Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Δημήτρης Βάρος, Τρία Ποιήματα σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου

untitledooo.bmp

Ηλέκτρικος Θησέας (Από το δίσκο Τολμηρή Επικοινωνία, 1987)
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί
και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που ‘χει μαραθεί.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί
ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Σε δίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική.
Χάνεσαι σαν το γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στην φυγή.
Πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή;
Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί;
Ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή;
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια βγαίνουν σαν σκουριά.
Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ σκαρφάλωσες στη σκαλωσιά.
Πού πήγαν οι τρακόσοι του Λεωνίδα και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά;
Ηλεκτρικός Θησέας; Και τα λοιπά.

Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή,
βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη.
Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί;
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Άρης Αλεξάνδρου, Δέκα Ποιήματα και μία Υποσημείωση

Ανεπίδοτα γράμματα

alexandrou1.jpg
3
Είμαι ξυπόλυτο σπερνό με ένα κομμένο σπάγγο.
Όταν ξαπλώνω για τη νύχτα
νιώθω να στρογγυλεύουν ο πέτρες στο βυθό
όπως ακούς το καλοκαίρι
τρεις γυναίκες που περνάνε
κρύβοντας το γέλιο στην παλάμη.

Ένα ξυπόλυτο σπερνό με την άγκυρα στα φύκια.
13
Σύντροφε, κοιμάσαι;
Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
που να βουλιάζουν οι λέξεις στο χαρτί
σαν τη σιωπή μου
στις κόρες των ματιών της;

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Παύλος Γερένης (Pavlos Jerenis), Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής (παρουσίαση: Σωτήρης Παστάκας)

Ο Παύλος Γερένης (Καλαμάτα 1956) ζει στην Ιταλία και την Αυστρία. Έχει εκδόσει στα ελληνικά το βιβλίο που ανεβάζουμε ολόκληρο σήμερα το 1981 από τις εκδόσεις Γνώση του Μάνου Ελευθερίου, και στα ιταλικά ένα βιβλίο με διηγήματα (Le infedeltà del pensiero) και μια ποιητική συλλογή (Angeli a perdere) το 2006.

proto-tou-jereni.jpgjerenis1.jpgjerenis3.jpgjerenis4.jpg

1
Τα σπίτια που υπήρχαν φύγανε
και βυθίστηκαν μέσα στη μνήμη στη σκηνή και στα πρό-
σωπά της.
Το λάδι που κοιτούσαμε χείμαρρος να κυλά και όσμιζόμα-
σταν μια ηδονή
το μετράμε με τους ζυγούς των φαρμακών σταγόνες.

Τα σπίτια που δεν χτίσαμε φύγαν.
Λες τώρα δεν μένει λύση άλλη
απόφαση ή πρόφαση ή άρση ή θέση.
Τώρα πού τα σπίτια έφυγαν — τότε μας φιλοξένησαν
δεν μένει άλλη λύση:
θα ανοίξω την πόρτα που σιγά σιγά
—χτίστης ο καιρός καλός και χαράκτης—
φόρεσε το ύφος του ναού των Μalatesta
με τα μάρμαρα τα χρωματιστά τα κοχύλια
τα κάνιστρα με τα φρούτα με τις ανάγλυφες του Αgostino
di Duccio
και τον εσταυρωμένο του Giotto που μας άφησε στο πέρα-
σμα του
—εδώ που χάσαν τη ζωή τους μερικοί Ελληνες—
και στα υψηλά περιστύλια προθήκες τα κόκαλα του Πλή-
θωνα του Γεμιστού. Ένα μοναστήρι μοναχών Φραγκισκανων πριν ο Leon Bat-
tista Alberti αναλάβει την ανοικοδόμηση.
Οι μηχανές του ολέθρου —βέβαια— ιεροσύλησαν στην οροφή
του θριάμβου της αγάπης του Sigismondo Pandolfo Mala-
testa και της Ιsotta
και στις ψυχές των Ελλήνων μερικών Ελλήνων
μερικών ανθρώπων.

2
H λευκόστηθη φόρεσε το μανδύα της αβύσσου.
H λευκόστηθος και λευκώλενος αυγή των ονείρων.
Οι κλώνοι των άδυτων αστερισμών στάζουν τα τριμμένα
ροδόφυλλα στην όραση και στην αναπνοή των ακροατών
και θεατών του συμποσίου του Ήλιογάβαλου
ο ήλιος διηγείται το μύθο του αέναου φωτός στους από δρε-
πανηφόρα άρματα ξεκοιλιασμένους νυχτοβάτες.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Τζένη Μαστοράκη, Μικρό Ανθολόγιο ποιημάτων (και συνέντευξη στον Α. Βασιλειάδη (Δεκέμβρης 1996)]

 

 

 

 

I
Ο Δούρειος ίππος τότε είπε
όχι, δε θα δεχτώ δημοσιογράφους,
κι είπαν γιατί, κι είπε
πως δεν ήξερε τίποτα για το φονικό.
Κι ύστερα, εκείνος
έτρωγε ελαφρά τα βράδια
και μικρός
είχε δουλέψει ένα φεγγάρι
αλογάκι σε λούνα πάρκ.

 

II
Μαθαίνουμε να διαβάζουμε συλλαβιστά
τις μεγάλες κραυγές.
Αγγίζουμε
αποκαθιστώντας τις αισθήσεις
στο ακέραιο.
Τώρα πια ξέρουμε πως τα μήλα στα καφάσια
έχουνε τη δική τους λάμψη
και τα φτηνά παπούτσια
στα υπόγεια της Αιόλου
συνθέτουν βουβά το εμβατήριο
όλων των λαών της γης.

 

III
Δραπετεύω μεσʼ από τις λέξεις
που δεν είπα.
Εγκαταλείπομαι
στις ώρες που πιο πολύ αγάπησα
Αυτή η σιγή δεν έχει τέλος.
Τρομάζω να περιμένω
αυτό που δε θαʼ ρθει.
Τρομάζω στη σκέψη
αυτών που δεν έγραψα.
Αυτή η σιγή
απόλυτα δική μου
με κατακερματίζει.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Izet Sarajlic (Ιζέτ Σαράϊλιτς) (1930-2002), Σαράγιεβο

(Αίμος, Ανθολογία Βαλκανικής Ποίησης, Οι φίλοι του περιοδικού «Αντί», 2006
Μετάφραση Ισμήνη Ραντούλοβιτς και Ηλίας Λάγιος)

izet-sarajlic.jpg

ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΕΣ ΤΟ ’23, ΕΚΤΕΛΕΣΘΕΝΤΕΣ ΤΟ ’42

Απόψε θ’ αγαπήσουμε προς χάριν τους.
Είκοσι οκτώ, τόσοι ήσαν.
Μάλλον πέντε χιλιάδες είκοσι οκτώ.
Σίγουρα περισσότεροι απ’ όσος ερωτάς ποτέ υπήρξε σ’ ένα τραγούδι.

Τώρα πού μιλάμε θα ήταν πατεράδες.
Τώρα που μιλάμε δεν υπάρχουν πλέον.
Εμείς, πού υπομείναμε στα ντόκια ενός αιώνος
τη μοναξιά όλων του σύμπαντος των Ροβινσώνων,
εμείς, που επιβιώσαμε των τανκς δίχως κανέναν να σκοτώσουμε,

μικρούλα η μεγίστη μου,
απόψε θ’ αγαπήσουμε χάριν αυτών,
μοναχά μη ρωτάς αν γινόταν να είχανε γυρίσει.
Μονάχα μη ρωτάς αν υπήρξε γυρισμός εκείνη τη φορά την τελευταία, εκείνη πού
κόκκινος σαν τον κομμουνισμό φλεγόταν ο ορίζων της αποθυμιάς τους.

Πάνω απ’ τα χρόνια τους αφίλητα κατακρεουργημένο και
ευθυτενές διάβηκε το μέλλον της αγάπης.
Δίχως μυστικά (πια) για το γλυκοτσαλακωμένο χορτάρι.
Δίχως μυστικά (πια) για την ξεκούμπωτη μπλούζα.
Δίχως μυστικά (πια) για το πλαγιασμένο χέρι με τα κρίνα αφησμένα.
Λοιπόν ήταν οι νύχτες, λοιπόν το συρματόπλεγμα, λοιπόν ήταν ο ουρανός να
τον ατενίζεις στερνή φορά, ήταν τα τρένα επιστρέφοντας
έρημα κι άδεια, λοιπόν ήταν τα τρένα κι οι παπαρούνες, και μ’ αυτές,
ώ ναι! με τις λυπημένες παπαρούνες του ενόπλου θέρους, με την εξαίσια
αίσθηση τους, ώ ναι! ήταν λοιπόν το αίμα τους ν’ αγωνίζεται.

Διαβάστε περισσότερα