Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Δημήτρης Χριστόπουλος, «Τζίντιλι», εκδ. Το Ροδακιό, 2021 (γράφει η Ελένη Σ. Αράπη)

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας˙ λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.
Σεφέρης «Περιγιάλι»

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος με το μυθιστόρημα του «Τζίντιλι» ρίχνει φως στις επιπτώσεις της εκβιομηχάνισης, εστιάζοντας στις αντιλήψεις μιας κοινωνίας που στην προσπάθεια της να εξελιχθεί διαπράττει εγκληματικά λάθη εις βάρος του περιβάλλοντος. Η οικολογική καταστροφή, τόσο σε τοπικό επίπεδο (λόγω των λιγνιτωρυχείων) όσο και σε παγκόσμιο, δεν είναι το μοναδικό θέμα που θίγει ο συγγραφέας. Στο σπονδυλωτό αυτό μυθιστόρημα, όπου σε κάθε κεφάλαιο αναπτύσσονται παράλληλες ιστορίες (πρωτοπρόσωπης ή τριτοπρόσωπης αφήγησης) και όλες ενώνονται γύρω από τα Σόθιψα, (μια μικρή ορεινή κοινότητα στο Σινιάτσικο της Εορδαίας, τόπος στα όρια του φανταστικού και πραγματικού), θίγονται θέματα που έχουν να κάνουν με τον εμφύλιο, την κρίση της οικογένειας και των αξιών αλλά και υπαρξιακά ζητήματα όπως ο θάνατος, η φθορά, η μοναξιά και η αλλοτρίωση.
Ο βασικός αφηγητής, ο άνθρωπος «της απέναντι όχθης», όπως χαρακτηριστικά παρουσιάζεται στον άτιτλο πρόλογο αφηγείται τις ιστορίες στον ακροατή – αποδέκτη – συγγραφέα, γιατί δεν μπορεί να αντέξει άλλο το βάρος των μυστικών, το βάρος των λέξεων. Είναι ένας «αόρατος και άπιαστος», ανώνυμος παρατηρητής που έζησε την καταστροφή και δεν θέλει να ξεχαστεί. Είναι ο «Καθρέφτης του Ανέμου» που βίωσε τη μεγάλη ουτοπία του ταξιδιού και έχει μάθει να αφουγκράζεται το αλφαβητάρι του Ανέμου.
Ο συγγραφέας αποσβολωμένος ακούει την εγγαστρίμυθη φωνή του αφηγητή (πρόλογος) που κατοικεί στα σωθικά του, στο μεταίχμιο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, καθιστώντας μας κοινωνούς σε εκείνο το αλλόκοτο Πάσχα που στήσανε χορό οι πεθαμένοι με τους ζωντανούς «Την Ημέρα των Ψυχών. Στον Τόπο των Νεκρών», με τον αχό του ανέμου στις φλέβες τους, λίγο μετά από την βιβλική καταστροφή, λίγο πριν από την μεγάλη έξοδο. Εκείνο το Πάσχα που ο σφοδρός άνεμος γέμισε τα πανιά του πέτρινου πειρατικού «Τόπου με τα Μεγάλα Μάτια» και αφέθηκε να ταξιδεύει δίχως ταυτότητες και σωσίβια, συντροφιά με τις Τζίντες, τις νεράιδες του Ανέμου. Το πειρατικό συνειρμικά μας παραπέμπει στην ιστορία του καραβιού θρύλος «Ματαρόα*». Είναι ίσως οι Έλληνες που έφυγαν από αυτόν τον τόπο για να ορίσουν κάπου αλλού τη μοίρα τους, μα αυτόν τον Τόπο τον κουβαλούν μέσα τους συνεχώς, σκορπισμένοι στις τέσσερις γωνιές της οικουμένης, αυτοί και τα παιδιά τους, ταϊζοντας τα όνειρα με τις λέξεις τους μέχρι να λιώσουν και οι τελευταίες, δια στόματος των νεκρών τους, μα και κυρίως μέσω της φωνής του Ανέμου.
Μια πολυεπίπεδη ιστορία με πληθώρα προσώπων, αφηγηματικών φωνών και με έκδηλη τη μπαχτινική διαλογικότητα, όπως φαίνεται μέσα από την εναλλαγή του μακροπερίοδου και μικροπερίοδου λόγου, την εικονοπλαστική δύναμη των περιγραφών, τον κυρίαρχο ποιητικό λόγο, την προφορικότητα αλλά και τη χρήση πολλών διαλέκτων (ποντιακά, βλάχικα)
Οι περισσότεροι χαρακτήρες του Χριστόπουλου ακόμα και οι δευτερεύοντες είναι σφαιρικοί, ενδιαφέροντες τύποι, με ένα ιδιαίτερο διακριτικό στοιχείο και με μια πληγή ανοιχτή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Ο Αλιβάνιστος», 1903

Αφού εβάδισαν επί τινα ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θεια Μολώτα, κι η Φωλιώ της Πέρδικας, κι η Αφέντρα της Σταματρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν* και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς* και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κι η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα* εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμειγνύεται με το λάλον* μινύρισμα* των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής,* εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου δια να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζί των, δια να τα γεμίσουν. Είτα αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι άρχισαν να ομιλούν.

— Πώς αλγεί παπάς; είπεν η θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά και τα άρθρα και άλλα μόρια.

— Νύχτωσε, θα πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

— Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Ἡ Λαμπρὴ ποὺ περίμεναν» (γράφει η Αναστασία Κόκκινου)

 

 

Ἡ Λαμπρὴ ποὺ περίμενε ὁ Γιάννης τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη ὁ ἀλαφροΐσκιωτος. «Εἶχε βαρεθῆ τὴν Σαρακοστήν, ἐπόθει τὸ Πάσχα, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ προεορτάζῃ».

Ἡ Λαμπρὴ ποὺ περίμενε ὁ Κώστας Κρυστάλλης. Βασίλεψαν στὴν Ἄρτα τὰ μάτια του, στὰ εἰκοσιέξι του χρόνια, 22 τοῦ Ἀπρίλη τοῦ 1894, ξημερώνοντας ἡ Μεγάλη Πέμπτη.

Ἡ Λαμπρὴ ποὺ περιμένουμε, «ἀλαφροΐσκιωτοι» τοῦ καιροῦ μας, κάτω ἀπὸ τὴ βαριά του σκιά. Εἴθε «μὲ ἰσοκράτη ἕνα κλωνὶ» νὰ ψάλουμε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», νὰ βιώσουμε τὴν Ἀνάσταση…

Α. Κ.,

Σπάρτη, Μεγάλη Τετάρτη, 20-4-2022

______________________

Α΄

[…]  Ὤχ, Θέ μου, τί νὰ εἶναι; εἶπε τὸ Μαλαμώ. Ἔλα, Πολύζο, νὰ ἰδῇς καὶ ν᾿ ἀκούσῃς. Ἡ πόρτα εἶναι κλειδωμένη ἀπὸ μέσα.

Ἐπλησίασεν ὁ ἄνθρωπος, ἔκρουσεν, ὤθησεν ἰσχυρῶς. Εἰς μάτην. Ἡ θύρα ἦτο πράγματι μανδαλωμένη.

― Τί πειρασμὸς εἶναι αὐτός; ἔκραξε τὸ Μαλαμώ, συνάπτουσα τὰς χεῖρας. Τὰ σανίδια λείπουν ἀπ᾿ ἔξω, ἡ πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς κλειδωμένη, κι οὐρλιάσματα ἄχαρα ἀκούονται μέσα. Τί νά ᾽ν᾿ αὐτό; Μπαίνουν τάχα καὶ στὶς ἐκκλησιὲς πειρασμικὰ πράγματα;

Ἀπ᾿ ὅλον τὸν ἀκατάληπτον βόμβον τοῦ ἤχου τοῦ ἀκουομένου, ἡ ἀκοή των αἴφνης διέκρινε δὶς ἢ τρὶς τὰς λέξεις: «Χριστὸς Ἀνέστη».

― Χριστὸς Ἀνέστη, ἐπανέλαβεν ἡ Μαλαμώ. Κι ἀκόμα τώρα πέρασε τὸ μεσοσαράκοστο.

Ἦτο τῷ ὄντι Σάββατον τῆς Δ´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν.

[…] Ὁ Γιάννης εἶχεν ἀνάψει στὰ μανάλια ὅλα τ᾿ ἀπόκηρα, ὅσα εἶχεν εὑρεῖ ἐκεῖ, εἶχε χύσει τὸ λάδι ἀπὸ τὰ κανδήλια, εἶχε κενώσει ὅλον τὸ λαδικόν, ποὺ ηὗρεν εἰς τὸ ἑρμάρι τῆς βορειοδυτικῆς γωνίας, καὶ εἶχε κατορθώσει νὰ [τ᾿] ἀνάψῃ ὡς πυροφάνι μόνον δύο κανδήλια ἐκ τῶν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ τῶν πρὸ τοῦ Τέμπλου καὶ τοῦ προσκυνηταρίου, καὶ ηὐφραίνετο ψάλλων τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», ὅπως αὐτὸς ἤξευρεν. Εἶχε βαρεθῆ τὴν Σαρακοστήν, ἐπόθει τὸ Πάσχα, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ προεορτάζῃ. […]

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Τὸ Χριστὸς Ἀνέστη τοῦ Γιάννη»

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Ο θρήνος της Θεοτόκου ή το Μοιρολόγι της Παναγίας» (γράφει η Πόλυ Βασιλάκη)

 

 

Α) Ρίζες και επιρροές

Το μοιρολόγι της Παναγίας παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με ορισμένα βυζαντινά κείμενα όσο και με κείμενα της νεότερης λαϊκής παράδοσης. Το ύφος του εμφανίζει συγγένεια με τον Επιτάφιο θρήνο ή “Εγκώμια” που ψέλνονται το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής στην ακολουθία του Επιταφίου, ενώ οι λεπτομέρειες της αφήγησης παραπέμπουν σε νεότερα δημοτικά τραγούδια. Στα βυζαντινά κείμενα συγκαταλέγεται το Κοντάκιο του Ρωμανού “Είς τόν θρήνον της Θεοτόκου” (αρχές του 6ου αιώνα) που έχει τη μορφή δραματικού διαλόγου μεταξύ της Παναγίας και του Χριστού.

Τα Σταυροθεοτόκια, που αποδίδονται στον αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ (9ος αιώνας) έχουν ως θέμα τους, επίσης, το θρήνο της Θεοτόκου στο Σταυρό.

Ύστερα από 5-6 αιώνες απαντάται στη δημώδη βυζαντινή ποίηση ο θρήνος της Παναγίας στη δημώδη γλώσσα. Άγνωστος ο συγγραφέας, ωστόσο ο αριθμός των χειρόγραφων που έχει σωθεί μαρτυρεί τη μεγάλη δημοτικότητα και διάδοσή του.

Εκτός από τη δημώδη ποίηση που προαναφέραμε, στη λόγια Βυζαντινή απαντάται η χριστιανική τραγωδία “Χριστός Πάσχων”, κείμενο το οποίο έχει απασχολήσει πολύ τους μελετητές.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι στο έργο αυτό, που αποτελείται από 2.600 στίχους οι 1.304 προέρχονται από γνωστές τραγωδίες (του Ευριπίδη, του Αισχύλου, του Λυκόφρονα). Ο συγγραφέας παραβάλλει την Παναγία με την Εκάβη,ενώ η Παναγία όταν θρηνεί χρησιμοποιεί τα λόγια της Μήδειας που θρηνεί για τα παιδιά της. Εκτός από τις επιδράσεις των κλασικών, το κείμενο αυτό έχει δεχτεί την επίδραση από το Κοντάκιο του Ρωμανού και τα Σταυροθετόκια.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιάννης Τόλιας, «Μαγδαληνή: ιέρεια του έρωτα ή αγία μετανοίας;»

Η Μαγδαληνή

«Μες σε παλάτια, που σα σπήλια αντήχαν απ’ τις μουσικές
κιι αστράβαν απ’ τα μέταλλα και τα δεμένα φώτα,
στα μάγουλά μου, που κανείς δεν τα είδεν ήλιος, οι μοσκιές
γλίστρααν με λάγγεμα πολύ και τα δάγκωναν σαν οχιές·
στην κρουσταλλένια μου φωνή θαμπή εγλιστρούσε νότα.
Στην τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία εγώ μουν η Πηγή :
του κόρφου μου τ’ αμάραντα και μοσκοβόλα κίτρα.
Ωσάν τη φλόγα του κορμιού μου άλλη δε γνώρισεν η Γη,
σαν της αγκάλης μου μεστή καμιά δεν ύπαρχε σιγή.
Ο έρωτάς μου νίκαγε τη Ρώμη τη νικήτρα…
Σκοτάδια είτανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι αμμουδιά
και στα γλυκά τα χείλια μου πικρά πολύ τα γέλια.
Και μου τινάζαν άξαφνα τ’ αγνώστου φόβοι την καρδιά
και μου κοβόταν η αναπνιά μέσ’ σε φορέματα φαρδιά-
απ’ του θριάμβου την κορφή μακριά βλεπα συντέλεια.
Δεν ήταν άξαφνη αστραψιά. Τούτο συνέβη αργά, σιγά…
Ωραίος δεν είσουν, τίποτα δεν είχες πάνω σου άξο !
Κοίταγες χάμου τα χαλίκια, ως μίλαγες σιγά κι αργά.
Την τρίτ’ ή τέταρτη φοράν άρχισε ο νους μου να ριγά,
κι ως σήκωσες τα μάτια σου, δε βάσταα να κοιτάξω.
Κι ένιωσα ορμή ασυγκράτητη στα πόδια σου να κυλιστώ·
Είδα να σειέται μέσα μου ψυχή παρθένα ως τώρα.
Την εφτυχιά τη γνώρισα στο δόσιμο χωρίς μιστό,
τη λεφτεριά, στο σκλάβωμα σε κάποιο ιδανικό σωστό
και την υπέρτατ’ ηδονή στον πόνον, -άξια γνώρα.
Και στους φτωχούς μοιράζοντας τα υπάρχοντά μου (ασημικά,
διαμαντικά, μεταξωτά, μπαξέδες και παλάτια)
τα βήματά σου ακλούθησα, που κι’ αν τα σβηούσε ταχτικά
στον άμμ’ ο αγέρας του βραδιού, σα φώτα μένανε γλυκά
για πάντα σ’ άμμο και ψυχή και σ’ ακοές και μάτια.
Πράματα νέα δεν έλεγες κι’ ούτε, με λόγια νέα, παλιά.
Από πολλούς κι’ από καιρούς όλα ήταν ειπωμένα.
Μα χες τη δύναμη ν’ ακούς των ουρανών τη σιγαλιά
κι όλα για σένα (κι άψυχα κι’ άνθρωποι) διάφανα γιαλιά
και διάφαν’ η καρδιά του Θεού για σένα – και για μένα !
Κανείς (και πλήθη και σοφοί και μαθητάδες και γονιοί)
δεν ξάνοιγε το σπαραγμό στα θάματά σου πίσω
κι’ αν πρόσμενες το λυτρωμό σου από την άδικη θανή,
εγώ μονάχα το νιωσα, που ήμουνα λάσπη και κοινή,
πόσο, Χριστέ ’σουν άνθρωπος ! Κι’ εγώ θα σ’ αναστήσω!»

Διαβάστε περισσότερα