο, στο μέτωπο, είχαν αρχίσει να πελεκάνε συστηματικά τους φαντάρους. Οι περισσότερες λαβωματιές ήταν από όλμους, λοιπόν το στράτευμά τους είχε πάρει πολύ από κακό. Στο ταχτικό μας λουκουματζίδικο, ο Μελετίου, μπαίνοντας με την παρέα του ένα δειλινό, δε βρήκε τραπεζάκι αδειανό κι αναγκάστηκε να καθίσει αντίκρυ σ’ ένα άγνωστο φανταράκι, που απόσωνε ήσυχα και στοχαστικά τη μερίδα του.

– Επιτρέπεις, συνάδελφε;

Ο συνάδελφος, κοίταξε την παρέα των Αθηναίων μ’ απορία καλοκάγαθη· ήταν ίσως η πρώτη φορά που του γύρευαν την άδεια για κάτι.

– Καθίστε, έκανε σαστισμένα.

Ήταν ενθουσιώδη ς άνθρωπος ο Μελετίου, καλοπροαίρετος και καταδεχτικός. Άναψε τσιγάρο από τη φωτιά του αντικρινού του, παρατήρη­σε το δεξί του που είχε φασκιωμένα με γάζα πεντακάθαρη τα δάχτυλα. Η περιέργεια του Αθηναίου κεντρίστηκε. Έπιασε κουβέντα:

– Τραυματίας είσαι;

– Ναι… Μικροπράματα…

– Ήσουνα στο μέτωπο;

– Ήμουν.

Γύρισε τα μάτια του ο Μελετίου θριαμβευτικά και κοίταξε την παρέα.

«Τώρα θα σας δείξω ένα φαινόμενο!» έλεγε η ματιά. «Προσοχή! Ο άν­θρωπος που έρχεται από το μέτωπο».

– Λοιπόν συνάδελφε, για πες μας! Τι γίνεται κει πάνω;

Η ερώτηση ήταν εύκολη, η απάντηση δύσκολη. Για λίγες στιγμές ο τραυματίας βρέθηκε σ’ αμηχανία. Ήτανε χωριατάκος μικρόσωμος, α­στοιχείωτος. Μπορεί και να μην το είχε ποτέ του σκεφτεί πως θα ’πρεπε να μάθει να διηγιέται.

– Ε, τι να γίνεται… Πολεμάνε.

– Χμ! πολεμάνε βέβαια. Και οι Ιταλοί; Δρόμο, ε;

– Τι δρόμο;

– Να, το βάζουνε στα πόδια θέλω να πω.

Ο φανταράκος στάθηκε σκεφτικός.

– Ε, μεριές μεριές φεύγουνε κιόλας, είπε.

Όμως ο ζήλος του Μελετίου είχε ξυπνήσει τώρα για καλά. Δεν ήταν α­πό κείνους που αφήνουν εύκολα μιαν επιθυμία τους ανικανοποίητη.

Από δω τον έχει, από κει τον έχει το φανταράκο, τον κατάφερε κάτι να διηγηθεί. Κι ο φανταράκος διηγήθηκε κουτσά στραβά, με αδέξια συστο­λή, την ιστορία του τραυματισμού του.

            – Ώστε έτσι λοιπόν! Από όλμο! συμπέρανε ο Μελετίου με διάχυση αι­σθηματική.

– Από όλμο.

– Και στα δάχτυλα!

– Στα δάχτυλα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μάνος Χατζιδάκις, «Ελληνική ιστορία», περ. «Το Δέντρο», τχ.14, 1985

Στην πλαγιά ενός βουνού. Ένας οπλαρχηγός φωνάζει στον Αγά που ετοιμάζεται να φύγει.

– Αγά μου, θέλω να πολεμήσω για την ελευθερία της πατρίδος μου. Έλα να σκοτωθούμε…

– Δεν χρειάζεται, του απαντάει ήρεμα ο Αγάς.

– Δεν βλέπεις; ετοιμάζομαι να φύγω.

– Μα… επιμένει ο οπλαρχηγός. Αν δεν σε πολεμήσω, δεν θα νιώσω λεύτερος.

– Δεν σε καταλαβαίνω, λέει ο Αγάς. – Σου δίνω την ελευθερία σου, τι άλλο θέλεις;

– Δεν έχει σημασία αυτό που εσύ θα δώσεις. Μετράει αυτό που θα σου πάρω… – Για να ’σαι λεύτερος; απορεί ο Αγάς.

– Ναι. Για να νιώσω λεύτερος. Έλα να σε σκοτώσω… – Πρόσεξε, συνεχίζει ατάραχος ο Αγάς. Τι κι αν με πολεμήσεις, ή με σκοτώσεις. Πάλι δεν θα ’σαι λεύτερος. Και ξέρεις το γιατί;

– Γιατί; απορεί ο οπλαρχηγός.

– Γιατί δεν είσαι ελεύθερος από την ώρα που γεννήθηκες. Μπορείς αυτό να το καταλάβεις και να το νιώσεις;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Παναγής Σκουζές (1777- 1847), «Aπομνημονεύματα. H τυραννία του Xατζή-Aλή Xασεκή στην τουρκοκρατούμενη Aθήνα» (1772-1796), εκδ. Kέδρος, 1975)

1841. Εν ονόματι Κυρίου θέλω ιστορήσω τον βίον μου εγώ ο ίδιος. Αλλά πρώτον θέλω αρχίσει την αιτία της δυστυχίας των Αθηναίων, ομού και του πατρός μου, οπού ακολούθησε, και η Αθήνα ερήμωσεν και έφυγαν τα τρία πέμπτα των Αθηναίων, οπού επήγαν εις Ανατολήν –εις τα νησιά και λοιπά πλησιόχωρα*– εξαιτίας της μεγάλης τυραννίας του χατζη-Αλή, Χασεκή ονομαζομένου. Θέλω γράψει τα όσα οι γονείς μου μου είπαν μέρος περί του τυράννου, όσα εγώ δεν είδα μήτε ενθυμούμην ως μικρός από τα 1772 έως τα 1784, οπού άρχισα να βλέπω και να ενθυμούμαι τα του τυράννου και των οπαδών του.

Εγώ, ο Παναγής Σκουζές, εγεννήθηκα εις Αθήνα εις τα 1777 από γονείς αυτόχθων Αθηναίους. O πατήρ μου Δημήτριος του Νικολάου Σκουζέ, η μήτηρ μου Σαμαλτάνα θυγατέρα του Θανάση Λιμπέριου-Παναγιωτάτζη. Από οικογένειες και οι δύο τάξης δευτέρας, εκτός από τας 12 οικογενείας των Αθηναίων των αριστοκρατών Κοτζιαμπάσηδων*. Ήτον σχεδόν μιαν οικογένεια από τας 24 οικογενείας, οπού οι αριστοκράτες εφοβούντο ως ευκαταστάτους και με ολίγην παιδείαν. O πατήρ μου ήτον την τέχνην σαπονγγής*. Oμοίως ήτον και ο πατήρ της μητρός μου σαπονγγής. O δε πατήρ του πατρός μου ήτον έμπορος εις τα προϊόντα του τόπου. Oι γονείς μου ήτον Χριστιανοί Oρθόδοξοι της Ανατολικής Εκκλησίας. Έχαιρον υπόληψη, είχον κτήματα και χρήματα. Η επιστήμη* του πατρός μου ήταν επικερδής. […]

Γενομένου τούτου ο πατήρ μου εστεφανώθη την δευτέραν γυναίκαν. Αλλά δεν την ήβρεν ως την πρώτην εις καμιάν επιδεξιότητα*. Τότε ο πατήρ μου, από τον θάνατον της μητρός μου, από το θανατικόν οπού ακολούθησε, από την ανάξιαν γυναίκαν, και από τον ερχομόν του χατζη-Αλή οπού άρχισε την τυραννίαν, την σερμαγήν του την ετελείωσεν. Το εισόδημα λαδιού το ελάμβανεν ο χατζη-Αλής. Επώλησεν τα κτήματά του, ύστερον μη έχοντας άλλο τι, τον εφυλάκωσαν διά το κατάστιχον, λεγόμενον τότε δόσιμον τυραννίας. Ήβγεν αυτός από την φυλατζήν* διά να οικονομήσει χρήματα, βάζοντας μένα εις φυλατζήν ως αμανέτι*, υποθήκην. Αλλά τότες ποιος εδάνειζεν; ή ποιος είχεν; Ή, και αν κανένας Χριστιανός είχεν, πώς εκοτούσεν να δανείσει ή να κάμει καμίαν αγοράν; Εκτός των Oθωμανών, οπού δεν υπόκειντο εις καμίαν τυραννίαν. Αλλά οι Oθωμανοί, μερικοί όπου εσώζοντο, δεν εδάνειζον, αλλά αγόραζαν κτήματα παρατιμής.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Harold Pinter, «Τέχνη, αλήθεια και πολιτική»

Η ομιλία του Χάρολντ Πίντερ που μεταδόθηκε μαγνητοσκοπημένη στην τελετή απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας 2005, στη Στοκχόλμη [απόσπασμα]

`

Το 1958 έγραψα τα ακόλουθα:

“Δεν υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές διαφορές μεταξύ αυτού που είναι πραγματικό και αυτού που δεν είναι, ούτε του αληθούς και του αναληθούς. Δεν είναι απαραίτητο κάτι να είναι ή αλήθεια ή ψέμα. Μπορεί να είναι και τα δύο”.

Πιστεύω ότι αυτοί οι ισχυρισμοί εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα ως προς τη διερεύνηση της πραγματικότητας μέσω της τέχνης. Έτσι, ως συγγραφέας τους υποστηρίζω αλλά ως πολίτης αδυνατώ. Ως πολίτης οφείλω να αναρωτηθώ: Τι είναι αλήθεια; Τι είναι ψέμα;

Η αλήθεια στο θέατρο πάντοτε διαφεύγει. Ολόκληρη δεν τη βρίσκεις ποτέ αλλά η αναζήτησή της είναι συναρπαστική. Η αναζήτηση είναι σαφώς ό,τι προηγείται της προσπάθειας. Η αναζήτηση είναι ο σκοπός σου. Τις περισσότερες φορές μέσα στο σκοτάδι προσκρούεις στην αλήθεια, συγκρούεσαι μαζί της ή, ρίχνοντάς της μια φευγαλέα ματιά, βλέπεις μια εικόνα ή ένα σχήμα που μοιάζει να ανταποκρίνεται στην αλήθεια, συχνά χωρίς να συνειδητοποιείς ότι συνέβη ακόμα κι αυτό. Αλλά η πραγματική αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν υπάρχει μια αλήθεια στη δραματική τέχνη. Υπάρχουν πολλές που αντικρούονται, συγκρούονται, αντικατοπτρίζουν η μία την άλλη, αγνοούν η μία την άλλη, κοροϊδεύουν η μία την άλλη, δεν βλέπουν η μία την άλλη. Μερικές φορές αισθάνεσαι για μια στιγμή ότι κρατάς την αλήθεια στα χέρια σου κι αμέσως μετά γλιστράει μέσα από τα δάκτυλά σου και χάνεται.

Συχνά με ρωτούν πώς συλλαμβάνω τα έργα μου. Δεν μπορώ να απαντήσω. Ούτε μπορώ να τα συνοψίσω. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι στα έργα μου συνέβη αυτό, αυτά ειπώθηκαν, οι ήρωες έκαναν εκείνα.

Τα περισσότερα έργα μου γεννήθηκαν από μια φράση, μια λέξη ή μια εικόνα. Τη συγκεκριμένη λέξη την ακολουθεί συνήθως μια εικόνα. Θα σας δώσω δύο παραδείγματα από δύο φράσεις που εμπνεύστηκα ξαφνικά. Ακολούθησε η εικόνα και εγώ, ακόμα αργότερα.

Τα έργα είναι ο “Γυρισμός” και οι “Παλιοί Καιροί”. Η πρώτη φράση στο “Γυρισμό” είναι “Τι το έκανες το ψαλίδι;”. Η πρώτη φράση στους “Παλιούς Καιρούς” είναι “Σκοτάδι”. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση δεν είχα καμία άλλη πληροφορία για την εξέλιξη της πλοκής.

Στην πρώτη περίπτωση κάποιος προφανώς αναζητούσε ένα ψαλίδι. Ρωτούσε τι απέγινε το ψαλίδι κάποιον άλλο, για τον οποίο υποπτευόταν ότι πιθανώς και να το έκλεψε. Με έναν περίεργο τρόπο ήξερα, ωστόσο, ότι το πρόσωπο που ερωτάται δεν δίνει δεκάρα για το ψαλίδι, ούτε άλλωστε ο συνομιλητής του. Το “σκοτάδι” το χρησιμοποίησα για να περιγράψω τα μαλλιά κάποιου, τα μαλλιά μιας γυναίκας και ήταν η απάντηση σε μια ερώτηση. Ούτως ή άλλως υποχρεώθηκα να αναπτύξω το θέμα. Αυτό συνέβη οπτικά, ως μια αργή εναλλαγή σκιάς και φωτός.

Διαβάστε περισσότερα