Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Eλένη Αράπη, «Μικρή Μεθόριος», εκδ. Ιωλκός, 2021

ΜΙΚΡΗ ΜΕΘΟΡΙΟΣ

Για έναν έρωτα πλάνητα
σκορπίστηκα στου Αχέροντα τις όχθες.

Κι ενώ το ήξερα
πως θα χαθώ
ορμώ.

Όλοι οι νεκροί μου εκεί
μουγγοί και τυφλοί
ανάσα καμιά.

Το αίμα χορδή
ηχείο στις φλέβες
τα κομμάτια μου διεκδικώ.

Κι ενώ λαχταρώ
να το βάλω στα πόδια
ρευστή δίχως ρίζες

τα χέρια κλαδιά
διαπερνούν τις ουλές
τα μαλλιά φυλλώματα
ασημίζουν στο σκότος

το στήθος
-ω, το στήθος-
στον πυρήνα του
η μικρή μου μεθόριος.

Επιθυμία αιφνίδια
να ζήσω ξανά.

Ενώπιος ενωπίω εαυτόν

απ’ τις κορφές ως τις εσχατιές
στο γύρισμα της τρικυμίας
αναβλύζει το φως.

Δεν υπάρχει έρωτας
δίχως αποτρόπαιο βάθος

χωρίς τα θραύσματα
κι ο Όλυμπος πεδιάδα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κλεονίκη Δρούγκα, Ποιήματα

Νομοτέλεια

Σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά και χάζευα το βύθισμα του ήλιου
όπως το κάνουν όλοι με λαγνεία λυτή
φλερτάρουν τα χρώματα
σμίγουν μαζί τους
αγγίζουν το κατακόκκινό τους
χαμογελούν με σπάταλη διάθεση
αφουγκράζονται.
Το φεγγάρι του θερισμού φίλησε τον ήλιο
που σωριάστηκε
που πρόδωσε ακόμη μια φορά τη μέρα
που νυσταλέα μες τα αρώματα
-όπως και αν το δει κανείς- αντάλλαξε το χρυσό με το σκούρο.
Η νύχτα ευγνωμονούσε
τη βιασύνη του ήλιου.

Δε θέλει σοφία να καταλάβεις ότι το ένα διαδέχεται το άλλο
κι όπου η ψυχή κατοικεί μια φορά
την άλλη αδάμαστη παγιδεύεται αλλού
σε νέο ήλιο
είναι, άλλωστε, μια νομοτέλεια η κίνηση
μια ελευθερία.
Μάταια βασανίζεσαι να ξεχωρίσεις τη ζημιά απ΄ το κέρδος
η επόμενη ανατολή
θα φέρει πάλι φως.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτριος Μουζάκης, “Τα πέντε δάχτυλα της πανδημίας”

Τη νύχτα που δίκαζα τους αντιεμβολιαστές
αγόρευσα με πάθος πως δεν είναι δυνατόν
να γνωρίζεις το γείτονα που πέθανε
τον ξάδερφο που διασωληνώθηκε
την κοινωνία που ρημάχτηκε
από την κλεισούρα και την ύφεση
και να μη σπεύδεις πρώτος να χτυπήσεις
το εμβόλιο στον ώμο.
“Ο έχων γνώση ένοχος” αγόρευσα
εγώ, ο μανιώδης καπνιστής
ο παχύσαρκος
ο μεθυσμένος οδηγός
ο μεσόκοπος που τρέμει το σκοτάδι
σα βυζανιάρικο με πάνες.
Τη νύχτα που δίκαζα τους αντιεμβολιαστές
σταμάτησα απότομα την αγόρευση
κι άρχισα ξανά να κλαίω γοερά
επειδή μόνον ό,τι αγαπάς σε πείθει
να σηκώσεις με προθυμία το μανίκι.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ιωάννης Γκούμας, Ποιήματα

Αγριόχοιροι και Χοίροι

Άν-θρωπε το φως του ουρανού ατένισες
Τα ουράνια λόγια του υποκριτή αθέτησες

Η υπεροψία σου κάτω δεν κοιτά
Το χώμα που σε θρέφει δεν τιμά

Πληγές στη γη ανοίγεις
Το πόνο της δεν κλείνεις

Την αξία της ζωής αρνείσαι να σεβαστείς
Το όπλο σου αδίστακτος εκτελεστής ζωής

Μεγάνθρωπε σταμάτα ζωές να δολοφονείς
Ζωή που δεν έδωσες να πάρεις δεν μπορείς

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Ποιήματα

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ
03.08.2020
Η επιβίωση είναι ένα μαρτύριο, έκλαιγε μ’ ένα παράπονο το σπουργιτάκι χτυπώντας το ράμφος του σ’ ένα ραγισμένο τζάμι. Κι από μέσα ένας γεράκος κλαίγοντας παραδεχόταν ότι η επιβίωση όχι απλώς ήταν ένα μαρτύριο, αλλά και ένα βάσανο στο γέρικο κορμί που ψυχορραγούσε χτυπώντας ρυθμικά το δάχτυλο πάνω στους απλήρωτους λογαριασμούς του ρεύματος.
Κι το ηλεκτρικό έκλαιγε με διακοπές και αρνιόταν να διέλθει από τα καλώδια και να μπει μέσα στα σπίτια των αρρώστων. Κι οι άρρωστοι κλαίγοντας παραδέχονταν ότι η αρρώστια ήταν ένα βάσανο χειρότερο κι από την επιβίωση και απ’ το χείριστο αφεντικό που τους ούρλιαζε στο αυτί.
Η αρρώστια απηύδησε κάθε φορά και χειρότερα που θα έπρεπε να μπαίνει μ’ ένα φύσημα στα σώματα και να κυριεύει τόσες διαφορετικές ψυχές που άλλες τις έστελνε στον Διάολο και άλλες στον Χριστούλη που έκλαιγε απαρηγόρητος πάνω στον σταυρό του.
~
Όλοι έκλαιγαν και πόναγαν τα κόκκαλά τους με φριχτούς πόνους και μέτραγαν τις μέρες, όπως ο σκύλος που πασχίζει με τα σαθρά του δόντια να βγάλει το ριζωμένο του τσιμπούρι.
Κι όλα αυτά τα κλάματα, όπως έμπλεκαν μεταξύ τους με παραφωνίες και στριγκλιές από τόσες διαφορετικές χροιές και λαρύγγια, έμοιαζε στον ανίδεο, σα γέλιο γάργαρο ενός κελαρυστού ποταμού που εφορμούσε από τους λιωμένους παρθένους πάγους των βουνοκορφών του και κατέληγαν στους μαιάνδρους που σχημάτιζαν οι χείμαρροι των ποταμών, όταν εισέρχονταν στα απύθμενα ωκεάνια νερά.
Κι ο Θεός από ψηλά καταράστηκε τον κλαιγόμενο τούτο κόσμο, αμαρτία να διαπράττει, αφού αυτή είναι η φύση του και σφραγίδα: το κλάμα το απαρηγόρητο. Και μ’ αυτήν τη ροή των πραγμάτων, αναδύθηκε η άγρια ομορφιά της ζωής, όπως όταν τρίβουμε βασιλικό και δυόσμο. Όπως όταν ξεπλένουμε τη λάσπη του Αδάμ με θαλασσινό νερό.

Διαβάστε περισσότερα