Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Emily Dickinson και Μελισσάνθη, Η πρώτη μετάφραση (γράφει η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου)

Η Αμερικανίδα ποιήτρια Emily Dickinson (1830-1886) δεν θεωρείται πλέον μία άγνωστη για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Ακόμα κι όσοι δεν την έχουνε διαβάσει, γνωρίζουν ότι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της κλεισμένη σε ένα δωμάτιο, γράφοντας ποιήματα που δεν εξέδωσε εν ζωή. Η αλήθεια είναι ότι η ιστορία που ακολούθησε για τηνέκδοσης του έργου της, αποδεικνύεται ενίοτε τόσο συναρπαστική όσο και τα ίδια της τα γραπτά. Χρειάστηκε να ξεπεραστούν πολλές αλλοιώσεις και παρερμηνείες ώστε να μπορούμε σήμερα να έχουμε μία πιο ξεκάθαρη εικόνα του τι πραγματικά έγραψε.
Στην Ελλάδα, η πρώτη ανθολογία 54 επιλεγμένων ποιημάτων της παρουσιάστηκε από τη Μελισσάνθη το 1980. Έκτοτε αρκετοί ακολούθησαν, έντεκα τον αριθμό, με τελευταίο τον Γιώργο Πρίμπα το 2020. Εξετάζοντας αποκλειστικά τον αριθμό των μεταφραστών, θα μπορούσαμε εύλογα να υποθέσουμε ότι πρόκειται για μία εκτενώς μεταφρασμένη ποιήτρια όπου το μεγαλύτερο μέρος του έργου της έχει προσεγγιστεί. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη.
Η Emily Dickinson έγραψε περίπου 1800 ποιήματα. Το φως της δημοσιότητας είδαν σε κάποια περιοδικά, ανώνυμα, ελάχιστα από αυτά. Η μόνη επιμέλεια που δέχτηκε αυτός ο μεγάλος όγκος των ποιημάτων ήταν από την ποιήτρια που τα δούλευε ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια. Αν και μοιράστηκε πολλά από αυτά μέσω επιστολών με φίλους ή συγγραφείς που θαύμαζε, σπάνια έκανε κάποια αλλαγή με βάση τις υποδείξεις τους. Μέσα σε αυτά τα 1800 ποιήματα ξεδίπλωσε τις αμέτρητες πτυχές της προσωπικότητάς της, υιοθετώντας προσωπεία, σχολιάζοντας τον κόσμο, τη φύση, τον θάνατο και το Θεό. Αυτό που πρέπει μονίμως να κρατάμε κατα νου είναι ότι της άρεσε ιδιαίτερα να φάσκει και να αντιφάσκει. Σε ένα ποίημα ήταν η Αυτοκράτειρα του Γολγοθά, η Βασίλισσα με το χρυσό Διάδημα και στο επόμενο το ταπεινό λουλούδι που κάθεται στα πόδια του αγαπημένου της και παρακαλάει για την ελάχιστη προσοχή του. Στη μία περίπτωση αμφισβητούσε την ύπαρξη του Παραδείσου, ακόμα και του ίδιου του Θεού, ενώ στην επόμενη δήλωνε ότι γνωρίζει πως αυτό υπάρχει. Πολλές οι εξηγήσεις για τη συγκεκριμένη τάση. Το πιο πιθανό είναι ότι ακριβώς λόγω της απουσίας κάποιας έκδοσης, επιμέλειας και κριτικής, της επιτράπηκε να επιστρέφει ξανά και ξανά στα θέματα που την απασχολούσαν, να στοχάζεται πάνω σε αυτά και να διατυπώνει κάθε φορά τις σκέψεις της, όσο αντιφατικές κι αν ήταν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βασίλης Αλεξάκης (1943- 2020), «Η μητρική γλώσσα», εκδ. Εξάντας, 1995

[…] Χαζεύω τις καρτποστάλ σ’ ένα περίπτερο. Είναι ο μόνος τρόπος, με τέτοιον καιρό, να δω την πόλη. Βλέπω ένα τζαμί με το μιναρέ του πάνω σ’ ένα βραχώδες ύψωμα προστατευμένο από ένα ημιερειπωμένο τείχος. Σε ορισμένες φωτογραφίες το τζαμί αντανακλάται στα νερά της λίμνης. Βλέπω ένα καλντερίμι με παράγκες σιδεράδων. Δεν αποκλείεται να είναι το δρομάκι απ’ όπου πέρασα πριν από λίγο με τον Κώστα. Υπάρχει ένα νησάκι στη λίμνη. Δεν θ’ αργήσω να το επισκεφθώ, το κοιτάζω όμως κι αυτό προσεκτικά. Είμαι βέβαιος ότι θα το βρω τυλιγμένο στην ομίχλη. Ο Αλή Πασάς καπνίζει ένα τσιμπούκι. Ξέρω ότι υπέφερε από τα μάτια του κι ότι φορούσε μπλε γυαλιά. Ξανά ο Αλή Πασάς σε μια βάρκα. Ο Αλή Πασάς και η γυναίκα του, η Κυρά Βασιλική. Την παντρεύτηκε αφού ξεπάστρεψε τη Φροσύνη. Ήταν κι η Βασιλική πολύ όμορφη. Τα μαλλιά της έφταναν μέχρι τα γόνατά της. Ο σημαντικότερος ηγέτης που γνώρισε η πόλη ήταν λοιπόν Αλβανός. Τα τουριστικά φυλλάδια που διάβασα τον εξυμνούν και τον αποδοκιμάζουν ταυτοχρόνως. Τον χαρακτηρίζουν δόλιο, αιμοβόρο, αναγνωρίζουν όμως ότι έδωσε πρωτοφανή ισχύ στην Ήπειρο κι ότι η ρήξη του με το σουλτάνο ευνόησε τα σχέδια των επαναστατημένων Ελλήνων. Τον αποκαλούν «το λιοντάρι της Ηπείρου». Κατά τους Έλληνες σχολιαστές, μία από τις πιο εύστοχες αποφάσεις του Αλή ήταν να παντρευτεί Ελληνίδα. Ξέρω ότι η Βασιλική έγινε αλκοολική μετά το θάνατό του.

Τα νερά της λίμνης είναι ήσυχα. Καθρεφτίζουν την ομίχλη που, λίγο πιο πέρα, ακουμπά επάνω τους σαν να θέλει να δροσιστεί. Η ορατότητά μου σταματά στα δύο μέτρα. Από το σημείο που κάθομαι, στο πίσω μέρος της βενζίνας, ίσα-ίσα διακρίνω τους επιβάτες που στέκονται στην πλώρη. Μου φέρνουν στο νου τις σκιές που μεταφέρει ο Χάρων με τη βάρκα του από τη μια όχθη του Αχέροντα στην άλλη. Φαντάζομαι ότι τα νερά του ποταμού θα έχουν το ίδιο γκρίζο χρώμα με τα νερά της λίμνης και ότι θα είναι μονίμως σκεπασμένα από ομίχλη. «Υπάρχει σίγουρα κάποιο εμπόδιο ανάμεσα στις δύο όχθες, που δεν σου επιτρέπει να δεις απέναντι». Καλαμιές ξεφυτρώνουν μέσα από τα νερά, ολόισιες σαν ακόντια ενός καταποντισμένου στρατού. Μια αγριόπαπια αφήνει τα κυματάκια που δημιουργεί η βενζίνα να την πηγαίνουν πέρα-δώθε. Όλο νομίζω ότι κάπου φτάνουμε, ότι ξεχωρίζω τον όγκο του νησιού, αλλά κάνω λάθος. Λέγεται ότι ο θησαυρός του Αλή Πασά είναι θαμμένος στο βυθό της λίμνης, μέσα σε σιδερένια κιβώτια. Τον πέταξε εκεί για να μην πέσει στα χέρια των στρατιωτών του σουλτάνου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μποστ, «Το επάγγελμα της μητρός μου» («Πεζά κείμενα 1960-1965», εκδ. Eρμής, 1998)

Όταν η μητέρα μου, την ώρα που τρώγαμε, ανάγγειλε στον πατέρα μου ότι θα γίνη πόρνη, εκείνος, που ήταν παλαιών αρχών, θέλησε με κάθε τρόπο να την αποτρέψη. Δεν το εύρισκε σωστό ν’ ακολουθήση αυτό το επάγγελμα.
― Γιατί ειδικώς θέλεις ν’ ακολουθήσης αυτό το επάγγελμα και να γίνης πόρνη; την ρώτησε με καλωσύνη, σκουπίζοντας το στόμα του με την πετσέτα.
― Για να κερδίσω χρήματα και να είμαι αυτάρκης. Δεν θέλω συνεχώς να σου ζητώ χρήματα, είπε, βάζοντας λίγη σούπα στα πιάτα μας.
O πατέρας μου έμεινε για λίγο σκεπτικός. Mετά της είπε:
― Oι προθέσεις σου, βεβαίως, είναι αγαθές και η επιθυμία σου να συμβάλλης με το κατά δύναμιν, με συγκινεί αφαντάστως. Aλλά είσαι τόσον βεβαία ότι με τον κλάδον τον οποίον θα ακολουθήσης, θα κερδίσης αρκετά;
H μητέρα μου ετίναξεν υπερήφανα το κεφάλι προς τα πίσω όπως το συνήθιζεν και απήντησε.
― Nαι, το πιστεύω. Eίμαι υπερβεβαία ότι θα κερδίσω.
Ένα αδιόρατο χαμόγελο φάνηκε στην άκρη των χειλιών του. Ήξερα ότι ήταν ρεαλιστής και δεν επείθετο εύκολα.
― Tότε, ημπορείς να μου αναφέρης μερικά ονόματα γυναικών αι οποίαι να επλούτισαν με αυτό το επάγγελμα; Kαι εάν μου αναφέρης και κατορθώσης να με πείσης, τότε εγώ ο ίδιος, υπόσχομαι να σε βοηθήσω και να σου δώσω τα αρχικά κεφάλαια, ώστε να θέσης τας βάσεις μιας αποδοτικής εργασίας.
Tην ώρα που ο μπαμπάς μασούσε, η μαμά τού ανέφερε μερικά ονόματα γνωστών της κυριών.
― Oρίστε, συμπλήρωσε. Aυτές πώς κερδίζουν χρήματα;
O πατέρας μου την κοίταξε μειδιώντας συγκαταβατικά. Έπειτα έβγαλε τα γυαλιά του, τα ύγρανε κι άρχισε να τα καθαρίζη με αργές κινήσεις.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλμανάκ Ποιείν 2020: Οι 4+1 κινηματογραφικές ταινίες (γράφει ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης)

Σε μια χρονιά που όλα έγιναν πιο δύσκολα και οι επισκέψεις στο σινεμά τείνουν να μοιάζουν με μακρινή ανάμνηση, επιλέγουμε όσες προλάβαμε να δούμε στις αίθουσες και κάποιες (θέλοντας και μη) από τις online streaming πλατφόρμες

 

1. 1917

Εξαιρετική αφήγηση της ιστορίας δύο νεαρών άγγλων στρατιωτών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που αναλαμβάνουν μια αποστολή που μοιάζει με καταδίκη σε θάνατο: να παραδώσουν ένα γράμμα περνώντας μέσα από τις γραμμές του εχθρού. Ο παραλογισμός του πολέμου μέσα από μια εκπληκτική κινηματογράφηση που σε κρατάει σε αγωνία από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή.

Σκηνοθεσία:  Σαμ Μέντες

Πρωταγωνιστές: Τζορτζ ΜακΚέι, Ντιν – Τσαρλς Τσάπμαν, Μαρκ Στρονγκ, Κόλιν Φερθ, Μπένεντικτ Κάμπερμπατς

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γρηγόριος Ξενόπουλος, «Κάποια Χριστούγεννα»

Αθήνα, 26 Δεκεμβρίου 1925

 

Αγαπητοί μου,
Έναν καιρό στη ζωή μου, τα Χριστούγεννα τα γιόρταζα… την Πρωτοχρονιά. Πώς; Ακολουθούσα κανένα δικό μου καλαντάρι, ή είχα προσηλυτισθεί σε καμιά αίρεση;… Τίποτ’ απ’ αυτά. Μόνο που τον καιρό εκείνο, νιόφερτος στην Αθήνα, φοιτητούδι, σχεδόν παιδί, δεν μπορούσα να καταλάβω Χριστούγεννα χωρίς…  κουλούρα.
Στη Ζάκυθο, βλέπετε, όπου είχα μεγαλώσει, την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, κόβουν με πομπή κάποια κουλούρα. Αντιστοιχεί με τη βασιλόπιτα που κόβουν εδώ την Πρωτοχρονιά -κομμάτι ονομαστικό για τον καθένα, φλουρί για τον τυχερό, και καθεξής, -αλλά δε μοιάζει και καθόλου. Άλλη πάστα, άλλη ζύμη, άλλη όψη, άλλη γεύση, άλλη μυρωδιά. Φανταστείτε ένα ωραίο ψωμί σιμιγδαλένιο, πιασμένο με λάδι, βαμμένο κίτρινο με ζαφουράνα σπαρμένο μέσα με σταφίδες άσπρες και μαύρες, με κουκουνάρια, πορτοκαλόφλουδες κι ένα σωρό μπαχαρικά, και με μια κρούστα όλο σουσάμι και πυκνά φυτεμένα καρύδια, κάποτε μάλιστα και πασπαλισμένη με ψιλή ζάχαρη χρωματιστή. Αυτή είναι η ζακυθινή κουλούρα. Πώς να καταλάβαινα Χριστούγεννα χωρίς το «κομμάτι μου» απ’ αυτήν; Και πού να ‘βρισκα τέτοιο πράμα εδώ, στο βραδινό τραπέζι της παραμονής;
– Χριστούγεννα αύριο, μου ‘λεγαν. Και του χρόνου!
– Πού είναι τα; Απαντούσα. Δεν τα βλέπω!…

Διαβάστε περισσότερα