Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Μάριος Χάκκας, «Ο μπιντές» (Α΄ έκδοση, Κέδρος, 1970)

`

Είχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρουμε είδηση. Εκείνη η λουξ τουαλέτα με τον ιππόκαμπο στα πλακάκια οικόσημο, μια πάπια και γύρω παπάκια, κύκνους και παραδείσια ψάρια, νιπτήρα, λεκάνη, μπανιέρα, μπιντές, παραμπιντές, όλα απαστράπτοντα, είχανε παίξει το ρόλο τους ύπουλα, σκάψανε μέσα βαθιά μας τερμίτες, όπως το σαράκι το ξύλο, και τώρα νιώθαμε κούφιοι.

Θυμάμαι όταν ήρθα από την επαρχία για πρώτη φορά στην Αθήνα και νοίκιασα ένα δωμάτιο χωρίς καμπινέ. Υπήρχε βέβαια ένας πρόχειρος καμπινές στην αυλή, αλλά έπρεπε να κατέβεις μια κατασκότεινη ξύλινη σκάλα που έτριζε και σήκωνε τον κόσμο στο πόδι. Ένα βράδυ που έβρεχε και μ’ έπιασε κόψιμο, τα ‘κανα σε μια εφημερίδα, κι αφού τα πακετάρισα ωραία, ώς και κορδελάκι με φιόγκο τους έβαλα, πηγαίνοντας πρωί πρωί στη δουλειά, τ’ άφησα στη μέση του δρόμου. Θα θυμόσαστε βέβαια πόσα τέτοια πακέτα συναντούσατε τότε στους δρόμους. Μερικοί τα κλοτσούσαν για να μαντέψουν το περιεχόμενο. Λέγεται πως κάποιος το πήγε στην αστυνομία χωρίς να τ’ ανοίξει και ζήταγε εύρετρα. Ε, ένα τέτοιο πακέτο έφτιαξα κάποτε κι εγώ, κι ακόμη τώρα που το θυμάμαι μετά τόσα χρόνια μου έρχονται γέλια.

Εκείνο τον καιρό ήμουν ένας κεφάτος άνθρωπος με λίγες ανάγκες. Ξυριζόμουν μόνο δυο φορές τη βδομάδα, όποτε είχα ραντεβού στο βουναλάκι με μια κοπέλα, που όλο βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι. Όλο σκαστή ήταν κι είχε αυστηρό αδερφό, νοοτροπία σισιλιάνου. Την παντρεύτηκα κι εγώ. Τί να έκανα; Παρά να τρώει μπερντάχι κάθε φορά που αργούσε. Άλλωστε, αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου, έτσι τουλάχιστον λέγεται. Πάντως, μ’ αυτά και μ’ αυτά, βρέθηκα μ’ όλα τα κουμπιά μου γερά, είναι κι αυτό ένα όφελος, είναι κι αυτό μια ασφάλεια. Τί σιδερωμένα πουκάμισα τον πρώτο καιρό, τί καθαρές αλλαξές, γυαλισμένα παπούτσια, στο καντίνι που λένε.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κωστούλα Μητροπούλου, «Το χρονικό των τριών ημερών», εκδ. Μπουκουμάνη, (α’ έκδοση 1974)

[Αποσπάσματα]
ΤΑ ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΑ

Κων/να (το ένα παιδί)

Ώρα 9 μ.μ. Σε διάστημα μιας ώρας έγιναν όλα όσα θα χρειάζονταν μια βδομάδα για να χωρέσουν άνετα με κανονική εξέλιξη γεγονότων. Συνοπτικά: Σκοτώθηκε ένα νεαρό αγόρι αγνώστων στοιχείων που χα-ρακτηρίστηκε αμέσως «αναρχικός:». Μ’ αυτή την ονομασία πέρασε από τον τάφο στη δημοσιότητα κι από τη δημοσιότητα στη μνήμη εκείνων που ορκίστηκαν να θυμούνται. Συγκράτησαν έτσι, το γαλάζιο τριμμένο πουκάμισο του με το σκισμένο γιακά. Το καναρινί πουλόβερ του που ήταν δυο νούμερα με-γαλύτερο από το δικό του και έπλεε πάνω του σαν ξένο. Το σχήμα που είχε το στόμα του ήταν ένα σχή-μα χαμόγελου, εντελώς παράλογο και ίσως άκαιρο. Τα ματιά του δεν τα είδαν γιατί του τα ‘κλεισε βια-στικά ο απέναντι περιπτεράς. που έτρεξε συγχρόνως με τους πυροβολισμούς και κατάπιε τη φωνή του «ρ… το παιδί», και μόνο αρκέστηκε στη Φράση «πέθανε, να ειδοποιήσουμε τους δικούς του».
Κάποιος έπιασε τα δάχτυλα τον παιδιού και τα ΄τριψε στις χούφτες του αδέξια, «είναι πεθαμένος» ξα-ναείπε ο περιπτεράς και κατάπιε την ίδια φράση για δεύτερη φορά. «το φάγατε το παιδί ρ….». Και ο κόσμος που είχε μαζευτεί σε κείνο το σημείο και χάζευε διαλύθηκε βίαια από τα όργανα της τάξεως που είχαν ένα ύφος παράξενο. Κάτι ανάμεσα υπεροχή και επάρκεια.

`
ΔΙΟΝΥΣΗΣ (Το άλλο παιδί)

Ώρα 10. 17 μ.μ. Ακριβώς… Το νέο παιδί τρέχει. Είναι λίγο νεότερο από το πρώτο που αναφέραμε, εκείνο με το φθαρμένο γαλάζιο πουκάμισο και το καναρινί τεράστιο πουλόβερ. Είναι ένα παιδί αμούστακο, παιδί-παιδί, λιγνό και ξανθό και τρέχει. Χώνεται στην ανοιχτή πόρτα μιας πελώριας πολυκατοικίας. Τρέχει. Πίσω του τρέχουν δύο σκιές. Δεν είναι πρόσωπα συγκεκριμένα. Είναι σκιές. Μαύρες ή καφέ. Και τρέχουν.
Βήμα με βήμα το φτάνουν. Το παιδί χτυπάει πόρτες. Χτυπάει τρελά τις πόρτες. Ξύνει το ξύλο στις πόρ-τες με τα νύχια του. «Ανοίξτε, για τ’ όνομα του θεού, θα με σκοτώσουν, τους πληρώνουν για να μας σκοτώνουν, ανοίξτε».
Οι πόρτες είναι κουφές. Οι πόρτες είναι από ξύλο. Είναι από φόβο και στέκουν ακίνητες. Κλειστές.
Οι πόρτες. Και οι σκιές σκεπάζουν ολότελα το παιδί. Τώρα το παιδί έχει γίνει μόνο μια σκιά μέσα στις άλλες τις δυο τις μεγάλες.
Μια σκιά πελώρια, μια σκιά με έξι μάτια. Τα δύο πονάνε. Δεν κλαίνε. Πονάνε και αίμα.
Το κουφάρι σε σχήμα σάκου μισογεμάτου πετιέται στο δρόμο, «παφ» κάνει και η γωνία γεμίζει κόσμο. Κόσμο και ήχους. Ήχους και μάτια. Μάτια και φόβο. Χαλκοκονδύλη γωνία και Γ’ Σεπτεμβρίου.
Αναρχικός. Ετών 17.
Επάγγελμα, ανειδίκευτος εργάτης.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ευριπίδης Κλεόπας, “Απʼ το Ιόνιο ως την Ακραία Καρπασία (μικρή τριλογία)”

Η γέννηση ενός Ύμνου
(λειτουργεί και ως μουσικολογική ανακοίνωση)

Όλη νύχτα στο μυαλό του γυροφέρνουν οι στίχοι απʼ το χειρόγραφο του κόντε Διονύσιου. Τους μελετούσε όλο το προηγούμενο απόγευμα μα και τους τελευταίους μήνες δεν έχουν βγει απʼ το μυαλό του.
Ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος, σηκώνεται αργά απʼ το κρεβάτι και ανάβει τη λυχνία. Κατευθύνεται προς το πιάνο. Έξω, στην πιάτσα της Κέρκυρας δεν είχε αρχίσει ακόμα η καθημερινή κίνηση. Δεν έχει χαράξει ακόμα ο ήλιος. Κάθεται στο πιάνο, τοποθετώντας τη λυχνία να φωτίζει αχνά τρεμοπαίζοντας την παρτιτούρα που είχε αφήσει από την προηγούμενη. Ένα εντελώς νέο έργο του Σούμπερτ, που τον έχει συνεπάρει. Δεν ξεκολλούν απʼ το μυαλό του οι νότες. Αρχίζει σιγά-σιγά να παίζει… Είναι το Notturno. Στο μυαλό του στροβιλίζονται ακόμα οι στίχοι του Σολωμού. Παίζει “a piacere” (χαλαρά, κατά βούληση). Αρχίζει τα παιχνίδια με τους χρόνους. Με τους χρωματισμούς. Ακόμα και με τις νότες. Τον παρασέρνουν οι στίχοι που γυροφέρνουν στο μυαλό του. Δίπλα στο γραφείο, ακουμπισμένο πρόχειρα το χειρόγραφο του Σολωμού. Στο μυαλό εξακολουθούν να πετάνε οι στίχοι του κόντε Διονύσιου. Το χέρι τρέχει, ελίσσεται και χρωματίζει, χορεύει πάνω στα πλήκτρα, ξεφεύγει απʼ το Notturno. Απελευθερώνεται κι απογειώνεται. Ξαφνικά επιμένει πάνω στις νότες. Πάνω στα πλήκτρα. Τα χτυπάει επίμονα…
Επιμένει με πάθος. Στο μυαλό του ξεφυλλίζει τον ύμνο. Χτυπάει τα πλήκτρα. Και σαν πρώτα αντρειωμένη χαίρε ω χαίρε ελευθεριά. Συνεχίζει την παραλλαγή του Notturno… Και σαν πρώτα αντρειωμένη. Παθιάζεται. Χτυπάει δυνατά. Με σιγουριά. Είναι ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν. Του κόντε Διονυσίου Σολωμού. Και τώρα δικός του.
Και σαν πρώτα αντρειωμένη χαίρε ω χαίρε ελευθεριά. Το κερί τρεμοπαίζει, μα αυτός έχει καθηλωθεί. Επιμένει, επαναλαμβάνει. Σε λίγο, όταν θα ʽχει χαράξει, θʼ αρχίσει κι αυτός να χαράζει τις πρώτες νότες στο χαρτί. Κάτω από τους στίχους του άλλου κόντε, του Ζακυθινού. Τα κάρα θα περνάνε κάτω απʼ το καντούνι, και οι φωνές της πρωινής πιάτσας, τα ψάρια απʼ το Μαούκι κι από τη Γαρίτσα, τα λάχανα και τʼ άλλα ζαρζαβατικά από τα κοντινά χωριά, θα γεμίσουν την πόλη. Οι καμπάνες θα ξυπνάνε και την υπόλοιπη πόλη, οι πλανόδιοι θα φωνάζουν την ώρα που οι πρώτες νότες του Ύμνου εις την Ελευθερίαν θα ξεφεύγουν απʼ τα παλιά κερκυραϊκά παράθυρα του Νικόλαου Χαλικιόπουλου Μάντζαρου. Την ώρα που ο κόντε Διονύσιος κοιμάται αμέριμνος στα Μουράγια. Κι η πόλη ξυπνάει μιαν ακόμη συνηθισμένη μέρα στη ζωή της και την ιστορία της.
(Να θυμηθώ να πω στον Κόντε Διονύσιο, να κάνει αύριο τις παρατηρήσεις του περπατώντας πάνω κάτω στο δωμάτιό μου).


*Το χειρόγραφο του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν», παραδόθηκε στον Νικόλαο Χαλικιόπουλο Μάντζαρο το 1826. Το “Notturno”, το συνέθεσε ο Schubert το 1827, ένα χρόνο δηλαδή πριν από τον θάνατό του σε ηλικία τριάντα ενός ετών. Η πρώτη μουσική γραφή του «Ύμνου», έγινε από τον Μάντζαρο το 1828.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Η ταυτότητα και το είναι» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

 

Το ότι η έννοια της ταυτότητας ενός ατόμου είναι συνυφασμένη με την έννοια της ομάδας στην οποία υπάγεται και ότι αυτή η ταυτότητα αποτελεί μια κοινωνική κατασκευή είναι μια συνθήκη γνωστή για τις κοινωνικές επιστήμες. Στην σύγχρονη όμως πράξη των αυτοσχέδιων κοινωνικών πραγματικοτήτων το άτομο εντάσσεται αυτοβούλως σε μια νοητή ομάδα ή ταυτίζει το πρόσωπό του με ένα άλλο άτομο ερήμην και της ομάδας και του ατόμου με μοναδικό στόχο την παρασιτική απομύζηση τους προς όφελός του.
`
Γίνομαι πιο κατανοητός. Κάθε φορά που κάποιος με σημαντικό έργο πεθαίνει ή όποτε είναι η επέτειος θανάτου ή γέννησης ενός εγνωσμένης αξίας δημιουργού παρακολουθούμε το ίδιο τροπάριο. «Φτωχαίνουμε…», «Λιγοστεύουμε…», «Αν ζούσε σήμερα θα…», «Μας λείπεις…» κτλ νεκρολογικά τροπάρια. Δίπλα σε αυτά παρακολουθούμε να αυξάνεται επικινδύνως ένα ιλιγγιώδες γαϊτανάκι αναμνησιολογίας στηριζομένη σε μια σχεδόν ανύπαρκτη κοινή βιωματική εμπειρία με μοναδικό στόχο την ανάδειξη του γράφοντος και όχι την τίμηση της μνήμης και του έργου του θανόντος.
`
Έτσι, παράλληλα, ξεθάβονται από το χρονοντούλαπο κοινές με τον εκλιπόντα φωτογραφίες οι οποίες με το πέρασμα των χρόνων και την ευρεία και εύκολη απεικονιστική πραγματικότητα μεταφράζονται στην καλύτερη των περιπτώσεων σε μια πολύχρονη φιλία (σεβαστό) και στη χειρότερη των περιπτώσεων (που τείνει να γίνει συστημική) σε ένα τυχαίο φωτογραφικό momentum εξαιτίας κάποιας δημόσιας περίστασης. Ή α λα παλαιά, κατά τον Μπωντλαίρ: «Το μπουλούκι των λογοτεχνίσκων που βλέπουμε στις κηδείες να μοιράζει μπουνιές και να προσπαθεί να αποτυπωθεί στο μνημονικό του συντάκτη της κοινωνικής στήλης».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιάννης Σκαρίμπας, «Ούλοι μαζί κι ο έρωτας» [“Καϋμοί στο Γρυπονήσι”], εκδ. Κάκτος, 1975

`

Ούλοι μαζί κι ο έρωτας ήσαν πράγματα πολύ αμφίβολα, απίθανα. Παραλίγο να μην ήσαν καθόλου.
Ενώ αυτός ήταν ένας άνθρωπος καλότατος, μιά ψυχή προζύμι. Είναι βέβαιο.
Έβλεπε όνειρα κωμικά και ωραία–ήσυχα σαν στη γυάλα νεράκι, ενώ αυτούνου, πάντα η σκέψη του εγελούσε…
Κουφός –και μουγκός– καθώς ήταν, έβλεπε ούλα τα πράγματα –τους ανθρώπους, τ’ αντικείμενα– σαν στο βάθος μιας σκηνής τοποθετημένα, να παίζουν το καθένα το ρόλο του, κάτι ρόλους κωμικούς φασουλήστικους, έτσι να κάνουν το καθένα τις δουλειές του, κάτι δουλειές δίχως νόημα –δίχως φωνή– και χωρίς σκέψη.
Ούλα τα πράγματα (στην ίδια σειρά) δίχως όνομα –οι ανθρώποι, τα ζώα, τα πράγματα– δίχως άλλο γνώρισμα πάρεξ μόνο το σχήμα και (προς απόκου) το βάρος τους, ήσαν τόσο κοινά και γελοία μπροστά του –τόσο κατώτερα– που έφτανε ως και να τα λυπάται στην ψυχή του, ως και να παίζει ακόμα, έφτανε, με την ακυβερνησία τους, με την ευπιστία που είχανε, μ’ αυτήν την κυριαρχία που αυτός μπορούσε και εξασκούσε απάνω τους, κάνοντας από μακριά να σταματάνε οι άνθρωποι (ή τα ζώα) χωρίς αυτός διόλου να τ’ αγγίξει μπορώντας να τους αλλάξει ακόμα και το δρόμο τους –δεξιά αριστερά όπως ήθελε– να τους κάνει νάρχονται απάνω του.
Τί μαγική δύναμη που στην είχε! Και τόξερε. Τόξερε ότι της φύσης ήταν αυτός προνομιούχος κ’ ευνοούμενος, ο «άνθρωπος-θαύμα !» – κατά που λέμε…
Έκρουε τα χέρια του ή φύσαε με τη μύτη κ’ οι άλλοι ταράζονταν, ανησυχούσαν, κοίταζαν ξωπίσω τους, στέκονταν.

Διαβάστε περισσότερα