Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Νικόλας Προδρόμου, «Τα Γάλατα»

Το σπίτι μας -φαινομενικά- ήταν σαν όλα τα άλλα.  Μονάχα λίγο (έως πολύ) μεγαλύτερο από τα γειτονικά, με έναν κήπο γεμάτο καρπούς και φρούτα του περασμένου αιώνα.  Στο χολ, υπήρχε ένα πορτραίτο ενός άγνωστου άντρα που διψασμένα κατάπινε λίτρα ολόκληρα με γάλα.  Αχόρταγος, όπως ήταν, τα μουστάκια του άντρα αυτού βάφονταν άσπρα, σαν τα κόκαλα ενός Αιθίοπα που λιμοκτονεί για μια μόνο σταγόνα.  Τα βράδια ξάπλωνα και ονειρευόμουν τα γάλατα να στάζουν απ΄ το στόμα μου και να λερώνουν τα σεντόνια.  Κι έτσι ψιθύριζα στον ύπνο μου για όνειρα λαίμαργα, όνειρα.

Σε ηλικία εννιά ετών, οι φίλοι με φώναζαν «γατί», εξαιτίας της αγάπης που έτρεφα για τα γάλατα παντός ειδών.  Γάλα καρύδας, γάλα καμήλας, γάλα εβαπορέ και η λαιμαργία δεν είχε τελειωμό.  Η μάνα μου, μια γυναίκα σαράντα ετών τότε, κληρονόμησε την περιουσία του πατέρα μου όταν εκείνος πέθανε σχετικά νωρίς από καρδία.  Δεν την θυμάμαι να έκλαψε ποτέ μπροστά μας, παρά μόνο να μοιρολογεί μπροστά σε αδέρφια και γονείς του μακαρίτη.  «Τι θα κάνω εγώ χωρίς το άλλο μου μισό;  Πώς θα χαμογελάσω ξανά;», έλεγε και φώναζε, κι όμως μέσα από τιτάνιους αγώνες (και μέσα στις πανάκριβες, χειμερινές γούνες που αγόραζε) κατάφερε να λάμψει και πάλι το χειλάκι της.  Έτσι, έχοντας στη διάθεση της μια περιουσία που πλέον αποκαλούσε δικιά της και μια άνεση καθώς δεν ανησυχούσε για μεροκάματα, μου αγόραζε και μου σέρβιρε με μια ευλάβεια, τα γάλατα που ζητούσα.  Ένα ποτήρι γάλα μαζί με το πρωινό και ένα προτού πάω για ύπνο, λες και συναγωνιζόμουνα τον άντρα που τα έτσουζε στο χολ.  Η μάνα μου έναν γιο είχε, για αυτό και φρόντιζε να προσέχει τον κανακάρη της μη τυχόν και του λείψει τίποτα.  Όχι μόνο δεν στερήθηκα κάτι, αλλά είχα τα πάντα σε πλεονασμό, καταλήγοντας με αυτόν τον τρόπο να φτάσω τα 70 κιλά, σε ηλικία 12 ετών.  Φράσεις όπως «μην πετάς το φαΐ σου, γιατί υπάρχουν παιδιά που πεινούν», τις άκουγα μονάχα απ’ τους γονείς των άλλων παιδιών και εγώ αναρωτιόμουν που είναι αυτά τα παιδιά που πεινούν, έχοντας την ανάγκη να ρουφήξω επιδεικτικά μπροστά τους μια ντουζίνα ποτήρια απ’ το ακριβότερο γάλα που είχαμε στο ψυγείο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Λίλια Τσούβα, «Παρτίδα σκάκι με τον θάνατο»

 

 

Το τρένο κατέβαζε ανθρώπους κάθε ηλικίας και φύλου. Τα βαγόνια ήταν γεμάτα. Ο πληθυσμός ανανεωνόταν συνεχώς. Άνδρες και γυναίκες που πηγαινοέρχονταν σε μια πόλη ξεθωριασμένη, αλλά με τη στιβαρή εικόνα των φούρνων που κάπνιζαν, των φωτογράφων που φωτογράφιζαν, μετρούσαν και εξέταζαν κεφάλια, χέρια και όποιο άλλο σημείο του σώματος τους ενδιέφερε.

Στον σταθμό περίμενε ένας ωραίος χαμογελαστός άνδρας με άψογα ραμμένη στολή και άψογα γυαλισμένες μπότες, που κρατούσε ένα δερμάτινο ραβδί. Κανένα βαγόνι δεν κατέβαζε επιβάτες, αν δεν περνούσε από τον έλεγχό του.

Ήταν Μάιος κι οι πεταλούδες είχαν αρχίσει δειλά να βγαίνουν από τα κουκούλια. Η πόλη είχε γεμίσει στεναγμούς, αν και το βράδυ μοίραζε ποντικοπαγίδες, γιατί τα ποντίκια ανεβοκατέβαιναν σαν μεθυσμένα στους σκουπιδοτενεκέδες με τα αλεσμένα κόκκαλα, τους σκελετούς που συσσωρεύονταν, τη μυρωδιά που θύμιζε ανθρώπινο κρέας που ψήνονταν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κώστας Ουράνης, «Αποχρώσεις», εκδ. Εστία, 1956

 Ακίνητα ταξίδια

 

Μπαίνομε στην εποχή των ταξιδιών. Πολλοί ετοιμάζονται να φύγουν. Στα σαλόνια, στα κέντρα, μαζεύονται και ανταλλάζουν τα σχέδιά τους και τις πληροφορίες τους, όπως μαζεύονται και τερετίζουν με μιαν ιδιαίτερη φλυαρία τα πουλιά, πριν κάνουν φτερά για τις μεγάλες, μυστηριώδεις αποδημίες τους. Κιόλας, στον πυρετό και στην προετοιμασία της αναχώρησης, ζουν τη μισή –ίσως και τη μεγαλύτερη– χαρά του ταξιδιού…

Για κείνους που δεν μπορούν να φύγουν –και που λυπούνται γι’ αυτό– απομένει ακόμα μια παρηγοριά: τ’ ακίνητο ταξίδι. Δεν αστειεύομαι. Οι μεγαλύτεροι εξερευνητές, οι περιπετειωδέστεροι Ροβινσώνες Κρούσοι  υπήρξαν τα παιδιά, τα παιδιά που δεν κουνήθηκαν από την αυλή του σπιτιού τους. Είναι ζήτημα φαντασίας. Δεν μπορούμε, βέβαια, να ξαναβρούμε τη μαγική αυτή ράβδο της παιδικής φαντασίας και αυταπάτης, μπορούμε όμως να εξασκήσομε τη φαντασία μας, ώστε το ταξίδι να κυμαίνεται στην ψυχή μας μεταξύ ρεμβασμού και πραγματικότητας, χωρίς να κουνηθούμε από την πολυθρόνα μας.

Τη φαντασία μας μπορούν να τη βοηθήσουν και μερικά εξωτερικά αντικείμενα, που θα τα ονόμαζα «ταξιδιωτικά χάπια»: βιβλία που μιλάν για ταξίδια, εικόνες ξένων μερών, κούνιες κρεμαστές στα δέντρα που δίνουν την εντύπωση κλυδωνισμού πλοίου – και άλλα παρόμοια. Ο Γάλλος συγγραφέας Υσμάν μας έδωσε με τον ήρωά του Ντεζ Εσέντ τον υποδειγματικό τύπο του ακίνητου ταξιδιώτη. Ο ήρωας αυτός, θέλοντας να ταξιδεύσει, περιοριζόταν να μεταφέρεται με τις αποσκευές του στο σιδηροδρομικό σταθμό, από τον οποίο φεύγουν οι Άγγλοι επισκέπτες του Παρισιού για τη χώρα τους. Εκεί, ακούοντας τις λαρυγγώδεις ομιλίες τους, τρώγοντας ζαμπόνι και πίκλες στο μπουφέ, καπνίζοντας στην πίπα του αγγλικό καπνό, χόρταινε από αγγλικές εντυπώσεις και γύριζε σπίτι του ύστερ’ από δυο ώρες κουρασμένος σα να ερχότανε από ταξίδι μηνών στην Αγγλία.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νάσια Διονυσίου, «Τι είναι ένας κάμπος», εκδ. Πόλις, 2021 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

 

Η λογοτεχνία αποτελει (πλέον) έναν

πρόσφορο τρόπο για την πρόσληψη της Ιστορίας

 

 

«Μπροστα στις πυραμίδες δεν συζητας την αρχιτεκτονικη-τους, αλλα μένεις άφωνος», δήλωσεκάποτε ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο μέγιστος αυτος υπερρεαλιστης ποιητης και ζωγράφος, όταν του ζήτησαν να σχολιάσει την οικουμενικη διάσταση της ποίησης του Κωνσταντίνου Καβάφη. Εκστασιασμένος (και όχι άφωνος), δηλώνω, πως έμεινα κι εγω μπροστα στο μικρο (σε όγκο) λογοτεχνικο δημιούργημα της Νάσιας Διονυσίου! Εννοω μετα που ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου-της που τιτλοφορείται  ΄΄Τι είναι ένας κάμπος΄΄, το οποίο κυκλοφόρησε τον περασμένο χρόνο απο τις εκδόσεις ΄΄Πόλις΄΄ και που, πέρα απο το ποιοτικο περιεχόμενό-του, εντυπωσιάζει και με την καλαισθητικη εμφάνισή-του!

Για την ακρίβεια, έμεινα εκστασιασμένος μπροστα στην ευφυέστατη αρχιτεκτονικη σχεδίαση, τα δομικα υλικα και γενικατην απέριττη ομορφια αυτου του πεζογραφικου κειμένου, που η συγγραφέας-του το προσδιορίζει με τον λογοτεχνικο όρο ΄΄νουβέλα΄΄. Δηλαδη, το αφηγηματικο εκείνο είδος της λογοτεχνικης πεζογραφίας το οποίο χαρακτηρίζεται απο τη συντομία στην έκταση, η οποία κυμαίνεται μεταξυ του συντομότερου διηγήματος και του εκτενέστερου μυθιστορήματος και παράλληλα απο τον ρεαλισμο του ύφους-του και την ύπαρξη συγκεκριμένης πλοκης.

Οφείλω να ομολογήσω όμως, πως μόχθησα για αρκετη ώρα μέχρι να μελετήσω και να ερμηνεύσω σωστα (όπως πιστεύω) το σκεπτικο σύλληψης, σχεδίασης και υλοποίησης του υπέροχου αυτου καλλιτεχνικου δημιουργήματοςπου,χωρις δισταγμο,τολμω να πω ότι αγγίζει τα όρια ενος ακεραιωμένου λογοτεχνικου έργου! Κοντα και ταυτόχρονα με αυτα, ν’ αναφέρωπως με πολιορκούσε συνεχως και η σκέψη για το πως θα λειτουργήσω περαιτέρω, εγω ο αδαης, και κυρίως χωρις μεταπτυχιακο, μα ούτε καν πτυχίο, στην Αρχιτεκτονικη, και επιπλέον τι μπορω να αποφανθω ή να γράψω γι’ αυτο το κομψοτέχνημα, φοβούμενος, σε τελικη ανάλυση, μήπως και οικτρα το παρερμηνεύσω. Αφήνω όμως κατα μέρους τις φοβίες και τις αναστολες-μου και προχωρω στις παρατηρήσεις και τα σχόλια-μου για το βιβλίο.

Η ΝΟΥΒΕΛΑ΄΄Τι είναι ένας κάμπος΄΄, εν πρώτοις, βρίσκω πως είναι ένα αρκετα ισοζυγισμένο κείμενο. Δηλαδη, η συγγραφέας-του βρήκε με μεγάλη επιτυχία το σημείο ισορροπίας μεταξυ της λογοτεχνίας και της Ιστορίας, της πραγματικότητας και της φαντασίας, της πεζογραφίας και της ποίησης και πάνω σε αυτες τις γενικες γραμμες  προσανατολίστηκε για την μετέπειτα πορεία-της. Δηλαδη, για ό,τι εμπνεύσθηκε και για ό,τι επρόκειτο συγγραφικα  να καταθέσει. Μάλιστα, στις ευτυχέστερες στιγμες της νουβέλας, τείνουν, νομίζω, να καταργηθουν και τα όρια ανάμεσα στον πεζο και τον ποιητικο λόγο, γιατι σε μεγάλο ποσοστο και σε αρκετα σημεία-του, το κείμενο, και παρα τη θεματικη τραγικότητά που μεταφέρει μέσα-του, είναι διαποτισμένο με τη μαγεία της άδολης ποίησης. Παραθέτω ένα μικρο δείγμα:

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτρης Υφαντής, «2020»

 

 

Οι καυτές ακτίνες του ήλιου απλώνονταν σαν ένας ουράνιος πυρακτωμένος ιστός αράχνης πάνω από τη γιγαντιαία τσιμεντούπολη διεισδύοντας σε κάθε λεωφόρο, σε κάθε πλατεία και σε κάθε στενάκι της, κάνοντας τη να μοιάζει περισσότερο με ενεργό ηφαίστειο κατακλυσμένο από ρυάκια λάβας παρά με μια γεμάτη παλμό και ζωή σύγχρονη πολιτεία. Όχι φίλε αναγνώστη, δεν υπερβάλω καθόλου!! Έτσι ακριβώς, και ακόμα χειρότερο ήταν εκείνο το κολασμένο καλοκαίρι του πολύ μακρινού πλέον έτους 2020. Η Αθήνα, σαν καζάνι που βράζει, στεκόταν με αδιόρθωτη και προκλητική αδιαφορία στη μέση του λεκανοπεδίου Αττικής ανάμεσα στα όχι και τόσο ψηλά βουνά της. Ήταν μεσημέρι 15αύγουστου και οι δρόμοι όπως μπορεί να φανταστεί κανείς απολύτως έρημοι, η κατάσταση αυτή όμως πέρα από την πρωτόγνωρη ζέστη δεν οφειλόταν στη μαζική έξοδο του λαού των Αθηνών στα νησιά και στα χωριά τους ως συνήθως (προς μεγάλη ανακούφιση των ντόπιων για πρώτη φορά!), αλλά σε εκείνη την καταραμένη απαγόρευση κυκλοφορίας που είχε ξεκινήσει περίπου στα τέλη Μάρτη εξαιτίας αυτής της τρομερής παγκόσμιας πανδημίας που χτύπησε την ανθρωπότητα εκείνο το δυσοίωνο έτος. Όπως σίγουρα θα χετε διαβάσει στα παμπάλαια βιβλία της ιστορίας μας, η πανδημία εκείνη εμφανίστηκε απρόσμενα και χτύπησε κεραυνοβόλα την καθιερωμένη τάξη των πραγμάτων εκείνης της εποχής επιφέροντας τρομερές πολιτικές και οικονομικές αλλαγές στο σάπιο και σαθρό κοινωνικό κατασκεύασμα που είχαν καταφέρει να οικοδομήσουν οι άνθρωποι εκείνου του αιώνα.

Διαβάστε περισσότερα