Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση», εκδ. Άγρα, 1990

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

[…] Ἐμποδισμένος νὰ χορτάσω, θλιβερὸ παλικάρι, δέντρο ποὺ μὲ σφάζουνε σύρριζα, συλλογιέμαι χωρὶς νὰ βρίσκω σκοπό, χάνω τὶς κινήσεις μου μέσα στὸ ρεῦμα ποὺ μὲ παρασέρνει. Ὁ μηχανισμὸς τῆς σκέψης μου ἀκατάσταστος, προσηλωμένος σ’ἕνα σημεῖο. Ἀηδιάζω κάθε ὄψη πράγματος, κάθε τροφή. Κόβω τοῦ ψωμιοῦ τὶς ἄκρες καὶ πετῶ τὰ κομμάτια. Ὅλα εἶναι μολυσμένα. Δὲν μπορῶ νὰ γευτῶ τὸ ψωμί. Ἐπαναστατῶ, θέλω νὰ σηκωθῶ, νὰ βγῶ, νὰ μὴν εἶμαι περιορισμένος. Θὰ ξεντυθῶ τὰ ροῦχα μου νὰ βγῶ γυμνός. Γιατί νὰ σκέφτομαι τὸ συμφέρον μου, τὴν ὠφέλειά μου; Γιατί νὰ θέλω τὴν καλοπέραση; Ἂν δὲν περπατήσω γυμνός, δὲ θὰ πῶ ὅ,τι ἔχω. Δὲν μπορῶ νὰ σταματήσω αὐθαίρετα σ’ἕνα τυχαῖο σημεῖο, νὰ δεχτῶ ἀπὸ τύχης τὴ ζωὴ καὶ ἀπὸ τύχης τὸ θάνατο. Σκοτάδι γύρω μου πυκνό. Δὲν βλέπω. Ἄνισα σχήματα ποὺ διαψεύδονται μὲ τὸ πασπάτεμα τῆς ἁφῆς. Δὲν βρίσκω τὸν ἥρωα. Ὁ ἐρωτευμένος νέος στὸ παράθυρό μου φαίνεται γελοῖος. Θέλω νὰ μιλήσω μὲ δύναμη γιὰ νὰ μπορέσει νὰ κατορθωθεῖ ἡ ζωὴ στὸν τόπο μου. Προσφιλής μου πατρίδα, μόνο ἡ ζωή σου μπορεῖ νὰ δικαιώσει τὴ ζωή μου. Σύμβολα ὑψηλὰ καὶ μορφὴ ἀπαιτεῖ τὸ ἔργον. Ὄρθιος παλεύω. Ξεχωρίζω μόνο γεωμετρικὰ σχήματα. Οἱ κύβοι τῶν σπιτιῶν μίας πόλης ποὺ ἀνατράπηκε ἐκ βάθρων σὰν ἀπὸ σεισμό. Σκουντῶ μὲ τὸν ὦμο μου γυρεύοντας ν’ἀπομακρύνω τὸ σκοτάδι. Κουράζομαι, κουράζομαι. Θέλω ἕνα πέρασμα ὄχι μονάχα γιὰ τὸν ἑαυτό μου, ἰδιωτικό. Θέλω νὰ ξεπεράσω τὸ τυχαῖο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μοῦ προμηθέψει ἕναν μισὸ θάνατο, ποὺ νὰ μὴν εἶναι γιὰ ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό μου. Μέσα μου, ὅπως κάτω ἀπὸ μία πέτρα, ἀκοῦς τὸ νερὸ ὑπόγειου ποταμοῦ. Ἀκούγω ὁμιλία, ἱστορίες, τὴ ζωὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων μαζί. Ὀπισθοχωρῶ μὲ πληγές, ματωμένος, καταδικασμένος σὲ ἀδιέξοδο. Δὲν μπορῶ νὰ διακρίνω. Ἀνοίγω τὸ βιβλίο καὶ μελετῶ τὴ βιογραφία τοῦ Ρώσου Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ. Ζοῦσε ἀκριβῶς πρὶν ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια. Ἤθελε νὰ ὑμνήσει τὸν τόπο του, τὴν Ἁγία Πατρίδα, νὰ ξεπεράσει τὴν ὄψη τῆς δυστυχίας καὶ τοῦ κακοῦ ποὺ βλέπουμε, νὰ δώκει τὴν εἰκόνα τῆς χαρᾶς. Δὲν μπόρεσε. Ἔριξε στὴ φωτιὰ τὰ χαρτιά του. Μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του. Ξεκίνησε ὁδοιπόρος γιὰ τοὺς Ἅγιους Τόπους. Προσκυνητής, νηστευτής. Παρακαλεῖ νὰ τοῦ δοθεῖ ἡ χάρη. Ντρέπουμαι. Σκεπάζω μὲ τὶς παλάμες τὸ πρόσωπό μου. Πῶς τόλμησα καὶ θέλησα νὰ ὁμιλήσω ἐγώ; Ἀδερφέ μου, μὴ θελήσεις νὰ μὲ δεῖς. Ντρέπουμαι ποὺ φορῶ ροῦχα, πανταλόνι, πουκάμισο καὶ ἀναπαύουμαι σὲ ἄνετο κάθισμα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Άμπροουζ Μπηρς, «Ιστορίες Φαντασμάτων» (μετφρ. – επιμέλεια: Γιώργος Μπλάνας)

Η ΚΗ∆ΕΙΑ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΜΟΡΤΟΝΣΟΝ

Ο Τζον Μόρτονσον ήταν νεκρός. Είπε τα τελευταία λόγια του ρόλου του στην τραγωδία «Άνθρωπος», και βγήκε απ’ την σκηνή. Το σώµα του αναπαυόταν σ’ ένα φέρετρο από εξαιρετικό µαόνι, µε γυάλινο σκέπασµα. Οι ετοιµασίες για την κηδεία έγιναν τόσο προσεκτικά, ώστε όλοι όσοι γνώριζαν τον µακαρίτη, δεν είχαν καµιά αµφιβολία πως θα ήταν ικανοποιηµένος. Το πρόσωπό του, κάτω απ’ το γυαλί, δεν ήταν άσχηµο θέαµα. Χαµογελούσε ανεπαίσθητα, και καθώς ο θάνατος ήταν ανώδυνος, δεν έφερε άλλα σηµάδια από τα καλλωπιστικά ψιµύθια του γραφείου τελετών. Στις δύο µετά το µεσηµέρι, οι φίλοι είχαν κανονίσει να συναντηθούν για ν’ αποτίσουν τον ύστατο φόρο τιµής σε κάποιον που δεν είχε πια ανάγκη ούτε τους φίλους ούτε την τιµή. Οι επιζώντες της οικογενείας έρχονταν κάθε λίγο και λιγάκι, και θρηνούσαν πάνω από τον νεκρό που τους κοίταζε ατάραχος πίσω από το γυαλί του. ∆εν ήταν σωστό εκ µέρους τους. ∆εν του άρεσε του Τζον Μόρτονσον αυτό το πράγµα. Μα θανάτου παρόντος η λογική και η φιλοσοφία πάνε περίπατο. Καθώς πλησίαζαν οι δύο µετά το µεσηµέρι, οι φίλοι άρχισαν να καταφθάνουν, κι αφού πρώτα παρηγορούσαν τους τεθλιµµένους συγγενείς, όπως απαιτούσαν οι περιστάσεις, στέκονταν ένας-ένας σοβαροί στις θέσεις τους, δίπλα στο φέρετρο, συνειδητοποιώντας όλο και περισσότερο τον σηµαντικό ρόλο που έπαιζαν στην εξέλιξη της κηδείας. Ύστερα ήρθε ο Πάστορας, κι ως υπέρτατος ουράνιος φωστήρας, εξαφάνισε τα φώτα των µικρότερων αστέρων. Πίσω του ερχόταν η χήρα, της οποίας οι θρήνοι και οι οδυρµοί κατέκλυσαν την αίθουσα. Πλησίασε το φέρετρο, ακούµπησε το πρόσωπό της στο ψυχρό γυαλί, και ύστερα την οδήγησαν ευγενικά να καθίσει δίπλα στην θυγατέρα της. Ήσυχα-ήσυχα, αργά και πένθιµα ο άνθρωπος του Θεού ευλόγησε τον νεκρό. Η περίλυπη φωνή του έσµιγε µε τους υπόκωφους λυγµούς, που είχε αναλάβει να διεγείρει και να συντηρήσει. ∆υνάµωνε κι ησύχαζε η φωνή του, πήγαινε κι ερχόταν, σαν το κύµα που δέρνεται στην ακροθαλασσιά. Το λίγο φως που είχε αποµείνει, χανόταν κι αυτό σιγά-σιγά, καθώς νύχτωνε. Κι ο Πάστορας έλεγε, όλο έλεγε. Τα σύννεφα τράβηξαν την βαριά κουρτίνα τους στον ουρανό, κι οι πρώτες σταγόνες της βροχής ακούστηκαν να πέφτουν µε ορµή. Η φύση ολόκληρη έµοιαζε να θρηνεί για τον Τζον Μόρτονσον. Όταν τέλειωσε πια ο Πάστορας, κι άρχισαν να ψέλνουν, πήραν οι νεκροποµποί τις θέσεις τους γύρω στο φέρετρο. Κι όταν σταµάτησαν κι οι ψαλµοί, χύθηκε η χήρα καταπάνω στο φέρετρο και το αγκάλιασε κι έσκουξε υστερικά. Εν πάση περιπτώσει, κάποτε απελπίστηκε, ησύχασε, παραδόθηκε, και καθώς ο Πάστορας την αποµάκρυνε, το βλέµµα της έπεσε στο πρόσωπο του νεκρού, κάτω απ’ το γυαλί. Σήκωσε τα χέρια της, ούρλιαξε και σωριάστηκε λιπόθυµη. Οι συγγενείς όρµησαν προς το φέρετρο, οι φίλοι ακολούθησαν, και καθώς το ρολόι του τζακιού σήµαινε µε επισηµότητα τρεις ακριβώς, κοίταξαν όλοι µαζί τον µακαρίτη, τον Τζον Μόρτονσον. Υποχώρησαν, αηδιασµένοι, ζαλισµένοι. Κάποιος, στην προσπάθειά του ν’ αποφύγει το απαίσιο θέαµα, χτύπησε πάνω στο φέρετρο, ρίχνοντας ένα από τα στηρίγµατά του. Το φέρετρο ανετράπη, έσκασε στο πάτωµα, και το γυάλινο σκέπασµα έγινε κοµµάτια. Από το ανοιχτό φέρετρο πρόβαλε η γάτα του Τζον Μόρτονσον. Πήδηξε τεµπέλικα στο πάτωµα, κάθισε στα πίσω πόδια της, σκούπισε γαλήνια την καταµατωµένη µουσούδα της µε την πατούσα της, κι ύστερα βγήκε από την αίθουσα µε βήµα γεµάτο επιβλητική αξιοπρέπεια.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ιωσήφ Πρίντεζης, «Είναι βραδιές» (ποίηση: Ναπολέων Λαπαθιώτης)

`

Είναι βραδιές που φέρνω γύρα

κάποιο δρομάκι αποσπερνό

ζητώντας ότι έχω χαμένο

μήπως το βρω, καθώς περνώ,

`

και μη μπορώντας να υποφέρω

τη σκέψη που με τυραννεί

κοιτάζω, για παρηγοριά μου,

το φως που στέλνουν οι ουρανοί.

`

 

Κι είναι ώρες πάλι που γυρίζω,

μονάχος, όλη τη βραδιά

σαν ένας που θα περπατούσε

μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά

`

κι άλλες ακόμα πιο μονάχες,

που παίρνω αγάλια το στρατί,

κι η ζωή μου μοιάζει πεθαμένο,

που μες στη νύχτα περπατεί…

`

*****************************

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Από τη “Νέα Εποχή”, τεύχος 165-166 1984, σσ. 124-131

 

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΕΔΩ:  https://www.sarantakos.com/liter/lapathiotis/neaepoxh.html

 

`

Για να βιογραφήσεις ένα λογοτέχνη που έρχεται από τον περασμένο αιώνα, ή από τις αρχές του δικού μας, είσαι αναγκασμένος να διασχίσεις μια ιστορία λογοτεχνίας γεμάτη εναλλαγές. Πλήθος ιδεολογικά και λογοτεχνικά κινήματα διαγωνίζονται ποιο να επικρατήσει το ένα πάνω στο άλλο, για τη διαμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών συνειδήσεων των ανθρώπων της εποχής. Ο άνθρωπος είναι ιστορία. Σε μια πορεία πενήντα χρόνων αλλάζει συνεχώς ιδέες, συνείδηση, αισθητικές αντιλήψεις, συνήθως προς τα μπρος αλλά και προς τα πίσω. Αυτό εξαρτάται κάθε φορά από το ποιες κοινωνικές δυνάμεις βρίσκονται στο προσκήνιο, από το συσχετισμό τους.

Η Ελλάδα ως το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου ήταν μια ήρεμη κλειστή θάλασσα. Κάπου κάπου κάποιος σφοδρότερος αέρας την αναστάτωνε στιγμιαία, προκαλούσε μερικές αλλαγές και πάλι ξανάβρισκε τη γαλήνη της. Έτσι συνέβηκε με το κίνημα στο Γουδί το 1909, έτσι και με την αγροτική ανταρσία στη Θεσσαλία το 1910, με την κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη το 1916. Η πάλη περιορίζονταν μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης, η οποία άλλωστε λόγω της εξάρτησης της χώρας από τους ξένους, ήταν τόσο αναιμική. Η εργατική τάξη, κυρίως χειρονακτική, – αφού έλειπε η βιομηχανία -, συγχέονταν με την τεράστια μάζα της φτωχολογιάς των πόλεων και της υπαίθρου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Διηγήματα», (μετφρ. Μαρία- Λουίζα Κωνσταντινίδου), εκδ. Κοροντζή, 1980

Ο ΜΑΝΔΥΑΣ ΤΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ (Απόσπασμα)

Ο Τζιορντάνο Μπρούνο, ο άνθρωπος απ’ τη Νόλα, που οι ιεροεξεταστές της Ρώμης των καταδικάσανε στην πυρά το 1600, κατά γενική ομολογία, ήταν ένα μεγάλο πνεύμα, όχι μόνο για τις τολμηρές κι από τότες αποδειγμένες υποθέσεις του σχετικά με τις κινήσεις των άστρων, αλλά και για τη θαρραλέα στάση του απέναντι στους δικαστές της Ιερής Εξέτασης, ώστε να τους πει: «Αναγγέλλετε την καταδικαστική απόφαση εναντίον μου ίσως με μεγαλύτερο φόβο, απ’ ό,τι εγώ που την ακούω». Διαβάζοντας κανείς τα γραφτά του και ρίχνοντας και μια ματιά στη ζωή του, δεν μπορεί να μην το θεωρήσει πραγματικά μεγάλον άνθρωπο. Υπάρχει, εξάλλου, ένα περιστατικό που ανεβάζει την εκτίμησή μας για τον Μπρούνο. Είναι η ιστορία του μανδύα του.

Πρέπει να μάθουν όλοι πως έπεσε στα χέρια της Ιερής Εξέτασης. Ένας πατρίκιος της Βενετίας, ο γνωστός Μο- τσενίγο, εκάλεσε το σοφό στο παλάτι του να του διδάξει τη Φυσική και τη Μνημοτεχνική. Τον φιλοξένησε μερικούς μήνες στο’ αρχοντικό και σ’ αντάλλαγμα πήρε τα συμφωνημένα μαθήματα. Στη θέση όμως της μύησης στη μαύρη μαγεία που επιθυμούσε ο πατρίκιος, ο Μπρούνο του εδίδαξε φυσική επιστήμη, που τον δυσαρέστησε πολύ γιατί όλα τούτα που διδάχτηκε δεν τον ωφελούσαν σε τίποτα. Τα όσα ξόδεψε για το φιλοξενούμενο του, τον κάνανε να μετανιώσει. Πολλές φορές τον παρακάλεσε στα σοβαρά, να του γνωρίσει επιτέλους τις μυστικές και τόσο κερδοφόρες γνώσεις που οπωσδήποτε έπρεπε να κατέχει ένας τόσο σπουδαίος άντρας. Όταν όμως είδε πως δεν καρποφόρησαν οι ικεσίες του, τον κατάγγειλε με γράμμα του στην Ιερή Εξέταση. Στο γράμμα του έγραψε: Αυτός ο αχάριστος άνθρωπος μίλησε μπροστά του άσχημα για τον Ιησού Χριστό, για τους μοναχούς ότι είναι γαϊδούρια κι ότι απο- κουταίνουν το λαό. Εξόν απ’ αυτό έχει τη γνώμη, ότι, αντίθετα μ’ αυτά που γράφει η Βίβλος, δεν υπάρχει μονάχα ένας Ήλιος, αλλά αμέτρητοι κ.λπ., κ.λπ. Αυτός, ο Μοτσενΐγο, τον έκλεισε στο υπόγειο του σπιτιού και παρακαλεΐ, όσο γρηγορότερα γίνεται, να τον πάρουν οι υποτακτικοί τους. Οι υπάλληλοι της Ιερής Εξέτασης πήγαν μέσα στην άγρια νύχτα, προτού περάσει η Κυριακή και ξημερώσει η Δευτέρα, πιάσανε το σοφό δάσκαλο και τον έκλεισαν στα μπουντρούμια της Ιερής Εξέτασης.

Αυτό έγινε τη Δευτέρα, στις 25 του Μάη του 1592, τρεις η ώρα το πρωί. Απ’ αυτή τη μέρα ίσαμ’ εκείνη που ανέβηκε στο σωρό τα ξύλα της πυράς, στις 17 του Φλεβάρη 1600, ο άνθρωπος απ’ τη Νόλα δεν εβγήκε απ’ τη φυλακή του. Μέσα σε τούτα τα οκτώ χρόνια που κράτησε η τρομερή του δίκη, ο Τζορντάνο Μπρούνο αγωνίστηκε ακούραστα για τη ζωή του, ωστόσο ο αγώνας που έκανε τον πρώτο χρόνο στη Βενετία, για να μη μεταφερθεί στη Ρώμη, στάθηκε κι ο πιο απογοητευτικός. Αυτήν ακριβώς την εποχή εξυφαίνεται κι η ιστορία με το μανδύα του. Το χειμώνα του 1592, τότες που έμενε σε ξενοδοχείο, είχε παραγγείλει ένα χοντρό μανδύα στο ράφτη Γκαμπριέλε Τσούντο. Όταν τον πιάσανε ο μανδύας δεν είχε πληρωθεί ακόμα. Μόλις μαθεύτηκε η σύλληψη του Μπρούνο, ο ράφτης έτρεξε στο σπίτι του Μοτσενίγο, στη συνοικία του Αγίου Σαμουήλ, να δώσει το λογαριασμό. Ήταν αργά πια. Ένας απ’ τους υπηρέτες του κ. Μοτσενίγο τον έδιωξε, «αρκετά πληρώσαμε γι* αυτόν τον απατεώνα!», φώναξε δυνατά, στο κεφαλόσκαλο όπου βρισκόταν, τόσο που μερικοί περαστικοί σταμάτησαν ν’ ακούσουν. «Πηγαίνετε το γρηγορότερο στο Δικαστήριο της Αγίας Έδρας και πέστε τους ότι έχετε λογαριασμούς απλήρωτους απ’ αυτόν τον απατεώνα». Ο ράφτης τα ’χασε και τρομοκρατήθηκε. Κάτι αλητάκια άκουσαν τα λόγια ετούτα κι ένα από δαύτα, γεμάτος πληγές, κουρελιάρης πιτσιρίκος, τόνε πετροβόλησε από πίσω. Μια φτωχοντυμένη γυναικούλα βγήκε απ’ την πόρτα της και του άστραψε ένα γερό χαστούκι, αλλά ο Τσούντο, γέρος άνθρωπος, κατάλαβε πως ήταν πολύ επικίνδυνο «να ’χει να κάνει μ’ ένα αντικοινωνικό άτομο».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Γύφτουλας, «Το Πάρτι» [από την ακυκλοφόρητη συλλογή διηγημάτων, «Αύριο είναι μονάχα Κυριακή»]

 

 

        Tο πάρτι είχε κανονιστεί από καιρό για τα καλά κι όλα ήταν έτοιμα για να ξεκινήσει.  Έπιπλα και σερβίτσια είχαν φύγει απ’ τη θέση τους,  ο μπουφές είχε στρωθεί με τα ποτά  και ο κος Τυπέογλου, σαν γνήσιος εραστής της γλώσσας, των κοινωνικών δικτύων και του τηλεφώνου, είχε κάνει τα πάντα για να μαζέψει κόσμο γύρω του.

Ο ντι τζει της βραδιάς, γνωστός σ’ όλους κι ως κύριος «Τριλαλό», σηκώθηκε από νωρίς εκείνο το πρωί, μένοντας ευσυνείδητα έξω από τον κόσμο τούτο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Αφού πήρε τον καφέ του  στην  παραλιακή ως γνήσιος νάρκισσος, παραδόθηκε αμέριμνος, στη ρέμβη του εαυτού του.

Στις δέκα παρά τέταρτο το βράδυ, ο «Τρι Λα Λο» βγήκε από τη σκάλα του διαμερίσματος του, παρασέρνοντας στο διάβα του ό,τι έβρισκε μπροστά του μισοπιωμένος, μέχρι που έφθασε στο πλατύσκαλο, έξω από τη πόρτα του  διαμερίσματος όπου θα έπαιζε. Χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως·  θόρυβος και  εικόνες  από τον κόσμο που τον περίμενε εναγωνίως, όρμησαν καταπάνω του.

Στο πάρτι, ήταν όλοι: ο τραπεζίτης, ο αλάνης, ο αλμπάνης, ο μπουχέσας, ο καλλιτέχνης, ο των δημοσίων σχέσεων, ο γκόμενος,  ο γκέι,  ο επιχειρηματίας,  ο  ρουτίνας,  ο Χρήστος,  το τεκνό, ο Άγης, το ώριμο τεκνό,  ο Πατήρ Γλυφούλιος, κάποιες φοιτήτριες, μια στραβή, δυο δημοσιογράφοι και η Βένια!!  Και ως συνήθως, μερικές άσχετες, έτσι για να υπάρχει εφεδρεία. Γιατί πώς να το κάνουμε· πάρτι γίνεται, κι όταν γίνεται ένα πάρτι,  όλο και κάτι στραβό μπορεί να συμβεί.

Οι περισσότεροι από τους καλεσμένους δεν γνωρίζονταν ούτε  με τα  μικρά τους ονόματα. Όμως αυτό που τους ένωνε, ήταν η μουσική τού μουσικού τους μάστορα «Τρι Λα Λο». Αλλά και κάτι παραπάνω: η δύναμη του αλκοόλ. Γιατί για τη γενιά του αλκοόλ, η αλκοόλη ήταν ότι το  καύσιμο για το κινητήρα. Χωρίς αυτό δεν υπήρχε ζωή. Ενέργεια καμιά.  Διάθεση κλάφτα. Από τη στιγμή όμως που κάποιο χέρι  κρατούσε ένα ποτήρι, τότε όλα ήταν πιθανά.  Κάτι σαν μολυσματική ασθένεια. Σαν ίωση γενική.  Κι όλα τ’ άλλα, απλώς, «υπόλοιπα». Για τα υπόλοιπα, εκείνη τη βραδιά, υπεύθυνο ήταν το μαγικό  χέρι του Τριλαλό.

Διαβάστε περισσότερα