Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Θοδωρής Νταλούσης, “ο Μασκοφόρος”, Φαρφουλάς, 2014

Ζαχίντ
Ο Ζαχίντ δεν κάνει όνειρα μα εξακολουθεί να τα βλέπει στον ύπνο του. Διέσχιζε, λέει, μια διάβαση πεζών φορώντας το καλό πουκάμισο που του δώρισε η μητέρα τύχη για το μακρινό ταξίδι. Ο σηματοδότης του έδινε προτεραιότητα. Στην άλλη πλευρά του δρόμου, η Ευρώπη του χάρτη σε στάση εναγκαλισμού. Ο Ζαχίντ άνοιξε το βήμα του μα ένα διερχόμενο αυτοκίνητο παραβίασε το φανάρι και του τσάκισε τα παΐδια. Παρέμεινε αναίσθητος στην άσφαλτο. Μόλις συνήλθε κοίταξε ζαλισμένος τριγύρω. Ο οδηγός τον είχε εγκαταλείψει. Στην προσπάθειά του να σηκωθεί συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να κουνήσει το ένα πόδι. Η βλάβη έμοιαζε μόνιμη. Το πουκάμισο, σκισμένο, κρεμόταν έξω απʼ το παντελόνι. Κατάφερε με κόπο να φτάσει στην άλλη μεριά του δρόμου μα η Ευρώπη είχε εξαφανιστεί απʼ το χάρτη. Απόμεινε ένα λευκό πανί, οι ξεφτισμένες άκρες του ανέμιζαν στα μποφόρ των μεσογειακών ανέμων. Το επόμενο αυτοκίνητο σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι. Ο οδηγός άνοιξε το παράθυρο και πέταξε ένα κέρμα στον Ζαχίντ, τον κουτσό ζητιάνο των φαναριών.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα, Oh mommy blue…

Η κούρσα ήταν λευκή και τετράγωνη, όπως επέβαλε η μόδα εκείνα τα χρόνια. Τα καθίσματα δερμάτινα, χρώματος καφέ ανοιχτό. Καθόταν πίσω αριστερά. Όχι πίσω δεξιά, όπως οι επίσημοι. Πίσω αριστερά, για να μπορεί να βλέπει τη μάνα της διαγώνια στο κάθισμα του συνοδηγού. Τον οδηγό δεν τον θυμάται. Η μορφή εκείνης όμως χαράχτηκε βαθιά της ανεξίτηλα. Για πάντα. Ακόμα κι όταν τα κόκαλά τους θα γίνονταν σκόνη, ακόμα κι αν δεν υπήρχε ζωή μετά το θάνατο, αυτή η εικόνα θα γύρναγε στοιχειωμένη στο σύμπαν στους αιώνες των αιώνων…
Ολόξανθη, χείμαρρος τα μαλλάκια της τα μεταξένια στριμώχνονταν ανάμεσα στην πλάτη της και στο κάθισμα. Λευκό το πρόσωπό της, αρυτίδωτο, έτσι έπρεπε στην ηλικία της τη μικρή, την τόσο νέα. Εξαίρεση μιά χαρακιά στο μεσοφρύδιο, βαθιά όσο κι η έγνοια που την έφτιασε… Φορούσε, θυμόταν, ένα μάλλινο παλτό, μαύρο, μακρύ με μεγάλα πέτα. Μεγάλα, όπως και τα ψεύτικα τσίνορα που σκίαζαν τα γαλάζια της μάτια.
Σήκωσε τα χεράκια της τα λατρεμένα, τα πάλευκα, να διώξει διακριτικά μα γρήγορα δυό δάκρυα δραπέτες, πριν τα δει το παιδί της. Στο αριστερό της χέρι, στον παράμεσο, σαν να ακροβατούσε στέκονταν ένα τεράστιο πένθιμο, μωβ πετράδι, δεμένο με κίτρινο χρυσό, περίτεχνα σκαλισμένο. Ποιος μουρλός χαρίζει τέτοιο χρώμα στην Άνοιξη την ίδια; Ίσως να ήταν επίτηδες, για να της θυμίζει πάντα Τα Πάθη της, το δικό της Γολγοθά… Μα, χα!, την πάτησε γιατί λησμόνησε την Ανάσταση. Πάντα, πάντα, πάντα έρχεται η Ανάσταση…
Αυτό πρόσεξε το παιδί της κι όχι τα δάκρυα. Τα δάκρυα της μάνας της τα ήξευρε κι όταν δεν έκλαιγε. Τα έβλεπε πως λίμναζαν στο τέλος των ματιών της.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Αποκριάτικη νυχτιά»

`

Ἐὰν δὲν ἦτο ἐπιμελὴς σπουδαστὴς ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδής, καὶ δὲν εἶχε τυχὸν πῶς νὰ περνᾷ τὰς ὥρας του, κατὰ τὰς πολυημέρους διακοπὰς τῶν ἑορτῶν καὶ τῆς Ἀπόκρεω, ἠδύνατο νὰ εὕρῃ δουλειὰ καθήμενος εἰς τὸ παράθυρον καὶ θεώμενος καὶ ἀκούων τὰ τελούμενα. Δὲν ἦτο δρόμος, ἦτο αὐλή, παμπάλαιος, εὐρεῖα, ἀκανόνιστος, μὲ τοὺς τοίχους ὑψηλοὺς ἀλλ᾽ ἀνίσου ὕψους, περιβάλλουσα μίαν τῶν παλαιοτέρων οἰκιῶν παρὰ τὴν ἀνέρπουσαν ἐσχατιὰν τῆς ἀρχαίας πόλεως, πρὸς τὴν Ἀκρόπολιν, ὑψηλά, παρὰ τὸ Ἁγιοταφίτικον. Αἱ τρεῖς ἐνοικάρισσαι τοῦ ἰσογείου, ἡ κυρα-Κατίγκω ἡ Χρίσταινα, μετὰ τῆς ἀγάμου ἀδελφῆς της Φρόσως, καὶ ἡ γρια-Βαγγελὴ ἡ Λεμονού, μετὰ τῆς κόρης της τῆς Γεώργαινας, καὶ ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα μετὰ τῆς ψυχοκόρης της τῆς Μαρούσας, ἐμάλωναν διὰ κάθε τι, συχνότατα, σχεδὸν τρὶς τῆς ἑβδομάδος. Συνήθως, ἡ κατέχουσα τὸ μεσαῖον οἴκημα, ἡ Λεμονού, πότε ἐκ τῆς παραμικρᾶς ἀφορμῆς, πότε ἄνευ ἀφορμῆς ὡρισμένης, τὰ ἔβαζε σήμερον μὲ τὴν μίαν, αὔριον μὲ τὴν ἄλλην τῶν δύο γειτονισσῶν της. Καὶ τὰς μὲν ἑορτάς, ἀντὶ νὰ εὑρίσκωσιν ὕλην ὅπως κακολογῶσιν ἄλλας ἔξω τῆς αὐλῆς διερχομένας ἢ ἡσύχως εἰς τὰς οἰκίας των καθημένας γυναῖκας, προχειρότερον εὕρισκον νὰ τὰ χαλοῦν μεταξύ των. Ἐὰν τυχὸν ἡ μία τῶν τριῶν, ἡ ἀδελφὴ τῆς μιᾶς ἢ ἡ κόρη τῆς ἄλλης ἐστολίζετο, ἡ ἄλλη ἔμενε πεισματωδῶς μὲ τὰ καθημερινά της, διὰ νὰ ἔχῃ ἀφορμὴν νὰ κακολογῇ τὴν στολισμένην, ὅτι «δὲν ξέρει νὰ φορέσῃ τὸ φουστάνι της», κ᾽ ἔλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μοῦ στολίστηκε σὰ νύφη· τὸ χάλι της, δὲν τὸ βλέπει!» Τὰς δὲ καθημερινάς, ἄλλοτε αἱ δύο, ἄλλοτε καὶ αἱ τρεῖς, εἶχαν μπουγάδα, καὶ ὅλον τὸ πλυσταρεῖον, καὶ ὅλος ὁ χῶρος τῆς αὐλῆς, δὲν τὰς ἤρκει διὰ ν᾽ ἁπλώσωσι τὰ μοσχοπλυμένα των. Συχνὰ ἡ γρια-Βαγγελὴ ἡ Λεμονού, ἀφοῦ ὠνείδιζε τὴν ἐκ δεξιῶν καὶ τὴν ἐξ ἀριστερῶν πάροικόν της, ὡς ἀπρόκοφτην, ὡς ἄπραχτην*, ὡς ἀπασσάλωτην*, αὐτὴ πρώτη θέτουσα τὸ «πρόσφωλο»*, αἴφνης εἰρήνευεν, ἐμειδία, κ᾽ ἔλεγεν ὅτι αὐτὴ ἔχει δουλειὰ νὰ κάμῃ, ὅτι «δὲν χαλνᾷ τὴ ζαχαρένια της», καὶ ὅτι δὲν τὰς συνερίζεται ν᾽ ἀπαντᾷ εἰς τὰς μομφάς των. Ἄλλοτε πάλιν ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα ἔπαιρνε λόγια ἀπὸ τὴν μίαν κ᾽ ἔβαζε μαναφούκια* εἰς τὴν ἄλλην, καὶ εἶτα ἐν ἀνέσει ἐνετρύφα εἰς τὸν καυγάν, ἱσταμένη παράμερα. Ἐμάλωναν διὰ κάθε πρᾶγμα, διὰ μίαν σκάφην ἀναποδογυρισμένην ὀλίγον λοξὰ εἰς τὸ πλυσταρεῖον, δι᾽ ὀλίγες σταλαματιὲς θερμοῦ χυθείσας κατὰ γῆς, δι᾽ ὀλίγας δράκας στάκτης περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον ριφθείσας εἰς τὴν κόφαν. Μιᾷ τῶν ἡμερῶν, ἡ γραῖα Βαγγελὴ ἐθύμωσεν ἐναντίον τῆς Κατίγκως τῆς Χρίσταινας, διότι αὕτη ἐκαυχήθη ὅτι πληρώνεται πρὸς εἴκοσι λεπτὰ τὰ ὑποκάμισα τῆς κόλλας, καὶ τὴν ὠνόμασε «τριγυρισμένην»* καὶ «πομπιωμένην»*, ἄλλοτε πάλιν ἡ Κατίγκω ἐσήκωσε χεῖρα ἐναντίον τῆς Μαρούσας, τῆς ψυχοκόρης τῆς Σταματούλας, καλέσασα αὐτήν, δεκατετραετῆ μόλις, «μωρὴ μπασταρδού!» διότι τὴν εἶδε νίπτουσαν τὰς χεῖρας πλησίον εἰς τὴν κόφαν τῆς μπουγάδας μὲ τὰ ροῦχα. Μὲ αὐτὰ ἐπερνοῦσαν τὰς ἡμέρας των εἰς τὴν εὐρεῖαν αὐλὴν τῆς παμπαλαίου οἰκίας αἱ τρεῖς αὗται πτωχαὶ γυναῖκες.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Απόστολος Θηβαίος, «Οι άγγελοι πεθαίνουν κάθε μέρα Ραφέλ»


`

ΕΙς Μνήμην Ραφέλ ΑΛμπέρτι
`

Τις Κυριακές νιώθει μια σπουδαία μελαγχολία. Σπάνια μιλά για αυτό το βαρύτατο αίσθημα και είναι καλύτερα, αν πει κανείς πως όταν ετούτο κορυφώνεται αποζητά τη μοναξιά της λύπης του. Περπατά παράλληλα με τις γραμμές του εθνικού σιδηροδρόμου που έχει πια περιφρονηθεί εδώ και χρόνια, μα πρέπει κανείς να προσέχει στις διελεύσεις, καθώς κάποτε φτάνουν παράξενα οχήματα, επισκευαστικά που κινούνται αθόρυβα με κανά δυο εργάτες. Όλο χαμογελούν πάνω στην κίτρινη πλατφόρμα. Όταν νιώθει τη σπουδαία μελαγχολία τότε δεν γυρεύει άνθρωπο, μόνο περπατά με αποφασιστικό βήμα, περνά εμπρός από τις κλειστές αυλές με τα άγρια σκυλιά και ίσαμε να φτάσει στο συνοικισμό δεν σταματά, νιώθει μια ανυπόφορη αγωνία που τον βαραίνει και όλο φοβάται τον ήλιο, τον κόσμο στα καφενεία, τον καπνό από τους καταυλισμούς που καίγονται τα παλιά καλώδια και τα ελαστικά. Θα ησυχάσει μονάχα σαν φτάσει στο σκιερό δρόμο του προσφυγικού συνοικισμού που έχει τα μεσημέρια μονάχα μετανάστες κουρασμένους και αναπάντεχους ποδηλάτες. Ο δρόμος στο συνοικισμό είναι ευθύς, απέραντος, με χαμηλά σπίτια, καλοφτιαγμένα, συγυρισμένα με καλές σκεπές, ασβεστωμένες πλάκες, στο βάθος η περίφραξη του μικρού περιβολιού που έχει παγώσει μια τέτοια ώρα και το χώμα του είναι σκληρό. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ο γέρος μοιάζει να καίγεται στην ησυχία της τυφλότητας, ακούνε τα βήματά του, φτάνουν κοντά σαν αδέσποτα, του γνέφουν, το ρωτούν πού πάει, αν χρειάζεται κάποια βοήθεια, «μην γυρέψεις τους ανθρώπους απέναντι, χάσαν χθες κάποιον δικό τους και όλο λυγμοί ακούγονται από την κάμαρη, σεβάσου τον νεκρό»,έπειτα επιστρέφουν στις θέσεις τους, ο γέρος ρωτά για την ώρα, την εποχή, τον καιρό και ύστερα πέφτει ξανά με τα μάτια από τη θέση της ζωής και του κόπου.Εκείνος θα περπατήσει για απέραντα μίλια, σχεδόν θα διατρέξει ολόκληρη την πόλη, έπειτα θα σταθεί στο παλιό, στρατιωτικό ύψωμα για να ιδεί τη θάλασσα των ναυπηγείων. Εκεί, καμιά φορά συναντά και τα παιδιά με τα σπασμένα φτερά στις πλάτες που αγαπιούνται βιαστικά και έπειτα χάνονται κατά τις αποθήκες του έρημου στρατοπέδου. Εκείνα δεν του μιλούν, μόνο χαμογελούν τρυφερά και του προσφέρουν άνθη και φτηνά τσιγάρα. Θα επιστρέψει

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Καβἀφης: ο ποιητής που μἀχεται για την αξιοπρέπεια» (γράφει ο Χάρης Συνοδινός)

`

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις

`

Ο Κ.Π.Καβάφης,ο ποιητής της διασποράς που έβλεπε τον κόσμο με ένα διαχρονικά επίκαιρο τρόπο,είναι ο Αλεξανδρινός δημιουργός που απέδωσε με τον πηλό της ποιητικής του πρωτοτυπίας καλύτερα από κάθε άλλο σύγχρονο ομότεχνο του την ανθρώπινη συνθήκη στην καθολικότητα της,την αναπόδραστη οδύνη της ζωής και τον τρόπο που την αντιμετωπίζουμε.
Ο γιος της Χαρίκλειας Καβάφη βασανίζεται από τις σκέψεις του καθώς είναι έρμαιο της μόνης βεβαιότητας,πως η μόνη αλήθεια είναι αυτή των κινδύνων.Για τα πάντα αμφιβάλλει
και δεν βλέπει παρά μόνο την ρευστότητα του κόσμου,τα ετοιμόρροπα ερείπια που αφήνουν οι κακουχίες της ζωής.Το έσχατο συμπέρασμα του είναι βεβαιότητα της διαχρονικότητας της πανταχού παρούσας απειλής.Τη γνώση αυτή την έχει αντλήσει από το ορυχείο της προσωπικής πείρας,αλλά συγχρόνως εξορύσσει από το ιστορικό παρελθόν εκείνα τα σύμβολα που μπορούν να αποδώσουν την εν λόγω αντίληψη.Συνεπώς,σε πολλές περιπτώσεις ο Καβάφης είναι βαθιά παραινετικός, γιατί είναι σαν να σου λέει:πρόσεχε τον ίδιο σου τον εαυτό,τις ίδιες σου τις υπέρογκες φιλοδοξίες ,που τρέφουν μια επικίνδυνη αμεριμνησία,διότι στις τάξεις τους εμφωλεύει ο εχθρός.Όσο περισσότερο προοδεύεις τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να συναντήσεις κάποια απειλή,διότι η έπαρση που ενσταλλάζεται στη ψυχή εξαιτίας των κατακτήσεων σου είναι πολύ πιθανό να σε οδηγήσει σε αβλεψίες.Και μια παρόρμηση της στιγμής,μια παράλειψη ή ένα λαθάκι από εσφαλμένη εκτίμηση των συνθηκών είναι ικανή να σε γκρεμίσει από το θρόνο των κεκτημένων σου.Για το λόγο αυτό πρέπει πάντα να είμαστε σε καθεστώς ετοιμότητας.Άλλωςτε,η πεμπτουσία της καβαφικής προτροπής ανιχνέευται εξόχως διαυγής στο ποιήμα ´´Μάρτιαι Ειδοί´´ όπου διαβάζουμε :´´Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή./Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις/αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις/να τες ακολουθείς. Και όσο εμπροστά προβαίνεις,/τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.´´Οι αληθινοί τυφλοί είναι οι ανύποπτοι.
Αξίζει ακόμα να εξετάσουμε τους καβαφικούς ήρωες,το είδος δηλαδή των ανθρώπων στους οποίους ο Καβάφης δείχνει προτίμηση. Ο καβαφικός ήρωας,όπως προελέχθη είναι ο πονεμένος άνθρωπος,δηλαδή ο λογοτέχνης της οδού Λειψίας είναι προσηλωμένος κατά τρόπο αξιοπερίεργο και αποκλειστικό σχεδόν στους απελπισμένους ανθρώπους που παλεύουν να ανασυνθέσουν μια ρημαγμένη ζωή,ενώ γνωρίζουν το άδοξο τέλος της ατελέσφορες εντέλει προσπάθειας τους.Μιλάει ,δηλαδή ,για εκείνους τους ανθρώπους που ενώ γνωρίζουν πως ´´η πτώσις (τους) είναι βεβαία ´´ και πως είναι οι ´´προσπάθειες (τους)σαν των Τρώων”στέκονται έξω στον κόσμο να αγωνισθούν. Καίριας σημασίας πρέπει να θεωρείται και η καβαφική άρνηση,η ηρωϊκή άρνηση με την οποία ζητά να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια του ανθρώπου ο οποίος αν και δεν μπορεί να αλλάξει´´της τύχης την καταφορά´´ εντούτοις είναι αποφασισμένος να αμυνθεί απέναντι στη φθορά.Η καβαφική άρνηση είναι μια προετοιμασία που φανερώνει ωριμότητα ζωής είναι μια στρατηγική αποχώρησης και όχι υποχώρησης που είναι πλήρης νοήματος. Σημαίνει να είσαι έτοιμος να δεχτείς την αποτυχία ´´ σαν έτοιμος από καιρό σα θαρραλέος´´, όπως θα αντιμετώπιζες δηλαδή και την επιτυχία. Κάνει λόγο για την αναγκαιότητα της υπεύθυνης στάσης,της νηφαλιότητας και της ψυχραιμίας.ενώπιον της οριστικής ανατροπής και του οριστικού τέλματος.

Διαβάστε περισσότερα