(Αίμος, Ανθολογία Βαλκανικής Ποίησης, Οι φίλοι του περιοδικού «Αντί», 2006
Μετάφραση Ισμήνη Ραντούλοβιτς και Ηλίας Λάγιος)

ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΕΣ ΤΟ ’23, ΕΚΤΕΛΕΣΘΕΝΤΕΣ ΤΟ ’42
Απόψε θ’ αγαπήσουμε προς χάριν τους.
Είκοσι οκτώ, τόσοι ήσαν.
Μάλλον πέντε χιλιάδες είκοσι οκτώ.
Σίγουρα περισσότεροι απ’ όσος ερωτάς ποτέ υπήρξε σ’ ένα τραγούδι.
Τώρα πού μιλάμε θα ήταν πατεράδες.
Τώρα που μιλάμε δεν υπάρχουν πλέον.
Εμείς, πού υπομείναμε στα ντόκια ενός αιώνος
τη μοναξιά όλων του σύμπαντος των Ροβινσώνων,
εμείς, που επιβιώσαμε των τανκς δίχως κανέναν να σκοτώσουμε,
μικρούλα η μεγίστη μου,
απόψε θ’ αγαπήσουμε χάριν αυτών,
μοναχά μη ρωτάς αν γινόταν να είχανε γυρίσει.
Μονάχα μη ρωτάς αν υπήρξε γυρισμός εκείνη τη φορά την τελευταία, εκείνη πού
κόκκινος σαν τον κομμουνισμό φλεγόταν ο ορίζων της αποθυμιάς τους.
Πάνω απ’ τα χρόνια τους αφίλητα κατακρεουργημένο και
ευθυτενές διάβηκε το μέλλον της αγάπης.
Δίχως μυστικά (πια) για το γλυκοτσαλακωμένο χορτάρι.
Δίχως μυστικά (πια) για την ξεκούμπωτη μπλούζα.
Δίχως μυστικά (πια) για το πλαγιασμένο χέρι με τα κρίνα αφησμένα.
Λοιπόν ήταν οι νύχτες, λοιπόν το συρματόπλεγμα, λοιπόν ήταν ο ουρανός να
τον ατενίζεις στερνή φορά, ήταν τα τρένα επιστρέφοντας
έρημα κι άδεια, λοιπόν ήταν τα τρένα κι οι παπαρούνες, και μ’ αυτές,
ώ ναι! με τις λυπημένες παπαρούνες του ενόπλου θέρους, με την εξαίσια
αίσθηση τους, ώ ναι! ήταν λοιπόν το αίμα τους ν’ αγωνίζεται.
Και στο Καλεμέγκνταν(1) και στου Νέβα τις οχτιές,
στη Νότια Λεωφόρο και στις Αποβάθρες του αποχωρισμού,
στην Πλατεία Ανθέων, στη Γέφυρα Μιραμπώ,
λέω, οι εξαίσιες ακόμη κι όταν δε φιλούν,
περίμεναν Άννες, Ζωές, Ζανέττες,
περίμεναν να γυρίσουν οι φαντάροι.
Λέω, αν δε γυρίσουν, τους αφίλητους τους ώμους τους λευκούς πώς θα τους δώσουνε στ’ αγόρια.
Δε γύρισαν ποτέ.
Πάνω από τα ντουφεκισμένα μάτια τους διαβήκανε τα τανκς,
πάνω απ’ τα μάτια τους ντουφεκισμένα.
Πάνω απ’ τις ημιτελείς τους Μασσαλιώτιδες,
πάνω απ’ τις αυταπάτες τους πυροβολημένες.
Τώρα θα ήταν πατεράδες.
Τώρα δεν υπάρχουν πλέον.
Όπου θα συναντούσαν την αγάπη τώρα τάφοι καρτερούν.
Μικρούλα μου μεγίστη,
απόψε θ’ αγαπήσουμε προς χάριν τους.
(Γκρίζο Σαββατοκύριακο, 1955)
1. Το μεσαιωνικό κάστρο στο κέντρο του Βελιγραδίου, στη συμβολή των ποταμών Σάβα και Δούναβη.
Η ΝΥΧΤΑ Η ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΕΣΑΣ
στον Σλόμπονταν Ράντονιτς
Ή νύχτα ή μόνο για εσάς, γερμένους πάνω από χείλη λατρεμένα.
Ή νύχτα ή μόνο για εσάς, ώ Τρυφερότατοι, ώ Σιωπηλοί, ω Γαληνοί.
Από την επικράτεια σας άποδιώξτε τους άνελεήμονες και τους βάναυσους,
και αναγγείλτε τον Αιώνα του Έρωτα.
Ή νύχτα ή μόνο για εσάς, για εσάς πού τραγουδώ καθώς διαδηλώνω.
Ή νύχτα ή μόνο για εσάς, πού στέγη βρήκατε σ’ εμέ χιλιόχρονο.
Τη νύχτα αυτήν αδράξτε την και μην την παραδώσετε χωρίς πορείες
και μαχαιρώματα,
ώ Ερωτευμένοι!
Κάτω απ’ αυτόν τον ουρανό, κοινό ουρανό γι’ αγγέλους και φονιάδες
τη νύχτα αυτή να προασπίσετε, μ’ εντός σας κι υπεράνω σας το έαρ.
Η νύχτα ή μόνο για εσάς, για εσάς οπού με πόθο και λαχτάρα,
παραληρούμε τέτοια άσματα ασμάτων.
Ή νύχτα ή μόνο για εσάς, τους εποίκους των στίχων μου.
Για εσάς, πυρπολημένους από ερωτά να προελαύνετε στα ποιήματα μου.
Από την επικράτεια σας αποδιώξτε όσους ψάλλουν γι’ αποχωρισμούς,
κι αν έτσι πρέπει κι έμεναν. Αποδιώξτε κι έμεναν.
Ή νύχτα ή μόνο για εσάς, για εσάς πού τραγουδώ καθώς διαδηλώνω.
Ή νύχτα ή μόνο για εσάς, πού στέγη βρήκατε σ’ εμέ χιλιόχρονο.
Τη νύχτα αυτήν αδράξτε την και μην την παραδώσετε χωρίς πορείες και
χαρακώματα,
Ω Ερωτευμένοι!
(Ενός λεπτού σιγή, 1960)
ΣΑΡΑΓΙΕΒΟ

Ας αναπαυθούν, στο εξής, άπαντες οι αγαπητοί και αθάνατοι.
Από τη γέφυρα κάτω, προσδίπλα στο Δεύτερο Γυμνάσιο Θηλέων, ό Μιλιατσκα2
ανταριασμένος κυλάει.
Αύριο Κυριακή. Πάρτε το πρώτο τραμ για Ιλίτζα.
Απαραίτητη προϋπόθεση να μη βρέχει
Ή πληκτική, ή νωθρά συνεχής, βροχή του Σαράγιεβο.
Κι όμως πώς να αισθανόταν δίχως την, αμπαρωμένος
στο μπουντρούμι του ό Τσαμπρίνοβιτς!4
Την αναθεματίζουμε, τη βλαστημάμε, αλλά μες στη βροχή αυτή
κλείνουμε ραντεβουδάκια ως να ‘ναι ολάνθιστος ο Μάης.
Την αναθεματίζουμε, τη βλαστημάμε, αίφνης συνειδητοποιούμε
ότι μ’ όλη τη βροχή
ο Μίλιατσκα δε θα γενεί ποτέ του Γκουανταλκιβίρ ή Σηκουάνας.
Ε, και λοιπόν; Μην, τάχα, και γι’ αυτό θα σ’ αγαπώ λιγότερο,
μην, τάχα, κα’ι γι’ αυτό λιγότερο θα σε παιδέψουν τα δεινά μου;
Νομίζεις πώς θα λιγοστέψει ή πείνα μου
για σένα, μην και θα λιγοστέψει το πικρό δικαίωμα
να ξαγρυπνώ όταν τον κόσμον απειλούν λοιμός και πόλεμος, πόλεμος και λιμός,
όταν οι μόνες λέξεις απομείνουνε το «μην ξεχνάς» και το «αντίο»;
Εν πάση περιπτώσει, πιθανότατα να μην πεθάνω στην πόλη αυτή,
μα, έτσι ή αλλιώς, δικαιούται έναν πιο αίσιο εαυτό μου,
ίσως, εδώ, και να μην ένιωθα ό ευτυχέστερος των ανθρώπων
αλλά, σ’ αυτήν την πόλη, όλα δικά μου είναι, πάντοτε μπορώ
να ανταμώσω έναν, έστω κι έναν, από εσάς που αγαπώ,
αυτό για να σας πω πώς είμαι μοναχός ως την απελπισία.
Θα το μπορούσα και στη Μόσχα, μα ο Γιεσένιν είναι πια νεκρός,
κι ο Γιεφτουσένκο, το υπογράφω, βρίσκεται κάπου στη Γεωργία.
Υπάρχει και το Παρίσι• μα πώς να στηριχτείς στο Πρώτων Βοηθειών στο Παρίσι
εφόσον δεν ανταποκρίθηκε καν στου Βιγιόν την κλήση;
Ενώ εδώ, ακόμη και τις λευκές αν καλέσω, τις συμπολίτισσες,
ως και αυτές, οι λευκές, θα γνωρίζουνε τον πόνο μου.
Είπα• ίσως σ’ αυτήν την πόλη να μην είμαι κι o ευτυχέστερος των ανθρώπων
αλλά και η βροχή που πέφτει εδώ δεν είναι απλώς βροχή, είναι βροχή
ανίδωτων τόπων.
(Τράνζιτ, 1963)
2. O ποταμός πού διασχίζει το Σαράγιεβο. 3. Περιοχή του Σαράγιεβο
4. Ένας από τους συλληφθέντες μετά τη δολοφονία του διαδόχου Φερδινάνδου στο Σαράγιεβο.
ΜΠΛΟΥΖ
Το συλλογιέμαι, τι καλά πού θα ‘ταν να γνωρίζαμε, τι λες;
εμείς σα φύγουμε το που θα πάνε οι έρμες μας ψυχές.
Το συλλογιέμαι, τι καλά που θα ‘ταν να γνωρίζαμε, τί λες;
αν υστέρα από μας κάτω απ’ τους πλάτανους θα βρέχονται οι έρμες μας ψυχές.
Το συλλογιέμαι, τί καλά πού θα ‘ταν να γνωρίζαμε, τί λες;
σαν όταν ζούσαμε ν’ αναζητούν η μια την άλλη οι έρμες μας ψυχές.
Το συλλογιέμαι, τί καλά πού θα ‘ταν να γνωρίζαμε, τί λες;
στην άνοιξη ανοιξιάτικη, χωρίς εμάς, το πώς θα νιώθουν οί έρμες μας ψυχές.
Το συλλογιέμαι, τί καλά πού θα ‘ταν να γνωρίζαμε, τί λες;
με δίχως μάτια πώς θα κουβεντιάζουν οι έρμες μας ψυχές.
(Στίχοι για καληνύχτα, 1971)
ΨΑΧΝΩ ΓΙΑ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΔΡΟΜΟ
Περιπατώ στην πόλη πού γεννήθηκα, στης νιότης μου την πόλη,
ψάχνω για τ’ όνομά μου δρόμο.
Άπλετες, θορυβώδεις, πολυσύχναστες λεωφόροι –
τις παραχωρώ, ευχαρίστως, στους μεγάλους άντρες της Ιστορίας.
Έξαλλου, τί έκανα εγώ, όσο κυλούσεν ο ρους της Ιστορίας;
Εγώ, απλώς, εσέναν αγαπούσα.
Έναν ασήμαντο δρομάκο ψάχνω, καθημερινό, κοινότατο,
έναν δρομάκο στον όποιον, απαρατήρητοι, αόρατοι απ’ τον κόσμο,
θα μπορούμε, και μετά θάνατον, να κάνουμε ήσυχοι τη βόλτα μας.
Κατ’ αρχήν, ό δρομάκος μας δε χρειάζεται να ‘χει και πολύ πράσινο,
δε χρειάζεται, καν, να ‘χει δικά του πουλιά.
Ένα, αυτό μετράει: από τον κάθε διώκτη τους, σε τούτο τον δρομάκο,
να βρίσκουν άσυλο κι ο άνθρωπος κι ο σκύλος.
Δε λέω, όμορφα θα ‘ταν και θα μ’ άρεζε, να ‘ναι πλακόστρωτος.
Άλλα, εν τέλει, δευτερεύον το θεωρώ.
Όμως, ετούτο το σημαντικό, το κύριο, αυτό μετράει πιο πολύ,
στον δρόμο πού θα φέρει τ’ όνομα μου
ποτέ του και κανέναν να μην εύρει ή συφορά.
(30 Φεβρουαρίου 1999)
Izet Sarajlic (Ιζέτ Σαράϊλιτς) (1930-2002)
Γεννήθηκε στο Ντόμποϊ της βόρειας Βοσνίας. Από το 1945, οπότε δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, διέμενε στο Σαράγιεβο, οπού και παρέμεινε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας (1992-1995) και τραυματίστηκε από ρουκέτα. Εργάστηκε ως επιμελητής στον εκδοτικό οίκο «Veselin Μaslesa». Το 1971 εξελέγη πρόεδρος της “Ένωσης Συγγραφέων της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, αλλά παραιτήθηκε δεκαεφτά μέρες αργότερα και, στη συνέχεια, διαγράφτηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Δημοσίευσε πάνω από τριάντα ποιητικές συλλογές, από τις όποιες ξεχωρίζουν οι εξής: Γκρίζο Σαββατοκύριακο (Sίνί νίkend, 1955), Ενός λεπτού σιγή (Μinuta cutajna, 1960), Η αλέα του Γούντροου Ουίλσον (Vilsonovo sctaliste, 1969), Νεκρολόγιο για το αηδόνι (Νecrolog slavuju, 1987), Το βιβλίο των αποχαιρετισμών (Κnjiga οprostaja, 1996). Η χάρη, ή διαύγεια και η ακρίβεια των ποιημάτων του πηγάζουν από την επιθυμία του να έχει η ποίηση του άμεση επικοινωνία με τον αναγνώστη. Είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς και πιο πολυμεταφρασμένους ποι¬ητές της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πέθανε στο Σαράγιεβο το 2002.
Σημ. του «ποιείν»: στη μνήμη του διοργανώνεται κάθε χρόνο, από το 2002 στο αγαπημένο του Σαράγιεβο η Διεθνής Συνάντηση Ποιητών, από την Casa della Poesia.









