Δημήτρης Χριστόπουλος, «Τζίντιλι», εκδ. Το Ροδακιό, 2021 (γράφει η Ελένη Σ. Αράπη)
28Απρ
Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας˙ λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.
Σεφέρης «Περιγιάλι»
Ο Δημήτρης Χριστόπουλος με το μυθιστόρημα του «Τζίντιλι» ρίχνει φως στις επιπτώσεις της εκβιομηχάνισης, εστιάζοντας στις αντιλήψεις μιας κοινωνίας που στην προσπάθεια της να εξελιχθεί διαπράττει εγκληματικά λάθη εις βάρος του περιβάλλοντος. Η οικολογική καταστροφή, τόσο σε τοπικό επίπεδο (λόγω των λιγνιτωρυχείων) όσο και σε παγκόσμιο, δεν είναι το μοναδικό θέμα που θίγει ο συγγραφέας. Στο σπονδυλωτό αυτό μυθιστόρημα, όπου σε κάθε κεφάλαιο αναπτύσσονται παράλληλες ιστορίες (πρωτοπρόσωπης ή τριτοπρόσωπης αφήγησης) και όλες ενώνονται γύρω από τα Σόθιψα, (μια μικρή ορεινή κοινότητα στο Σινιάτσικο της Εορδαίας, τόπος στα όρια του φανταστικού και πραγματικού), θίγονται θέματα που έχουν να κάνουν με τον εμφύλιο, την κρίση της οικογένειας και των αξιών αλλά και υπαρξιακά ζητήματα όπως ο θάνατος, η φθορά, η μοναξιά και η αλλοτρίωση.
Ο βασικός αφηγητής, ο άνθρωπος «της απέναντι όχθης», όπως χαρακτηριστικά παρουσιάζεται στον άτιτλο πρόλογο αφηγείται τις ιστορίες στον ακροατή – αποδέκτη – συγγραφέα, γιατί δεν μπορεί να αντέξει άλλο το βάρος των μυστικών, το βάρος των λέξεων. Είναι ένας «αόρατος και άπιαστος», ανώνυμος παρατηρητής που έζησε την καταστροφή και δεν θέλει να ξεχαστεί. Είναι ο «Καθρέφτης του Ανέμου» που βίωσε τη μεγάλη ουτοπία του ταξιδιού και έχει μάθει να αφουγκράζεται το αλφαβητάρι του Ανέμου.
Ο συγγραφέας αποσβολωμένος ακούει την εγγαστρίμυθη φωνή του αφηγητή (πρόλογος) που κατοικεί στα σωθικά του, στο μεταίχμιο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, καθιστώντας μας κοινωνούς σε εκείνο το αλλόκοτο Πάσχα που στήσανε χορό οι πεθαμένοι με τους ζωντανούς «Την Ημέρα των Ψυχών. Στον Τόπο των Νεκρών», με τον αχό του ανέμου στις φλέβες τους, λίγο μετά από την βιβλική καταστροφή, λίγο πριν από την μεγάλη έξοδο. Εκείνο το Πάσχα που ο σφοδρός άνεμος γέμισε τα πανιά του πέτρινου πειρατικού «Τόπου με τα Μεγάλα Μάτια» και αφέθηκε να ταξιδεύει δίχως ταυτότητες και σωσίβια, συντροφιά με τις Τζίντες, τις νεράιδες του Ανέμου. Το πειρατικό συνειρμικά μας παραπέμπει στην ιστορία του καραβιού θρύλος «Ματαρόα*». Είναι ίσως οι Έλληνες που έφυγαν από αυτόν τον τόπο για να ορίσουν κάπου αλλού τη μοίρα τους, μα αυτόν τον Τόπο τον κουβαλούν μέσα τους συνεχώς, σκορπισμένοι στις τέσσερις γωνιές της οικουμένης, αυτοί και τα παιδιά τους, ταϊζοντας τα όνειρα με τις λέξεις τους μέχρι να λιώσουν και οι τελευταίες, δια στόματος των νεκρών τους, μα και κυρίως μέσω της φωνής του Ανέμου.
Μια πολυεπίπεδη ιστορία με πληθώρα προσώπων, αφηγηματικών φωνών και με έκδηλη τη μπαχτινική διαλογικότητα, όπως φαίνεται μέσα από την εναλλαγή του μακροπερίοδου και μικροπερίοδου λόγου, την εικονοπλαστική δύναμη των περιγραφών, τον κυρίαρχο ποιητικό λόγο, την προφορικότητα αλλά και τη χρήση πολλών διαλέκτων (ποντιακά, βλάχικα)
Οι περισσότεροι χαρακτήρες του Χριστόπουλου ακόμα και οι δευτερεύοντες είναι σφαιρικοί, ενδιαφέροντες τύποι, με ένα ιδιαίτερο διακριτικό στοιχείο και με μια πληγή ανοιχτή.









