Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Ποιείν Αλμανάκ: Οι 4+1 Θεατρικές Παραστάσεις του 2011 (γράφει ο Κωνσταντίνος Μπούρας)

Είναι κοινό μυστικό για όσους μελετούν προσεκτικά την ιστορία των πολιτιστικών φαινομένων ότι σε περιόδους κρίσεως, όταν οι συνειδήσεις ξεβολεύονται, όταν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης χτυπάει κόκκινο, όταν επιτέλους και οι πιο ράθυμοι μικροαστοί συνειδητοποιούν ότι αύριο μπορεί να μην ζούμε ή να μην έχουμε τρόπο να εκφραστούμε ελεύθερα, όταν ο υγιής – και όχι μόνον – ανταγωνισμός φουντώνει, τότε δημιουργούνται και τα σημαντικότερα έργα Λόγου και Τέχνης. Σκεφτείτε μόνο τι έπραξε η «γενιά του τριάντα». Φέτος απόλαυσα πραγματικό θέατρο. Στιγμές σκηνικής ευωχίας. Σε θεατρικούς, ημιθεατρικούς και παραθεατρικούς χώρους. Όλοι βιάζονται «να πούνε τα λιγοστά τους λόγια γιατί (θαρρούν πως) αύριο η ψυχή τους (θα) κάνει πανιά» (για να παραφράσω τον Σεφέρη).

 
Και ξεκινώ από το Εθνικό μας Θέατρο που είχε την φαεινή ιδέα να καλέσει λογοτέχνες και ηθοποιούς να διαβάσουν μπροστά στο έκπληκτο αθηναϊκό κοινό κλασικά κείμενα. Και λέω έκπληκτο, γιατί ο μέσος όρος ηλικίας ήταν άνω των εξήντα χρόνων. Τι έγινε παιδιά; Υπάρχουνε στασίδια στην λογοτεχνία; Υπάρχει άτυπη επετηρίδα; Τίποτα πιο φρέσκο και καινοφανές δεν υπάρχει; Αν δεν κλείσεις τα εξήντα δεν υπάρχεις σε αυτό τον τόπο; Με τη σύνταξη και το …εφάπαξ έρχεται και η λογοτεχνική καταξίωση; Φαίνεται όμως ότι όλα εδώ λειτουργούν σε επίπεδο παρέας κι οι συνομήλικοι έχουν πάντα τον τρόπο τους να ευλογούν τα γένια τους. Σε μια από αυτές τις εκδηλώσεις πάντως που επήγα ο έρμος έπληξα μέχρι θανάτου και με τον ακκισμό των ηθοποιών και με την θανάσιμη, σχεδόν νεκρική σιγή, του ομιλούντος καλλιτέχνη, που «αν και καθήμενος» δεν «ομιλούσε ορθώς» και φεύγοντας φώναξα τον περίφημο στίχο του Καρυωτάκη: «αν τουλάχιστον κάποιος από αυτούς πέθαινε από αηδία, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία».

 

  

1. Στη «Νέα Σκηνή – Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού μας Θεάτρου είδα τη νεκρανάσταση του Γρηγορίου ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ από την πολλά έμπειρη Ρούλα ΠΑΤΕΡΑΚΗ. Μόνο αυτή ανάμεσα στους έλληνες σκηνοθέτες που δεν αναμασούν τα ίδια και τα ίδια θα μπορούσε να δώσει ζωή σε ένα παρωχημένο έργο «εποχής», όπως «Ο κόκκινος βράχος». Το κοινό την αντάμειψε με την αθρόα προσέλευσή του. Όμως και η Ρούλα πάλεψε πολλές δεκαετίες μαχητικά, εις βάρος της περιουσίας και της υγείας της, περιμένοντας ν’ αδειάσουν τα στασίδια και να την προσέξουν οι ιθύνοντες και οι επίσημοι θεατρικοί φορείς της χώρας μας. Αιδώς Αργείοι!!!! Αιδώς!!!!!!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Παναγιωτης Λιναρδάκης, χρεοκόπησα

…… Και όχι όλα, Χρεοκόπησα!!! Θα βάλω βενζίνη …

Τα λέω αποφορτίζομαι και όποιος με αγγίξει καίγεται. Πιάνω δουλειά δίνω το στίγμα μου και σου εύχομαι μια πολύ καλή ημέρα. Πρόσεχε! Τι να προσέχω? Να μην κλείνω τα μάτια? ‘η να τ’ανοιγω? Βιογραφικό: Άτακτες σπουδές. Για το μέλλον μου, θηλιά από το ταβάνι. Ο Γάτος τώρα που μιλάω θα νομίζει ότι τρελάθηκα. Σήμερα είναι 6 Αυγούστου 2011. Καλό μου ακούγεται. Τα πάντα σε ισορροπία. Να μπω στο internet να κατεβάσω Savour- vivre… που δεν υπόκειται σε κανόνες. Όλοι σκέφτονται τα πάντα. Λίγοι τα κάνουν. Dolce&Gabbana, Versace, Ralph Lauren, Fendi, Dior, Shannel, Prada, Lancome, Cuggi, Hugo Boss, Giorgio Armani, Louis Vuitton, Channel No5, Miu miu, Yves Saint Laurent, Alexander Mcueen, Calvin Klein, Vivienne Westwood, Rolex, Lacoste, Omega… Να ζητήσω μετάφραση στα Ελληνικά, μάλλον το χάλασα το κασετοφωνάκι μου, μ΄ αυτά και μ΄ αυτά. Θα το φτιάξω το πρωί. Οι πλαστικοί χειρουργοί καταστρέφουν τις γυναίκες. Τώρα πια μ΄ αρέσει να πηγαίνω μόνο στη θάλασσα. Δάκρυα από ορείχαλκο. Η μητέρα μου η Shaolin ο Τζογιος (Πολύ χιούμορ και Αυτοσαρκασμός, Εγώ). Ο Τσαρούχης πως και δεν έφτιαξε τα παιδιά του Πειραιά?. Από τώρα αρχίζω να το σκέφτομαι τέρμα η τηλεόραση ίσως και η μουσική. Δεν με ενδιαφέρουν οι Μικροαπατεώνες, οι άλλοι με ενδιαφέρουν, έχουν πολύ μυαλό. Κάθε 5 λεπτά ανοίγω τα μάτια. Νομίζω ότι έχει ξημερώσει και η ώρα είναι 3:30.. δεν γράφω κανένα, τα κάνω όλα για το κέφι μου όλα αυτά δεν γίνονται ούτε στο Las Vegas. Κουτάκι ξύλινο Λουδοβικου 14ου, με κλειδαριά και μέσα τρυπάνια σκουριασμένα, απ΄ αυτά που καποτε μου είχαν τρυπήσει το μυαλό. Αμαρτία, αμαρτια, αμαρτία, αμαρτια,,,, Οταν βρίσκεσαι σε απόγειο σκέψεων, σιγά – σιγά το ελέγχεις και μετά σκέφτεσαι για πρόκες για φώκιες για μπαρμπούνακια και ουζάκια κλπ. Στη παραλία μ΄ αρέσουν τα μπουκάλια που έχουν μηνύματα και έρχονται απ΄ την θάλασσα. Τι είναι η μουσική που ακούμε? 3ο RAIX? (ΛεΣ) Tα διαπιστευτήρια μου , υπογράφω ακαλυπτες επιταγες. Στη θάλασσα αν πας έστω και για λίγο ηρεμείς ακόμα και με τρικυμία. Παράξενο να σας πω τι μ΄ αρέσει περισσότερο απ΄ όλα: Τα τηλεκοντρόλς και τα Mac και οι πρόκες, και η φωτιά και το όνειρο και η φαντασία, η μεταθάνατο ζωή, η ευθανασία ειδικά αυτή, τα Glogs επισης και οι γυναίκες. Μακαρι να ειχα-ειχα-ειχα…!!!!!Ειχα!!!!!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Τσαρλς Ντίκενς, «Το χριστουγεννιάτικο πνεύμα του παρελθόντος»

 

 

Ἦταν ἀκόμη σκοτάδι ὅταν ξύπνησε ὁ Σκροῦτζ. Νόμισε πὼς τὸ ρολόι εἶχε σταματήσει, θυμόταν ὅτι ἔπεσε νὰ κοιμηθεῖ μετὰ τὶς δυό. Τὸ ρολόι χτύπησε μία ἀκριβῶς.

Ἀμέσως, μιὰ λάμψη δυνατὴ πλημμύρισε τὴν κρεβατοκάμαρα. Ὁ Σκροῦτζ ἀνασηκώθηκε καὶ τότε εἶδε ἐμπρός του μιὰ περίεργη ὀπτασία. Εἶχε τὸ ἀνάστημα, τὸ πρόσωπο, τὰ χέρια ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ, ἀλλὰ τὰ μαλλιά της ἦταν ὁλόλευκα ὅπως ἑνὸς γέρου. Ἀπὸ τὸν ὦμο, πάνω ἀπὸ τὸ λευκό, κοντὸ χιτώνιό της, κρεμόταν μιὰ γιρλάντα λιόπρινο, σύμβολο τοῦ χειμῶνα.

«Μὴ φοβᾶσαι», τοῦ εἶπε ἡ ὀπτασία. «Εἶμαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Παρελθόντος κι ἦρθα νὰ σὲ βοηθήσω».

Πῆρε τὸν Σκροῦτζ ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ παράθυρο.

Ὁ Σκροῦτζ φοβήθηκε μήπως πέσει, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸν ἐνθάρρυνε νὰ πετάξει μαζί του πάνω ἀπὸ στέγες καὶ ἀγρούς. Κι ἦταν πρωὶ ὅταν ἔφτασαν σὲ μία μικρὴ ἐπαρχιακὴ πόλη.

«Μά, ἐδῶ πέρασα τὰ παιδικά μου χρόνια», μουρμούρισε κατάπληκτος ὁ Σκροῦτζ.

«Ἔ, τότε, θὰ ξέρεις τὸ δρόμο γιὰ νὰ ἔρθεις ἐδῶ», τὸν ρώτησε τὸ Πνεῦμα.

«θὰ μποροῦσα νὰ τὸν βρῶ μὲ κλειστὰ μάτια», ἀπάντησε ἐκεῖνος.

«Κι ὅμως, δείχνεις σὰν νὰ ἔχεις ξεχάσει ἀκόμη καὶ τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ τόπου», παρατήρησε αὐστηρὰ τὸ Πνεῦμα.

Ὕστερα βάδισαν πάνω στὸ χιονισμένο δρόμο συναντώντας φυσιογνωμίες γνωστές. Ἀγρότες μὲ τὶς ἅμαξες, παιδιὰ μὲ τ᾿ ἀλογάκια τους. Ὁ Σκροῦτζ τοὺς θυμόταν ὅλους. Τοὺς φώναξε μάλιστα μὲ τὰ ὀνόματά τους. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀπάντησε!

«Εἶναι μόνο σκιές», τοῦ ἐξήγησε τὸ Πνεῦμα, «δὲν μᾶς βλέπουν».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Άννα Ρόζενμπεργκ, “Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας και Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας: Μια παράλληλη ανάγνωση[1]”

(Οδυσσέας Ελύτης, Αλβανικό Μέτωπο 1941)

 

Η συμμετοχή του Ελύτη στον ελληνοϊταλικό πόλεμο το χειμώνα του 1940-41 έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ποιητική και ιδεολογική του διαμόρφωση και σήμανε την αρχή μιας νέας περιόδου στην πνευματική του πορεία. Η εμπειρία του πολέμου ώθησε τον Ελύτη να στραφεί πιο άμεσα προς την ιστορία και το συλλογικό αίσθημα στο έργο του.[2] Όπως σημειώνει ο ίδιος στην Αυτοπροσωπογραφία του:

Η Αλβανία, για τη σωματική μου υπόσταση ήταν μια περιπέτεια αβάσταχτη, αλλά για την ψυχική μου όμως ιστορία, μια τομή βαθιά. (…) έγινε αιτία ο πόλεμος να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας, ο ομαδικός πλέον και όχι ο προσωπικός. Θέλω να πω τι σημαίνει να μάχεσαι ενταγμένος σε μιαν ομάδα, που έχει ορισμένα ιδανικά, και να μάχεσαι κι εσύ γι’ αυτά.[3]

Αυτή η στροφή του Ελύτη διαφαίνεται τόσο στην αρθρογραφία της περιόδου εκείνης, όσο και στα ποιητικά του έργα Ήλιος ο Πρώτος, Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, Αλβανιάδα και Βαρβαρία,και αργότερα στο Άξιον Εστί.[4]

Ο νεαρός Ελύτης ήταν ένας από τους λίγους που είχαν αναλάβει τη δημόσια υπεράσπιση της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας και ιδιαίτερα του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα ήδη πριν από τον πόλεμο.[5] Ωστόσο, μετά τον πόλεμο, ο Ελύτης εξετάζει συστηματικότερα τη σχέση ποιητή-κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο Λόρκα εισάγεται από τον Ελύτη σαν ένα χρήσιμο εργαλείο κι ένα «χρυσό μέτρο».[6] Ο Λόρκα, ένας συγγραφέας που είχε ήδη αποκτήσει παγκόσμια φήμη κυρίως λόγω των συνθηκών του θανάτου του στις αρχές του Ισπανικού Εμφυλίου, είχε κατορθώσει, κατά τον Ελύτη, να συμβιβάσει την καινοτομία με την παράδοση, τον υπερρεαλισμό με τη λαϊκή τέχνη, «χωρίς να μεταβληθεί σε ψευτοσοφό που μονολογεί ή σε προπαγανδιστή που πολιτεύεται».[7]

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Γιάννης Ρίτσος, “Ημερολόγιο μιας εβδομάδας” του Πολυτεχνείου (επιμέλεια-επίμετρο: Μάνος Ορφανουδάκης)

 

Ακούστε τον Γιάννη Ρίτσο να διαβάζει το ποίημα ΕΔΩ (ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ)

(μουσική: Νότης Μαυρουδής)

 

 

ΑΘΗΝΑ 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια
ωραία παιδιά δικά μας με τη μεγάλη θλίψη των ανδρείων
αψήφιστοι, όρθιοι στα Προπύλαια στον πέτρινο αέρα, έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι
πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα κι η παλάμη του ανθρώπου

17 Νοεμβρίου
Βαριά σιωπή διάτρητη απ΄τους πυροβολισμούς, πικρή πολιτεία,  
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι, 
ποιός θα πει περιμένω μέσα απ το μέσα μαύρο. 
Μικροί σχοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια μ΄έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο,
 κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί και το μοναχικό σκυλί στ΄ αποκλεισμένα προάστια
 ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω απ΄τα καπνισμένα αγάλματα 
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους
 πάνω απ΄τα τανκς  μέσα στους σκόρπιους  πυροβολισμούς..
Πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε; πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

ΚΑΛΑΜΟΣ  18 Νοεμβρίου
Ηλιόλουστη μέρα. Κάλαμος.
Η θάλασσα, σπουργίτια στον ελαιώνα
Κάλεσμα. Πρόκληση. Κάλλος. Μακρινή προδομένη μακαριότητα 
α εσύ δραπέτη λιποτάκτη κρυμμένε ανάμεσα στ΄ αγάλματα, πίσω απ΄τ΄ αγάλματα  
μέσα στ΄αγάλματα, αγάλματα κούφια χωρίς χέρια, χωρίς πέος, χωρίς αμπελόφυλλα
αρνήσου, αρνήσου, όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσεις το δένδρο το πουλί το γαλάζιο
αμαρτία, αμαρτία, πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε εσείς, ο ίδιος ο έρωτας 
κι ο έρωτας αμαρτία, Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, τα παιδιά μας
πόσες γενιές παιδιά μας σε αδιαίρετο χρόνο χωρίς χρόνο 
στα στάχυα και στα σύρματα στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα 
έρωτές μας, παιδιά μας,σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτές μας
Για τίποτε άλλο να μην έχουμε μάτια παρά μόνο για σας.  Τιποτ΄άλλο.
Ω! ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο
επάνω από δύο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω 
βράχος, το μέγα κόκκινο, δεύτερη πόρτα, πέμπτη πόρτα κι η δωδέκατη κλεισμένη 
χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο χτύπημα της πέτρας στην πέτρα 
-μ΄ακούς;  άκουσέ με, εγώ σ΄ακούω, 
δύο σιωπές κάνουν μια φωνή κι ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι.

ΑΘΗΝΑ 19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Με τους αγκώνες στηριγμένους στην ποίηση, με τα μάτια κλεισμένα στις παλάμες
ακούω τη φωτιά. Ανεβαίνει. Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο 
κι η φωνή τους ακόμα.. – Αδέρφια, αδέρφια, πάνω απ΄το αίμα τους, με το αίμα τους 
πάνω από την  αγρυπνισμένη Αθήνα
Πως μπορείτε λοιπόν; Πως μπορείτε;

20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Μάζεψαν τα οδοφράγματα, πλύναν τα αίματα, τα μισά παιδιά πήγαν σχολείο
οι γυναίκες βγήκαν για ψώνια, στη γωνιά ένα καμένο αυτοκίνητο
πλύναν τα ρούχα τ΄απλώσαν στις ταράτσες μυστικά-μυστικά μη φανούνε σαν άλλες σημαίες
κλειστά νοικοκυριά, το κρεμμύδι, η πατάτα, το λάδι 
το αλάτι χυμένο στο δρόμο το ίδιο και τ΄αλεύρι, 
μες στο ψυγείο το κόκκινο πουλί μ΄όλα του τα φτερά
Απ΄το θάνατο αρχίζουμε – έτσι έλεγε- απ΄το θάνατο αρχίζουμε πάλι
επάνω από τη μεγάλη γκρεμισμένη σκάλα
“τι να κάνουμε -είπε- να ξεχαστούμε; θα ξεχάσουμε πάλι;
Σκεπασμένοι στην τρύπια κουβέρτα ως πάνω στα μάτια 
λίγο λίγο θα βγάλεις το ΄να πόδι δοκιμάζοντας τον αέρα τη σιωπή το σκοτάδι
αργότερα τα χέρια, τελευταίο το κεφάλι.
 Απέναντι η καρέκλα, τα τσιγάρα τα σπίρτα και το φως κολλημένο στον τοίχο
 μια τεράστια κίτρινη αφίσα
Ώρα μεγάλη! ώρα σκληρή! ώρα αδειασμένη απ΄την δειλή μακροθυμία των στίχων
εδώ ό,τι πια θα πει θα ΄ναι το αίμα
Ω! κακόφημη ζωή ληστεμένη

22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Αργά που μεγαλώνει το μαχαίρι, αυτός που σιωπεί
δεν είναι που δεν έχει τίποτα να πει
δεν είναι τα δώδεκα καρφιά στον τοίχο,  η ακρίδα στο ποτήρι 
είναι που περιμένει να ξεσφίξουν τα σαγόνια του

Διαβάστε περισσότερα