Το ότι η έννοια της ταυτότητας ενός ατόμου είναι συνυφασμένη με την έννοια της ομάδας στην οποία υπάγεται και ότι αυτή η ταυτότητα αποτελεί μια κοινωνική κατασκευή είναι μια συνθήκη γνωστή για τις κοινωνικές επιστήμες. Στην σύγχρονη όμως πράξη των αυτοσχέδιων κοινωνικών πραγματικοτήτων το άτομο εντάσσεται αυτοβούλως σε μια νοητή ομάδα ή ταυτίζει το πρόσωπό του με ένα άλλο άτομο ερήμην και της ομάδας και του ατόμου με μοναδικό στόχο την παρασιτική απομύζηση τους προς όφελός του.
`
Γίνομαι πιο κατανοητός. Κάθε φορά που κάποιος με σημαντικό έργο πεθαίνει ή όποτε είναι η επέτειος θανάτου ή γέννησης ενός εγνωσμένης αξίας δημιουργού παρακολουθούμε το ίδιο τροπάριο. «Φτωχαίνουμε…», «Λιγοστεύουμε…», «Αν ζούσε σήμερα θα…», «Μας λείπεις…» κτλ νεκρολογικά τροπάρια. Δίπλα σε αυτά παρακολουθούμε να αυξάνεται επικινδύνως ένα ιλιγγιώδες γαϊτανάκι αναμνησιολογίας στηριζομένη σε μια σχεδόν ανύπαρκτη κοινή βιωματική εμπειρία με μοναδικό στόχο την ανάδειξη του γράφοντος και όχι την τίμηση της μνήμης και του έργου του θανόντος.
`
Έτσι, παράλληλα, ξεθάβονται από το χρονοντούλαπο κοινές με τον εκλιπόντα φωτογραφίες οι οποίες με το πέρασμα των χρόνων και την ευρεία και εύκολη απεικονιστική πραγματικότητα μεταφράζονται στην καλύτερη των περιπτώσεων σε μια πολύχρονη φιλία (σεβαστό) και στη χειρότερη των περιπτώσεων (που τείνει να γίνει συστημική) σε ένα τυχαίο φωτογραφικό momentum εξαιτίας κάποιας δημόσιας περίστασης. Ή α λα παλαιά, κατά τον Μπωντλαίρ: «Το μπουλούκι των λογοτεχνίσκων που βλέπουμε στις κηδείες να μοιράζει μπουνιές και να προσπαθεί να αποτυπωθεί στο μνημονικό του συντάκτη της κοινωνικής στήλης».

`
Με άλλα λόγια δυο τυπικά άγνωστοι μεταξύ τους συνδέονται μέσω της ανισότητας της σχέσης. Ο επιφανής και ο θαυμαστής του. Ο πρώτος δεν γνωρίζει τίποτα ή ελάχιστα για τον δεύτερο. Ο δεύτερος γνωρίζει πολλά ή τουλάχιστον περισσότερο για τον πρώτο. Παρόλʼ αυτά η οικειοποίηση του επωνύμου μέσω της χρήσης από τον δεύτερο του α΄ πληθυντικού, οι υποκειμενικοί και αυθαίρετοι υποθετικοί συλλογισμοί στους «επικήδειους» λόγους του καθώς η τυχαία φωτογραφική συνύπαρξη ή μια κοινή αυτόγραφη δήλωση που κάποτε φιλοδώρησε ο διάσημος τον άγνωστο «φίλο» του, χρησιμοποιούνται δημοσίως από τον δεύτερο ως πράξεις «συγγένειας», συναδελφικότητας και συνταύτισης των δυο σε μια νοερή ομάδα, στην οποία ο πρώτος εντάσσεται χωρίς τη θέλησή του ή για να το πω διαφορετικά ο δεύτερος εντάσσει τον εαυτό του αυθαίρετα.
`
Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ως καλό σενάριο θέλει τη διατήρηση της σχέσης σε μια βάση ανισότητας, το κακό όμως σενάριο και αρκετά πια διαδεδομένο είναι η εμφάνιση μιας έκδηλης έστω και υποφαινομένης εξισωτικής λογικής η οποία σαφέστατα λειτουργεί παρανόμως. Ο στόχος όμως έχει επιτευχθεί. Μέσα στην οχλοβοή και την άχρονη πραγματικότητα των κοινωνικών δικτύων με αυτόν τον τρόπο συντελείται η ανάδειξη του δευτεραγωνιστή σε ταυτόσημο πρωταγωνιστή, δηλαδή επιτυγχάνεται η κατασκευή μιας ταυτότητας χωρίς όμως το έργο του να δικαιολογεί και μια τέτοια έκβαση. Έτσι με αυτή την χειροποίητη ταυτότητα παραμάσχαλα τριγυρίζει μέσα στα διαδικτυακά στενά κομπάζοντας για αυτό που (δεν) είναι.
`
Ο Μάνος Χατζιδάκις, όλο αυτό, σε άλλο χρόνο, το εξέφρασε με μια σύντομη φράση: «Μερικοί κύριοι νομίζουν ότι είμαστε συνάδελφοι».