Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

«”Λάμψεις διαρκείας από μια ηχώ στον βυθό”. Ξαναδιαβάζοντας τις “Μαριονέτες” του Kleist» (Γράφει η Παναγιώτα Λάσκαρη)

 

Ανακάμπτοντας στην ανάγνωση των πεφιλημένων, βγήκα από δρόμους παλιούς σε ξέφωτα ξεχασμένα απ΄ τον καιρό, αλλά ολόφρεσκα σαν το ολόρθο κεφαλάκι άγριας κόκκινης τουλίπας στον χιώτικο κάμπο. Ξέφωτα που, ντάλα μεσημέρι, χωρίς καμιά παραμυθία, δοκιμάζουν τις αντοχές σου στην έκθεση στο αβυσσαλέο φως , ενώ εκ προοιμίου πανηγυρίζουν την ήττα σου, που πάντα έρχεται αναπότρεπτη στο τέλος, καθώς ευσκιόφυλλον δένδρον ουδέν, παρά μόνον άγριες στις διαθέσεις τουλίπες να διαλαλούν παραδείσια τρυφή με αδιαπραγμάτευτο αντίτιμο των παθών σου τον τάραχον.

Στα μέσα του Φθινοπώρου μιλώ για μια κατακόκκινη άνοιξη, που, ως η πιο σκληρή των εποχών, έχει κάθε στιγμή του χρόνου τρόπο να σε βγάζει απ΄τα νερά σου και να σε βυθίζει στα δικά της, για να σε δοκιμάσει αν έχεις τα κουράγια να βγεις στο ανελέητο φως από τον πάτο…Για τη δοκιμασία σού προμηθεύει και το αναντικατάστατο και πρωτεϊκό μαντήλι της Ινούς, για να θυμάσαι πως, κι αν σκαρίσεις ξέπνοος στο φως και διανύσεις επιτυχώς την πρώτη φάση της δοκιμασίας, δεν είναι από δικού σου.

Σε μια τέτοια περιπέτεια με έριξε ανεπίγνωστα φίλος συγγραφέας στην κουβέντα μας για τον Σεφέρη, όταν μου θύμισε το εν πολλοίς ξεχασμένο για μένα δοκίμιο-ξέφωτο του Kleist Περί του θεάτρου των Μαριονετών.[1] Άμα τη ενθυμήσει, άρχισαν τα ανοιξιάτικα μποφόρ, ο κλύδωνας πολλά πάθη υποσχόμενος, η Οδύσσεια φουριόζα, αλλά και το μαγνάδι θεόσταλτο· ήλθε και μου προσδέθηκε από τα πιο πρόσφορα πεφιλημένα της Σεπτεμβριάτικης ανάκαμψης, κείνα που μου φυλάνε πάντα καλοκαίρι: « Είναι κανείς από το μέρος της αθωότητας- λευκοφόρος την διάνοιαν, που λέει κι ο Ρωμανός- σε δύο περιπτώσεις: όταν δεν έχει φτάσει στο σημείο να υποψιασθεί καν το μαύρο, κι όταν το έχει διατρέξει ως την έσχατη άκρη του, έτσι που να πατήσει από το άλλο μέρος πάλι στο λευκό· με πλήρη συνείδηση ότι όσα γνώρισε στο αναμεταξύ του είναι απολύτως άχρηστα…

Μορφές …διαφορετικές στο έπακρο, μ΄ελκύσανε ανέκαθεν-ανεξάρτητα εντελώς απ΄τη ζωή τους- γι΄αυτό το λευκό σημάδι που διασώζανε στο έργο τους, τη λάμψη που έφερναν είτε με τρόπο ήπιο είτε με αγριότητα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

“Η μετάφραση είναι πράξη βίας” (μία συνομιλία με τον ποιητή και μεταφραστή Κώστα Κουτσουρέλη)

«Η ιδέα του ισότιμου διαλόγου των γλωσσών, η υπόθεση δηλαδή ότι ο Έλληνας και ο Αμερικανός συγγραφέας ξεκινούν από την ίδια αφετηρία, δεν είναι απλώς εξωπραγματική – είναι ανόητη». Ο Κώστας Κουτσουρέλης μιλάει για το πρόσφατο βιβλίο του «Η πλάνη του Γκαίτε: Για μια κριτική του μεταφραστικού λόγου», Μικρή Άρκτος, 2022.

– Μετάφραση, ποίηση ή συγγραφή; Ποιο από τα τρία προτιμάτε και γιατί;

Γράφω σημαίνει λέω, μιλώ εγώ ο ίδιος και για λογαριασμό μου. Μεταφράζω σημαίνει ξαναλέω: παίρνω τον λόγο ενός άλλου και τον πάω παραπέρα, τον αποδίδω με τη δική μου φωνή. Παρότι και τις δύο φορές πρόκειται περί λόγου, η απόσταση είναι ουρανομήκης. Όσο η απόσταση που χωρίζει τον Μπαχ, λ.χ., από τον Πάου Καζάλς ή τον Σλάβα Ροστροπόβιτς. Με άλλα λόγια: ο Μπαχ θα συνέχιζε να είναι Μπαχ ακόμη και χωρίς τους πιο χαρισματικούς ερμηνευτές του – το ανάποδο αποκλείεται. Τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή τούς ερμήνευσαν σπουδαίοι ηθοποιοί στην Αρχαιότητα, ονόματα λαμπερά που γέμιζαν τα αμφιθέατρα αλλά δεν τα θυμάται κανείς σήμερα. Κι αυτό δεν είναι άδικο, η συμβολή τους ήταν άλλης φύσεως και η αναγνώρισή της δεν περνάει υποχρεωτικά από την υστεροφημία. Τέτοια είναι και η συμβολή του μεταφραστή. Δουλειά του είναι όχι να ανάβει, αλλά να μεταφέρει την δάδα στον χώρο και τον χρόνο. Οπότε δεν τίθεται ζήτημα σύγκρισης – έτερον εκάτερον. Τώρα, αν με ρωτάτε τι μου αρέσει περισσότερο, θα σας πω ότι η μετάφραση ενίοτε είναι πιο ξεκούραστη, πιο ευχάριστη δουλειά, δεν απαιτεί βουλητική εγρήγορση όση το πρωτότυπο γράψιμο, που είναι ζόρικη υπόθεση. Δεν ικανοποιεί όμως και πνευματικά στον ίσο βαθμό. Με την ευκαιρία, ένα από τα ζητήματα που πραγματεύομαι στο βιβλίο μου είναι αυτή ακριβώς η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ πρωτογενούς συγγραφικής δημιουργίας και υστερότοκης μεταφραστικής ερμηνείας ή εκτέλεσης του πρωτότυπου έργου.

– Τι υποδηλώνει ο τίτλος “Η πλάνη του Γκαίτε”; Γιατί τον επιλέξατε;

Τριάντα χρόνια τώρα εκπονώ, επιμελούμαι, διορθώνω, κρίνω, σχολιάζω μεταφράσεις. Επιπλέον έχω σπουδάσει και διδάξει μετάφραση, ακόμη και ελλανοδίκης σε μεταφραστικά βραβεία έχω χρηματίσει. Κάπως λοιπόν γνωρίζω το πράγμα. Στην «Πλάνη του Γκαίτε» συγκέντρωσα κάποια από τα κείμενα που έχω γράψει σχετικά, τα συστηματικότερα, αυτά που αναδεικνύουν καλύτερα το ειδικό πρίσμα υπό το οποίο βλέπω τη μετάφραση και τα προβλήματά της σήμερα.

Πριν διακόσια χρόνια, ο Γκαίτε είχε επαγγελθεί την έλευση μιας εποχής όπου οι τοπικοί φραγμοί δεν θα παίζουν πλέον ρόλο, την εποχή μιας αληθινά παγκόσμιας, οικουμενικής λογοτεχνίας, όπου συγγραφείς και έργα θα κρίνονται και θα εκτιμώνται ανεξαρτήτως της γλώσσας και της προέλευσής τους. Η πρόβλεψή του για ένα διάστημα φαινόταν να επαληθεύεται, όλο και εξωτικότερα ονόματα απ’ όλες τις γωνίες του πλανήτη και από σπάνιες γλώσσες έρχονταν να εμπλουτίσουν τον παγκόσμιο κανόνα. Σήμερα η τάση αυτή έχει πλήρως αναστραφεί, η λογοτεχνία όπως και να τη δει κανείς γίνεται πολιτισμικά, ιδεολογικά, τεχνοτροπικά όλο και πιο μονόχνωτη, όλο και πιο μονοφωνική. Έχουμε μια ομογενοποίηση δηλαδή, την εξάλειψη της γλωσσικής και της λογοτεχνικής ποικιλότητας, η οποία χρονικά δεν είναι τυχαίο ότι συμπίπτει πολιτικά με την περίοδο της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης. Δεν είναι ο Γκαίτε που δικαιώθηκε στην πρόβλεψή του λοιπόν, αλλά ρεαλιστές παρατηρητές όπως ο Δανός κριτικός Γκέοργκ Μπράντες που έλεγε ότι οι συγγραφείς που δεν γράφουν στις διαδεδομένες γλώσσες, έχουν ελάχιστες πιθανότητες να γίνουν ευρύτερα γνωστοί όσο καλοί και αν είναι. «Παγκόσμια λογοτεχνία» δεν υπάρχει, ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ. Αν το συνειδητοποιήσουμε αυτό, θα δούμε και τη μετάφραση στις πραγματικές της διαστάσεις.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μαρώ Τριανταφύλλου, «Αινίγματα», εκδ. Εύμαρος, 2023 (γράφει ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής)

Το βιβλίο αποτελείται από διηγήματα που αφηγούνται ιστορίες μυθολογικών προσώπων, λιγότερο ή περισσότερο γνωστών εκδοχών των μύθων, κατά γενικές γραμμές πιστές στα δεδομένα, με μικρές παραφθορές, στις οποίες δεξιοτεχνικά δεν καθορίζονται τα πρόσωπα και ο χρόνος, έτσι ώστε να αποκτούν διαχρονικότητα. Έτσι αν κάποιος δεν λάβει υπ’ όψη του τους τίτλους και δεν διαβάσει τις διευκρινιστικές πληροφορίες στο τέλος του βιβλίου πιθανόν δεν θα καταλάβει την αναφορά στους αντίστοιχους μύθους, τουλάχιστον στις περισσότερες ιστορίες. Ουσιαστικά αποτελούν ανάπτυξη των μυθικών εκδοχών και εμπλουτισμό τους με περιγραφές, τα οποία γίνονται με τη χαρακτηριστική γλωσσική άνεση και παρατηρητικότητα της συγγραφέως.

Είναι βιβλίο ψυχικών καταστάσεων των ηρώων του, ακραίων και φορτισμένων, συχνά οριακών, που χαράζονται από έντονα γεγονότα. Κινείται στον μοιραίο, στον τραγικό και κάποτε στον ρομαντικό χώρο –όσον αφορά την παρουσίαση του ερωτικού στοιχείου και της αγάπης και στην εξιδανίκευσή τους.

Φωτίζονται οι λεπτομέρειες, με χαρακτηριστική γλαφυρότητα, νοηματοδοτούνται και γίνονται οργανικά μέρη της υποθέσεως.

 

Όταν αυτός κοιμάται, πηγαίνει στον μεγάλο ολόσωμο καθρέπτη του μπάνιου. Βγάζει τα ρούχα της ένα ένα, τα διπλώνει πολύ προσεκτικά και τα τοποθετεί πάνω στο πλυντήριο. Τα ονοματίζει και μες στο νου της λάμπουν οι εικόνες των λέξεων, κυματίζουν οι γραφές σαν να τραγουδάνε: φόρεμα, φό-ρε-μα, εσώρουχο, ε-σώ-ρου-χο… Μένει τελείως γυμνή. Βγάζει τελευταίο το λαστιχάκι που κρατά δεμένα τα μαλλιά της. Χύνονται τα μαλλιά της στους ώμους της, γκρίζα και άπλυτα. Κάποτε πρέπει να ήταν όμορφα τα μαλλιά της. Εκείνος ο άντρας τα είχε τραβήξει. Και την είχε πονέσει. Είχε έρθει μπροστά του, κάτι να του πει, αλλά ήταν εκεί ένα βλέμμα, ήταν εκεί δυο μαύρα μάτια και δυο μαύρα μάτια την κοίταζουν και ξεματώνουν τα λόγια της, τα δυο μαύρα κοριτσίστικα μάτια… Τα αγαπάει τα μάτια εκείνα […]

(«Ισμήνη», σ.10)

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Ανθολογία Σύγχρονης Κουρδικής Ποίησης» (επιλογή- μετάφραση: Τζεμίλ Τουράν Μπαζιντί), εκδ. ΑΩ, 2020 [γράφει η Κατερίνα Λιάτζουρα]

«Στους τάφους ζει το Κουρδιστάν»

 

Στον πρόλογο του βιβλίου γράφει ο συγγραφέας Τζεμίλ Τουράν Μπαζιντί που ερεύνησε, επέλεξε, επιμελήθηκε και που μετέφρασε από τα κουρδικά τα ποιήματα της ανθολογίας «Ανθολογία Σύγχρονης Κουρδικής Ποίησης» που κυκλοφόρησε του 2020 από τις εκδόσεις ΑΩ: “Από την αρχαιότητα ακόμη μιλούσαν για έναν σκληροτράχηλο λαό που ήξερε να πολεμάει και να διεκδικεί. Όμως οι Κούρδοι δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν ο πολιτισμός τους, τα ήθη και τα έθιμα τους, ήταν η αγάπη τους για τη φύση, ήταν το δέος τους στη δύναμη του ήλιου, που τον θεοποίησαν. Ήταν ο φόβος στη θεά του γαλήνιου έναστρου ουρανού, ήταν ο μόχθος της σποράς, ήταν ο θρήνος της απώλειας […] ” Και αναρωτιέμαι τι γνωρίζουμε στ’ αλήθεια για αυτόν τον πανάρχαιο λαό και τι ξέρουμε για τον σύγχρονο κουρδικό λαό; τι γνωρίζουμε για το Κουρδικό ζήτημα, που σαν ένας γόρδιος δεσμός, ταλαιπωρεί και βασανίζει εδώ και πολλές δεκαετίες τους Κούρδους, είτε αυτοί κατοικούν στην βόρεια Συρία, είτε στην νοτιοανατολική Τουρκία, είτε στο βορειοδυτικό Ιράν ή είτε στο βόρειο Ιράκ, στερώντας τους την ειρήνη και την αυτοδιάθεση; στερώντας τους μια κρατική οντότητα με διακριτά σύνορα και την ελεύθερη πολιτική διακυβέρνηση της; στερώντας από τους απλούς ανθρώπους το δικαίωμα της πατρίδας, το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού τους ως μια ενιαία εθνότητα, το δικαίωμα της γλωσσικής και πολιτιστικής τους ύπαρξης;

 

Ανατρέχοντας όμως σε διάφορα δημοσιεύματα, κανείς βρίσκει την απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα.  Οι προαναφερθείσες περιοχές είναι πλούσιες σε πετρελαϊκά αποθέματα. Και ως γνωστόν, όπου υπάρχει πετρέλαιο, υπάρχει πλούτος, και ο φυσικός πλούτος φέρνει χρήμα, και όπου υπάρχει χρήμα ευδοκιμούν οι πολεμικές συρράξεις, για τον έλεγχο των περιοχών και την εκμετάλλευση τους. Συνέπεια όλων αυτών, οι κάτοικοι να εξαναγκάζονται σε υποχρεωτικές μετατοπίσεις, σε εξορίες, στην προσφυγιά και τη ξενιτιά. Και δεν ήταν λίγοι αυτοί που έφυγαν από τα πατρογονικά τους εδάφη. Αλλά δεν είναι και λίγοι όλοι εκείνοι που ακολούθησαν τον δρόμο της αντίστασης, άλλοτε μιλώντας με στίχους και άλλοτε με όπλα.

 

Διαβάζοντας τα ποιήματα της «Ανθολογίας Σύγχρονης Κουρδικής Ποίησης» δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε αν ή γιατί σιωπούν οι ποιητές τέτοιες εποχές. Ερώτημα που είχε θέσει κάποτε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ με τον αλληγορικό του στίχο στοχεύοντας στην απάθεια των συμπολιτών – λογοτεχνών του, κατά τη διάρκεια του ναζιστικού μορφώματος στη Γερμανία. Όχι, δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε, καθώς για την περίπτωση του κουρδικού λαού, οι ποιητές δεν σιωπούν. Αντιθέτως για το Κουρδικό ζήτημα έχουν γράψει πολλοί και σπουδαίοι Κούρδοι ποιητές. Και έτσι μέσω της ποιητικής τους φωνής γίνονται και ευρύτερα γνωστά τα προβλήματα και τα βάσανα του κουρδικού λαού.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Άλκη Ζέη, «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» (α΄ έκδοση Κέδρος, 2002, Μεταίχμιο 2011)

Λένε πως άμα πνίγεσαι στη θάλασσα, πριν βουλιάξεις για τα καλά, περνάει από μπροστά σου, σαν κινηματογραφική ταινία, όλη σου η ζωή. Κι εμένα τώρα, που βουλιάζω στη στεριά, περνάει από μπροστά μου όλη μου η ζωή στο Άαχεν.
Το σπίτι μας, σ’ ένα μεγάλο δρόμο με δέντρα και στη μέση παρτέρια με λουλούδια.
Μένουμε στον τρίτο όροφο, και στο ισόγειο είναι το μαγαζί που πουλάει τα ψωμάκια. Το δωμάτιό μου μεγάλο, μ’ ένα κρεβάτι σχεδόν διπλό, μπρούντζινο, σαν του παλιού καιρού, με τσέρκι και κουνουπιέρα να το σκεπάζει ολόκληρο και να χώνεσαι μέσα να κάνεις όνειρα ξύπνια. Το είχα δει σε μια βιτρίνα, όταν πήγαμε με τη μαμά και τον μπαμπά να διαλέξουμε έπιπλα. «Αυτό θέλω». Εκείνοι γέλασαν. «Ας της κάνουμε το χατίρι», είπε ο μπαμπάς και μου το πήραν. Όταν μας το έφεραν στο σπίτι, ξάπλωνα με τις ώρες. Μια τρύπωνα κάτω από την κουνουπιέρα, μια την άνοιγα και κοίταζα απέναντι, από το μεγάλο παράθυρο που έπιανε όλο τον τοίχο, τα φανάρια της Άννα- στράσσε – ένα δρόμο όχι πολύ μεγάλο, στολισμένο με παλιά φανάρια.
Εκεί πηγαίναμε με τον μπαμπά, μόλις τέλειωνα τα μαθήματά μου, να κάνουμε μια βόλτα, παρόλο που άρχιζε να σκοτεινιάζει. Όταν χιόνιζε, στραφτάλιζαν οι νιφάδες στο φως των φαναριών. Τις Παρασκευές, που δεν είχαμε σχολείο την άλλη μέρα ούτε εγώ ούτε ο μπαμπάς, πηγαίναμε βόλτα στους πεζόδρομους που ήταν εκεί γύρω, χαζεύαμε τα μαγαζιά, δηλαδή εγώ χάζευα, και καταλήγαμε σ’ ένα μεγάλο καφενείο, το Κινγκ Κόλετζ, που είχε καρέκλες από χοντρή ψάθα και ξύλινα τραπέζια. Εγώ έπαιρνα μια ζεστή σοκολάτα κι ο μπαμπάς μια μπίρα. Αν χασομερούσαμε, μας έλεγε η μαμά γελώντας: «Πάλι έξω το ρίξατε;».
Εκεί, σ’ αυτόν το δρόμο με τα φανάρια, έλεγα στον μπαμπά όλα μου τα μυστικά. «Κωνσταντινιώ», έτσι με φώναζε ο μπαμπάς, «τι καινούριο έχουμε σήμερα;». Κι εγώ άρχιζα και δεν τέλειωνα· τα πιο πολλά για το σχολείο, που το λάτρευα.
Το αγάπησα από τη στιγμή που το είδα. Παρόλο που, πριν μπούμε μέσα την πρώτη μέρα, χτυπούσε η καρδιά μου σαν τρελή, και τα χέρια μου, που κρατούσε το ένα ο μπαμπάς και το άλλο η μαμά, είχαν ιδρώσει.
Μπήκαμε σε μια μεγάλη αυλή στρωμένη με πρασινόγκριζες πλάκες κι ένα μεγάλο στέγαστρο γύρω γύρω.
«Ο διευθυντής, ο χερ Χάινερ, μας περιμένει στο γραφείο του», λέει η μαμά. Παίρνουμε ένα διάδρομο με πλακάκια μπεζ και βυσσινιά. Ο διάδρομος ατέλειωτος, μα σ’ όλο το μήκος, από τη μια μεριά, απ’ άκρη σ’ άκρη, παράθυρα και στο περβάζι τους γλάστρες γλάστρες με διαφορετικά λουλούδια και φύλλα η καθεμιά. Στον απέναντι τοίχο, πίνακες. Η καρδιά μου δε χτυπούσε πια, γιατί αποξεχάστηκα και χάζευα.

Διαβάστε περισσότερα