Γρηγόρης Λάσκαρης, Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα “Δε μπορώ”
25Ιου
-Δε μπορώ, απάντησε ψυχρά.
«Δε μπορείς σήμερα ή δε μπορείς γενικά;» σκέφτηκε να τη ρωτήσει, αλλά δεν το έκανε. Είχε αιφνιδιαστεί.
-ΟΚ είπε, κάνοντας τον αδιάφορο. Σηκώθηκε από την καρέκλα και κατευθύνθηκε προς το εργαστήριο.
Η υβριδοποίηση πρέπει να πλησίαζε στο τέλος της. Αναρωτήθηκε αν το αντίσωμα που είχε δανειστεί από την Βάνα θα δούλευε. «Παλιό σαν και σένα», μονολόγησε. Ένα κύμα βίας απλώθηκε στο σώμα του. Το μήνυμα έφυγε από τον εγκέφαλο και φράκαρε στα χέρια του. Μη βρίσκοντας διέξοδο επέστρεψε στο κεφάλι του. Προτίμησε να πνίξει την οργή. Ένα βίαιο ξέσπασμα μέσα σε εργαστήριο βιοχημείας δεν θα ήταν η καλύτερη εγγύηση για το μέλλον του. Το μυαλό του όμως δεν ησύχαζε: “Δε μπορώ. Τι δε μπορείς κυρά μου; Χθες που με χούφτωνες στο αμάξι γιατί μπορούσες;” Αδυνατώντας να βγάλει νόημα προσπάθησε να γενικεύσει, σκεφτόμενος από τι γονίδια είναι φτιαγμένη η Βάνα αλλά τον απέτρεψε η πολυπλοκότητα του εγχειρήματος. «Εσύ κορίτσι μου είσαι η γονιδιακή δεξαμενή της μαλακίας» είπε χαμηλόφωνα, νοιώθοντας κάπως καλύτερα. Πάντα η επιστήμη τον παρηγορούσε, τον έκανε να ξεχνάει τη μιζέρια των σχέσεων, να σηκώνεται πάνω από τα καθημερινά. Ήξερε άλλωστε ότι το υφάκι του γνώστη που έπαιρνε όταν νόμιζε ότι κατείχε την αλήθεια τον έκανε ακόμα πιο γοητευτικό. Από την άλλη, το κενό που ένοιωθε εκείνη τη στιγμή μέσα του ήταν τόσο αληθινό που καμιά μεμβράνη και κανένα RNA δε μπορούσε να το γεμίσει.









