Ο ΜΑΝΔΥΑΣ ΤΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ (Απόσπασμα)
Ο Τζιορντάνο Μπρούνο, ο άνθρωπος απ’ τη Νόλα, που οι ιεροεξεταστές της Ρώμης των καταδικάσανε στην πυρά το 1600, κατά γενική ομολογία, ήταν ένα μεγάλο πνεύμα, όχι μόνο για τις τολμηρές κι από τότες αποδειγμένες υποθέσεις του σχετικά με τις κινήσεις των άστρων, αλλά και για τη θαρραλέα στάση του απέναντι στους δικαστές της Ιερής Εξέτασης, ώστε να τους πει: «Αναγγέλλετε την καταδικαστική απόφαση εναντίον μου ίσως με μεγαλύτερο φόβο, απ’ ό,τι εγώ που την ακούω». Διαβάζοντας κανείς τα γραφτά του και ρίχνοντας και μια ματιά στη ζωή του, δεν μπορεί να μην το θεωρήσει πραγματικά μεγάλον άνθρωπο. Υπάρχει, εξάλλου, ένα περιστατικό που ανεβάζει την εκτίμησή μας για τον Μπρούνο. Είναι η ιστορία του μανδύα του.
Πρέπει να μάθουν όλοι πως έπεσε στα χέρια της Ιερής Εξέτασης. Ένας πατρίκιος της Βενετίας, ο γνωστός Μο- τσενίγο, εκάλεσε το σοφό στο παλάτι του να του διδάξει τη Φυσική και τη Μνημοτεχνική. Τον φιλοξένησε μερικούς μήνες στο’ αρχοντικό και σ’ αντάλλαγμα πήρε τα συμφωνημένα μαθήματα. Στη θέση όμως της μύησης στη μαύρη μαγεία που επιθυμούσε ο πατρίκιος, ο Μπρούνο του εδίδαξε φυσική επιστήμη, που τον δυσαρέστησε πολύ γιατί όλα τούτα που διδάχτηκε δεν τον ωφελούσαν σε τίποτα. Τα όσα ξόδεψε για το φιλοξενούμενο του, τον κάνανε να μετανιώσει. Πολλές φορές τον παρακάλεσε στα σοβαρά, να του γνωρίσει επιτέλους τις μυστικές και τόσο κερδοφόρες γνώσεις που οπωσδήποτε έπρεπε να κατέχει ένας τόσο σπουδαίος άντρας. Όταν όμως είδε πως δεν καρποφόρησαν οι ικεσίες του, τον κατάγγειλε με γράμμα του στην Ιερή Εξέταση. Στο γράμμα του έγραψε: Αυτός ο αχάριστος άνθρωπος μίλησε μπροστά του άσχημα για τον Ιησού Χριστό, για τους μοναχούς ότι είναι γαϊδούρια κι ότι απο- κουταίνουν το λαό. Εξόν απ’ αυτό έχει τη γνώμη, ότι, αντίθετα μ’ αυτά που γράφει η Βίβλος, δεν υπάρχει μονάχα ένας Ήλιος, αλλά αμέτρητοι κ.λπ., κ.λπ. Αυτός, ο Μοτσενΐγο, τον έκλεισε στο υπόγειο του σπιτιού και παρακαλεΐ, όσο γρηγορότερα γίνεται, να τον πάρουν οι υποτακτικοί τους. Οι υπάλληλοι της Ιερής Εξέτασης πήγαν μέσα στην άγρια νύχτα, προτού περάσει η Κυριακή και ξημερώσει η Δευτέρα, πιάσανε το σοφό δάσκαλο και τον έκλεισαν στα μπουντρούμια της Ιερής Εξέτασης.
Αυτό έγινε τη Δευτέρα, στις 25 του Μάη του 1592, τρεις η ώρα το πρωί. Απ’ αυτή τη μέρα ίσαμ’ εκείνη που ανέβηκε στο σωρό τα ξύλα της πυράς, στις 17 του Φλεβάρη 1600, ο άνθρωπος απ’ τη Νόλα δεν εβγήκε απ’ τη φυλακή του. Μέσα σε τούτα τα οκτώ χρόνια που κράτησε η τρομερή του δίκη, ο Τζορντάνο Μπρούνο αγωνίστηκε ακούραστα για τη ζωή του, ωστόσο ο αγώνας που έκανε τον πρώτο χρόνο στη Βενετία, για να μη μεταφερθεί στη Ρώμη, στάθηκε κι ο πιο απογοητευτικός. Αυτήν ακριβώς την εποχή εξυφαίνεται κι η ιστορία με το μανδύα του. Το χειμώνα του 1592, τότες που έμενε σε ξενοδοχείο, είχε παραγγείλει ένα χοντρό μανδύα στο ράφτη Γκαμπριέλε Τσούντο. Όταν τον πιάσανε ο μανδύας δεν είχε πληρωθεί ακόμα. Μόλις μαθεύτηκε η σύλληψη του Μπρούνο, ο ράφτης έτρεξε στο σπίτι του Μοτσενίγο, στη συνοικία του Αγίου Σαμουήλ, να δώσει το λογαριασμό. Ήταν αργά πια. Ένας απ’ τους υπηρέτες του κ. Μοτσενίγο τον έδιωξε, «αρκετά πληρώσαμε γι* αυτόν τον απατεώνα!», φώναξε δυνατά, στο κεφαλόσκαλο όπου βρισκόταν, τόσο που μερικοί περαστικοί σταμάτησαν ν’ ακούσουν. «Πηγαίνετε το γρηγορότερο στο Δικαστήριο της Αγίας Έδρας και πέστε τους ότι έχετε λογαριασμούς απλήρωτους απ’ αυτόν τον απατεώνα». Ο ράφτης τα ’χασε και τρομοκρατήθηκε. Κάτι αλητάκια άκουσαν τα λόγια ετούτα κι ένα από δαύτα, γεμάτος πληγές, κουρελιάρης πιτσιρίκος, τόνε πετροβόλησε από πίσω. Μια φτωχοντυμένη γυναικούλα βγήκε απ’ την πόρτα της και του άστραψε ένα γερό χαστούκι, αλλά ο Τσούντο, γέρος άνθρωπος, κατάλαβε πως ήταν πολύ επικίνδυνο «να ’χει να κάνει μ’ ένα αντικοινωνικό άτομο».
Έφυγε γρήγορα στρίβοντας την πρώτη γωνιά και κάνοντας ολάκερο κύκλο για το σπίτι του. Στη γυναίκα του δεν είπε τίποτα για την ατυχία του κι εκείνη απορούσε για τα κατεβασμένα μούτρα του όλη τη βδομάδα. Αλλά στην 1 του Ιούνη ανακάλυψε, κάνοντας έλεγχο στους λογαριασμούς του, ότι ένας μανδύας δεν είχε πληρωθεί ακόμα κι ότι ανήκε σ’ έναν άνθρωπο απ’ τη Νόλα, που τ’ όνομά του ψιθυριζό- ταν απ’ όλα τα στόματα της πόλης. Λεγόντουσαν οι πιο φοβερές ψευτιές για το πόσο κακός ήταν. Όχι μονάχα το γάμο είχε πετάξει στη λάσπη στα βιβλία του και στις συζητήσεις του, αλλά και το Χριστό τόνε χαρακτήριζε τσαρλατάνο κι έλεγε τα πιο ακαταλόγιστα πράγματα για τον Ήλιο. Εύλογο λοιπόν που δεν επλήρωσε και το χρέος του. Η καλή γυναίκα δεν είχε καμιά διάθεση να χάσει τα λεφτά της. Μετά από ένα γερό καυγά με τον άντρα της η εβδομηντάρα γυναίκα πήγε με τα κυριακάτικά της στην Αγία Έδρα και ζήτησε επίμονα τα τριανταδύο της σκούδα, που της χρωστούσε ο αιρετικός. Ο υπάλληλος με τον οποίο μιλούσε, σημείωσε την απαίτησή της και της υποσχέθηκε να τη φροντίσει. Ο Τσούντο πήρε γρήγορα μια κλήση να πάει στο τρομερό οίκημα. Μ’ έκπληξή του όμως έμαθε πως δεν τον κάλεσαν σε ακρόαση, αλλά μονάχα ότι να ’χει υπόψη του πως μόλις τακτοποιήσουν τις οικονομικές εκκρεμότητες με τον εγκάθειρκτο θα λογαριαζόταν κι η δική του υπόθεση. Στο τέλος ο υπάλληλος του ’δωσε να καταλάβει πως δεν άπρεπε να περιμένει και πολλά πράματα. Ο γέρο-ράφτης ωστόσο ένιωθε πολύ ευχαριστημένος που έφυγε με δίκαιες υποσχέσεις. Η γυναίκα του όμως δεν ικανοποιήθηκε.
Με το να στερούνταν ο άντρας της το βραδινό του πιοτό και να ράβει ως αργά τη νύχτα δεν έφτανε να καλύψει τη χασούρα. Είχαν χρέη στον υφασματέμπορο που έπρεπε να πληρωθούν. Φώναζε μέσα στην κουζίνα και την αυλή ότι είναι αίσχος να φυλακίζουν έναν κακοποιό χωρίς να ’χει πληρώσει τις οφειλές του. Στην ανάγκη θα πάει μέχρι τον Άγιο Πατέρα στη Ρώμη για να πάρει τα 32 της σκούδα. «Δε χρειάζεται μανδύα στην πυρά», φώναζε. Διηγήθηκε στον εξομολόγο της τα όσα τους συνέβησαν. Αυτός τη συμβούλεψε να ζητήσει να της δοθεί τουλάχιστον ο μανδύας. Αναγνώρισε βέβαια την κατανόηση που έδειξε ο υπάλληλος, ό’τι είναι δίκαιη η απαίτησή της και της εξήγησε ωμά ότι αυτό δεν την ωφελούσε, αφού ο μανδύας ήταν φορεμένος και ραμμένος σ’ ορισμένα μέτρα. Τι να τον έκανε; Τα λεφτά ήθελε. Κι επειδή μιλούσε με νευρικότητα απ’ την ταραχή της, ο ιερωμένος την έβγαλε έξω. Αυτό την έφερε τα συγκαλά της για λίγο και για μερικές βδομάδες ηρέμησε. Καινούργια νέα απ’ το κτίριο της Ιερής Εξέτασης δεν ακούστηκαν για την περίπτωση του αιρετικού. Ωστόσο παντού ψιθυρίζονταν ότι κατά τις ανακρίσεις δημιουργούνταν απαράδεκτα σκάνδαλα. Η γριά άκουγε άπληστα όλο αυτό το κουτσομπολιό. Μεγάλος καημός όταν εμάθαινε πως η υπόθεση του αιρετικού δεν πήγαινε καλά. Δεν θα ’βγαίνε πια απ’ τη φυλακή κι έτσι δεν θα μπορούσε να πληρώσει τα χρέη του. Δεν κοιμόταν τις νύχτες και τον Αύγουστο που η μεγάλη ζέστη παράλυσε το νευρικό της σύστημα, άρχισε να φωνάζει μπροστά στον κόσμο μέσα στα μαγαζιά τα παράπονά της με μεγάλη ευφράδεια. Κατάγγελνε, ότι οι εκκλησιαστικοί πατέρες έκαμαν μεγάλο αμάρτημα περιφρονώντας τα δίκαια αιτήματα του φτωχού βιοπαλαιστή. Οι φόροι ήταν αβάσταχτοι και το ψωμί τελευταία είχε ακριβύνει. Ένα πρωινό, κάποιος υπάλληλος της Αγίας Έ δρας την εκάλεσε εκεί για να την απειλήσει να σταματήσει τις κακολογίες της. Την ερώτησαν αν δεν ντρέπεται να εκθέτει με τις φλυαρίες της μια τόσο σοβαρή υπόθεση της θρησκείας, για λίγα σκούδα. Και της δώσανε να καταλάβει πως υπάρχουν πολλά σωφρονιστικά μέσα γι’ ανθρώπους της νοοτροπίας της. Για λίγο καιρό αυτή η απειλή έπιασε τόπο, παρ’ όλο που ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι της όταν σκεφτόταν τα λόγια του υπαλλήλου «για μερικά σκούδα».
Το Σεπτέμβρη, ο Μέγας Ιεροεξεταστής της Ρώμης ζήτησε τη μεταφορά του πολίτη της Νό- λας. Οι συντεχνίες δεν δέχονταν να εξαρτιώνται απ’ τα Δικαστήρια της Ρώμης. Όλοι ξεσηκώθηκαν για τούτη τη μεταφορά. Η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν έξω φρενών. Τι, θα στέλνανε τώρα τον αιρετικό στη Ρώμη, δίχως να πληρώσει τα χρέη του; Αυτό ήταν τ’ αποκορύφωμα! Δεν επρόφθασε ν’ ακούσει την είδηση και χωρίς να βάλει απάνω της ένα ρούχο της προκοπής, έτρεξε στην Αγία Έδρα. Αυτή τη φορά τη δέχτηκε ένας ανώτερος κληρικός. Αυτός, παράξενα, της φέρθηκε με πιό- * τερην υπομονήν. Είχε περίπου τα χρόνια της κι άκουσε το σκοπό της ήρεμα και με προσοχή. Ό ταν τέλειωσε τη ρώτησε, μετά από μικρή παύση, αν ήθελε η ίδια να μιλήσει στον Μπρούνο. Η γριά συμφώνησε αμέσως. Κανόνισαν τη συνάντηση για την άλλη μέρα. Το πρωί βρέθηκε κοντά σ’ έναν κοντόσωμο, αδύνατο ανθρωπάκο μ’ αραιό, μουντό γένι, σ’ ένα στενό κελί με σιδερόφραχτο παράθυρο, που τη ρώτησε ευγενικά τι τον ήθελε. Τον είχε ξαναδεί τότες στην πρόβα και θυμόταν καλά το πρόσωπό του, τούτη τη φορά όμως δυσκολεύτηκε να τον αναγνωρίσει. Τον είχαν αλλάξει, φανερά, οι ταλαιπωρίες απ’ τις ανακρίσεις. Του πέταξε αμέσως: «Το μανδύα δεν τον πληρώσατε!» Την εκοίταξε μερικά δευτερόλεπτα ξαφνιασμένος. Μετά θυμήθηκε και με σιγανή φωνή τη ρωτάει: «Τι σας χρωστάω;» «32 σκούδα», είπε «τον είχατε πάρει το λογαριασμό». Ο Μπρούνο στράφηκε προς τον αψηλό, χοντρό επιστάτη, που παρακολουθούσε τη συνομιλία τους και των ερώτησε, πόσα χρήματα μαζί με ό,τι άλλα ατομικά του είδη υπάρχουν στα γραφεία της Αγίας Έ δρας. Ο επιστάτης δεν ήξερε, υποσχέθηκε όμως να το ερευνήσει.
«Τι κάνει ο σύζυγός σας;» ρώτησε ο φυλακισμένος τη γριά, σαν να ’χε τακτοποιηθεί το ζήτημα και να ’χει η επίσκεψη κανονικό χαρακτήρα. Κι η γριά παραξενεμένη για τη φιλικότητα του κοντόσωμου ανθρώπου, μουρμούρισε πως είναι καλά ο άντρας, αλλά παραπονιέται για τα αρθριτικά που τον παιδεύουν. Μετά από δυο μέρες ξαναπήγε στο κτίριο της Αγίας Έδρας, δίνοντας έτσι λίγο καιρό να τακτοποιήσει την υπόθεση. Αυτό ήταν και το σωστό. Πήρε την άδεια επίσκεψης. Έπρεπε όμως να περιμένει πάνω από δυο ώρες μέσα στο στενάχωρο δωματιάκι με τα καγκελόφραχτα παράθυρα, γιατί ο Μπρούνο ήταν στην ανάκριση. Γύρισε κι ήταν εξουθενωμένος. Κι επειδή δεν υπήρχε καρέκλα ακούμπησε στον τοίχο και μπήκε αμέσως στο θέμα. Της είπε μ’ αδύναμη φωνή ότι δυστυχώς δεν είχε τη δυνατότητα να πληρώσει το μανδύα. Εκτός απ’ τα μικροαντικείμενα που είχε αφήσει, δεν εβρέθηκαν χρήματα, αλλά να μην απελπίζεται. Θυμήθηκε ότι κάποιος τυπογράφος στη Φρανκφούρτη, που ετύπωνε τα βιβλία του, του χρωστάει ακόμα λίγα χρήματα. Θα του γράψει λοιπόν, εάν του το επιτρέψουν. Θα ζητήσει αύριο κιόλας την άδεια. Σήμερα δεν ετόλμησε να το κάνει, γιατί η ατμόσφαιρα δεν ήταν και τόσο κατάλληλη. Μπορεΐ να χειροτέρευε την κατάσταση.









