Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Σωτήρης Δημητρίου, «Πάσχα τ’ Απρίλη»

`

O Απρίλης ήταν κάποτε για μένα -τώρα πια έχει μπει κι αυτός στο χωνευτήρι των πολλών και επαναλαμβανόμενων εικόνων και εμπειριών- το Πάσχα στο χωριό μου. Όχι όμως με το θρησκευτικό του μέρος, παρά μόνον αμυδρά.
Μεγάλη Πέμπτη, εγώ και τ’ αδέρφια μου ξεκινούσαμε το πρωί με το λεωφορείο. Ολόκληρο ταξίδι. Φτάναμε στη γέφυρα του Καλαμά. Μια γέφυρα σιδερένια, βαθυπράσινη, απ’ τον καιρό του Εμφυλίου.
Αφού γινόταν ο έλεγχος των ταυτοτήτων απ’ τους φαντάρους του φυλακίου -στιγμές έντονες για τις παιδικές καρδιές μας-, το λεωφορείο, αργά αργά, έμπαινε στη γέφυρα. Κραπ, κραπ, χτύπαγαν κι έτριζαν οι σιδεριές. Το νερό από κάτω ορμητικό, θολοπράσινο απ’ τις πυκνοφυτεμένες όχθες. Έλιωναν τα χιόνια.
Από εκεί και πέρα άρχιζε ένας άλλος κόσμος.
Στο Φιλιάτι κάναμε υποχρεωτική στάση τρεις με τέσσερις ώρες. Γι’ αυτές τις ώρες -που τις περνούσαμε στο καφενεδάκι του σταθμού- δεν αγαπούσα και πολύ αυτή την κωμόπολη, τόσο λαχταρούσα το χωριό μου.
Το καφενεδάκι ήταν γεμάτο ταξιδιώτες για τα πανωχώρια των Φιλιατών. Εκεί άρχιζαν τα πρώτα «ποιανού είσαι εσύ, μωρέ παιδάκι μου;», «ετούτη μοιάζει της μάνας της» απ’ τους χωριανούς μας και τα πρώτα φιλιά. Πρόγευση απ’ το χωριό μου παρηγορητική.
Επιτέλους, το απομεσήμερο το λεωφορείο αγκομαχώντας, γιατί ήταν ασφυκτικά γεμάτο και ο δρόμος χωμάτινος, ανηφορικός, όλο κογκέλες,* ξεκίναγε για τα χωριά της Μουργκάνας.
Αϊ-Νικόλας, Άγιοι Πάντες, Παλιοχώρι, ανηφόρες, στροφές, μια στροφή ακόμα και να το χωριό μου, η Πόβλα. Μαγευτικός δρόμος, μαγευτικά χωριά. Λες και οι πλαγιές οι ντυμένες με κουμαριές, τσέρα, χελιδρονιές,* δάφνες, οι χείμαρροι που ξεπηδούσαν εδώ και κει, τα λιθάρια και τα μονοπάτια ενσωμάτωσαν ό,τι ομορφότερο και ευγενέστερο από τις ανθρώπινες ζωές αιώνων.
Ακόμα και σήμερα, αυτή η διαδρομή, αυτά τα χωριά είναι για μένα μια διαδρομή πνευματική, μια διαδρομή νοσταλγίας και καημού.
Στο χωριό μου φτάναμε το μούσγκωμα.* Μας άφηνε το λεωφορείο στη Θελεσουριά, όπου ήταν ένα μικρό εικόνισμα, ο Αϊ-Θανάσης.
Ο όγκος της Μουργκάνας μπροστά μας. Στην κορφή το βουνό είχε ακόμα χιόνια, που άστραφταν από ένα χιλιόχρωμο ηλιοβασίλεμα. Εκεί που χανόταν ο ήλιος ήταν ένας τόπος αγαπημένος, μυστηριακός, αβάδιστος. Ήταν η Βόρειος Ήπειρος.
Στη Θελεσουριά, κατεβαίνοντας απ’ το λεωφορείο, μας χτύπαγε ευχάριστα ένα ψυχρό αεράκι που -Κύριος οίδε πώς- το ‘χα συνδέσει με τη Βόρειο Ήπειρο, με την Αλβανία. Μήνυμα από μια άλλη ζωή, πιο ενδιαφέρουσα, πιο πλούσια, πιο αινιγματική. Περιττό να πω ότι δεν ήξερα τίποτα για ιδεολογίες, πολέμους και άλλα, και οι δικοί μου, συγγενείς και χωριανοί, μιλούσαν λίγο και ασαφώς, κάτι που μεγάλωνε το μυστήριο.
Φτάναμε με τα ποδάρια στο σχολειό, κατόπι μια απότομη κατηφοριά μάς έβγαζε στην πλατεία του Νικόπλου, όπου ήταν το περίπτερο του μπαρμπα-Μήτση μας. Μας καρτέραγε με ζαχαρωτά και φιλιά. Κατόπι σταματούσαμε στο πατρικό της μάνας μου για λίγο, να δώσουμε τσιγάρα στον παππού, και κατόπι σφεντόνα για το πατρικό μας, για τη γιαγιά μας.
Σε όλη αυτήν τη διαδρομή η μύτη μας είχε πανηγύρι. Φρέσκια, ξάστερη ανάσα ανακατεμένη με τ’ αγριολούλουδα του Απριλιού -φράξο, μανούσια, ζουμπούλια, μοσφακίδια. Τον τόνο τον έδιναν όμως οι καβαλίνες,* η κοπριά, το νοτισμένο χώμα.
Στο πατρικό μας. Τόπος θαλπωρής. Ένα μικρό σπιτάκι με δυο κάμαρες, κατώι για τις αίγες,* μπλατσαριό,* ένας μικρός κηπάκος και η επιβλητική και συγχρόνως γλυκύτατη παρουσία της γιαγιάς μου. Μας μάζευε με πατάτες γιαχνί. Μοσκοβόλαγε ο τόπος. Κατόπι κοιμόμασταν όλοι μαζί στρωματσάδα κι αυτή στη μέση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Μύαρης, Ο Αλέκος Ζούκας παρών σαν ένας «τρυφερός και ακατάλυτος ενεστώτας»

Τεχνίτης μοναδικός ο Αλέκος Ζούκας, όχι μόνο στο μπουζούκι και στη συγγραφική γραφίδα. Στις διαδρομές επιμένω, αυτές που χάραξε στη γεωγραφία της ψυχής, στην ιστορία του ανθρώπινου πόνου και στην ποιητική της παράδοσης, κι αξίζει να προσεχτεί το έργο του! Κύκνειο άσμα του Αλέκου υπήρξε, απʼ όσα γνωρίζω, το πεζογράφημα «Στην Χίο με τον Anatol de Meibohm» (εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα, Νοέμβρης 2011). Από αυτό αποσπώ σχεδόν τρείς σελίδες (141-144), πυκνογραμμένες και μεστές με τα νοήματα που θέλει ο Αλέκος μας κοινωνήσει. Ίσως κεντρίσω την περιέργεια των αναγνωστών και κινητοποιήσω το ενδιαφέρον. Στο αφήγημα χαμογελούν και θλίβονται πρόσωπα που οι ζωές τους υποκύπτουν, όπως και ο λογοτεχνικός καμβάς που πλέκει ο Αλ.Ζούκας, σε φανερές και λανθάνουσες επικαλύψεις, συναντήσεις, αλληλεπιδράσεις πολιτισμών. Πότε με την ενσάρκωση του Αφηγητή και πότε με το επινοημένο προσωπείο του Anatol de Meibohm (ως ημιδιαφανής περιηγητής στη Χίο, αλλά στʼ αλήθεια ως συγγραφέας του 20ου αιώνα, ενδιαφερόμενος για τη μελέτη των πολιτισμικών συγκρητισμών στην Ανατολή) αφηγείται με μαστοριά. Θέλγεται από την απλή ομορφιά του γυναικείου σώματος, ικανού να νικήσει τον χρόνο και τα όποια μέτρα ακυβερνησίας των …κυβερνήσεων . Συγκινείται από το συντριπτικό άχθος που φορτώνει τον ανθρωπάκο των προσφυγικών συνοικισμών η βίωση της ιστορίας ως συνέπειας και όχι ως ερευνητικής διδακτορικής διατριβής. Εξεγείρεται με αντιεξουσιαστική σκευή στην προοπτική χειραγώγησης μέσω των ιδεολογικοποιημένων αναγνώσεων της ιστορίας των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής, την αποστειρωμένη θέαση της φρίκης των ιμπεριαλιστικών πολέμων, τους οιωνούς που προμήνυαν στη ζαλισμένη πλέμπα τη δηλητηριώδη συνεύρεση των ευρωπαϊκών ισχυρών δυνάμεων μετά των ανίσχυρων… προ της τεκνοποιήσεως της γηράσκουσας ευρωπαϊκής ενωτικής σιρμαγιάς. Η πυρκαγιά που περιέχουν τα λόγια των ρεμπέτικων και λαϊκών τραγουδιών επιταχύνει τον χρόνο συνάντησης με τα λόγια των ποιητών και των φιλοσόφων και με την αρμονία των νόμων της φύσης, όπως το πίστευε και το υπερασπιζόταν με τη ζωή του ο Αλέκος.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σταμάτιος Γκαβέτας, Τρία Διηγήματα

Ένα από τα ονόματα Του Θεού

Βρέθηκα εχθές σε ένα ξένο όνειρο, φιλοξενούμενος ή παγιδευμένος ακόμα δεν ξέρω. Προχώραγα σε κάποια πλατεία, όταν ξαφνικά ένας τοίχος μου έκλεισε το δρόμο, γυρίζω από την άλλη βλέπω έναν άντρα, του φωνάζω, μιλάει μια αλλόκοτη γλώσσα, τρέχω προς το μέρος του, και άλλος τοίχος και άλλος, και άλλος, τώρα πια είμαι κλεισμένος από παντού.
Με φέρνει στο νου της, ναι είναι γυναίκα, κάθεται σε ένα καφέ μου χαμογελάει και με χαιρετάει, σε ποια νησίδα του νοσηρού μυαλού της τάχα να είχα βρεθεί. Στο δικό της το όνειρο τι δουλειά είχα, τι δουλειά έχω εγώ σε ξένα όνειρα; Με επιστρέφει πάλι μέσα στους τοίχους, τους σπρώχνω με τις παλάμες μου, ολοένα και στενεύουν, θα με λιώσουν.
Τα λόγια του πατέρα μια πρωτοχρονιά σαν αντανάκλαση σκάσανε εκείνη τη στιγμή «Τύχη είναι ένα από τα ονόματα Του Θεού λέει ο Μέγας Βασίλειος». Ψαχουλεύω τις τσέπες μου, κάτι πρέπει να κάνω. Ένα ζάρι, το έχω για γούρι, το πετάω στον τοίχο, σφηνώνεται μέσα, μεγαλώνει, όσο πάει μεγαλώνει συνέχεια, γίνεται ένα παράθυρο. Οι τοίχοι ετοιμάζονται να με συνθλίψουν, ανοίγω το παράθυρο, τελευταία στιγμή πετάγομαι έξω.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Τόνια Τσαρούχα, Το Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας “Oulipo”

To 1960 ο Γάλλος συγγραφέας Raymond Queneau και ο μαθηματικός Francois Le Lionnais δημιούργησαν την ομάδα πειραματικής λογοτεχνίας OULIPO. Το Εργαστήρι Δυνητικής λογοτεχνίας (Ouvroir de la lit er ature Potentielle) . Άλλα μέλη της ομάδας υπήρξαν οι Marcel Duchamp, Italo Kalvino, Harry Mathews, Jacques Roubaud και από το 1967 ο George Perec. Αντιπροσωπευτικά έργα του κινήματος είναι το «Ασκήσεις ύφους» του Ρευμόντ Κενώ και το “La disparition” (Η εξαφάνιση) του Περέκ. Στο πρώτο ο συγγραφέας εξιστορεί το ίδιο περιστατικό 99 φορές χρησιμοποιώντας κάθε φορά διαφορετικό στιλ ενώ στο βιβλίο του Περέκ απουσιάζει το γράμμα e και θα μπορούσε να θεωρηθεί μια μεταφορά για την εξαφάνιση των Εβραίων κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ή την εξαφάνιση του συγγραφέα επειδή το όνομα του George Perec έχει 4 e και επειδή ήταν και ο ίδιος Εβραίος. Ενώ η νουβέλα του «Les revenentes» είναι ένα μονοφωνηεντικό έργο στο οποίο το μοναδικό φωνήεν είναι το e.
H ομάδα ασχολήθηκε με την διερεύνηση των πιθανών σχέσεων ανάμεσα στη λογοτεχνία και τα μαθηματικά με σκοπό τη δημιουργία νέων μορφών και δομών λόγου. Τα μέλη της αντιμετώπιζαν τη λογοτεχνία ως πεδίο παιχνιδιού και πειραματισμού με σκοπό την παραγωγή έργων που προέκυπταν και υποκινούνταν από γλωσσικούς και μεθοδολογικούς περιορισμούς .Οι περιορισμοί αυτοί είναι τεχνικές που αντί να δυσχεραίνουν τη διαδικασία της γραφής την διευρύνουν και την εμπλουτίζουν αφού λειτουργούν ως ερεθίσματα και μοχλοί έμπνευσης. Ορισμένες από τις τεχνικές της OULIPO ήταν:

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κατερίνα Κόσσυβα, Η ιστορία της μιας γιαγιάς μου

-Πάμε κορίτσι μου να φύγουμε από δω. Πάμε στο σπίτι μας. Τι δουλειά έχουμε εδώ;
-Πού θες να πάμε μάνα; Σε ποιο σπίτι;
-Στο σπίτι το δικό μας. Εκεί που ήμασταν..
(Ποιο σπίτι εννοούσε, δεν μπορούσα να καταλάβω. Πού ήθελε νʼ ακουμπήσει η ψυχή της να βρει ησυχία; Τόσα σπίτια άλλαξε. Ποιο απʼ όλα αγάπησε; Δεν ξέρω. Μη με ρωτάς. Δεν ξέρω αν γνώρισε ποτέ την ευτυχία. Δεν ξέρω που ήθελε να πάει. Αυτό ψάχνω για να καταλάβω σε ποιο μέρος έζησε κάποιες καλές μέρες . Νομίζω πως το πρόβλημά της ζωής της ήταν πως δεν μπόρεσε πουθενά να στεριώσει. Κει που πήγαινε να της χαμογελάσει η ζωή, της έπαιρνε τη χαρά μέσα απʼ τα χέρια ).
Γεννήθηκε σʼ ένα βαλτότοπο, το Νυχτερέμι. Βαλτότοπος ήταν τότε, στα 1894. Όταν πλημμύριζε το ποτάμι έμπαιναν στις βάρκες (να δω πως τις λεν). Μόλις είχε ελευθερωθεί η Θεσσαλία από τους Τούρκους. Ο πατέρας της τους είχε συνηθίσει .Είχε συνηθίσει τα χούγια τους, τις ιδιοτροπίες τους και τους φέρονταν ανάλογα. Τώρα με τους καινούριους αφεντάδες ένοιωθε περίεργα. Σα να μη χάρηκε που λευτερωθήκαμε. Καινούριοι νόμοι, χωροφυλάκοι να κυνηγούν τους ληστές, σύνορα στο Παπαπούλι, για να περάσεις στο Τούρκικο ήθελε ένα σωρό διατυπώσεις. Την περιουσία την είχε αποχτήσει όταν ήταν ακόμα οι Τούρκοι. Χωράφια και γελάδια, πολλά γελάδια. Το σπίτι αρχοντόσπιτο. Όχι στην εμφάνιση, σαν καλύβα έμοιαζε, μα για τα καλά που είχε. Τίποτα δεν τους έλειπε. Το γάλα, το βούτυρο, το κρέας, τα κοτόπουλα.
(Άραγε αυτό το σπίτι να θυμόταν η μάνα; Μπορεί.)

Διαβάστε περισσότερα