
`
* Το διήγημα βασίζεται στο πραγματικό γεγονός της γνωριμίας μου με την ποιήτρια Dorothy Livesay, αλλά κινείται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Οι φράσεις που ξεχωρίζουν με εισαγωγικά αποτελούν μεταφράσεις μου σε στίχους ποιημάτων της. Το ποίημα “Μέρα και Νύχτα” είναι μετάφρασή μου στο ομώνυμο ποίημα της ποιήτριας.
`
Ήταν χειμώνας του 2010. Εκείνο το τριήμερο διάβαινα για πρώτη φορά τους μελαγχολικούς δρόμους του Λονδίνου. -Τι κοινότυπο το επίθετο μελαγχολικός για το Λονδίνο, και όμως, τόσο ακριβές-. Έκανε πολύ κρύο κι εκείνο το μεσημέρι όμως είχα την σιγουριά ότι με την αντίστοιχη θερμοκρασία στην Αθήνα θα κρύωνα περισσότερο. Το ψύχος της Βρετανικής πρωτεύουσας μου φαινόταν πολύ πιο φιλικό και καθόλου διαπεραστικό.
Η ομπρέλα μια άνοιγε μια έκλεινε. Πλησίαζε απόγευμα κι εγώ πότε περπατούσα στους δρόμους και πότε επιβιβαζόμουν σε κάποιο λεωφορείο για να βλέπω τα αξιοθέατα έχοντας λίγη ζεστασιά.
Τα δημόσια φώτα είχαν ήδη ανάψει και οι φωτεινές επιγραφές των καταστημάτων όσο περνούσε η ώρα και ώσπου να σουρουπώσει φαίνονταν όλο και πιο εντυπωσιακές.
Στην Ελλάδα εκείνο το τριήμερο αποκορυφωνόταν η γιορτή της Αποκριάς και συμπτωματικά γιορταζόταν και ο άγιος Βαλεντίνος. Κάποιες στιγμές είχα την αίσθηση ότι το ίδιο συνέβαινε και στο Λονδίνο λόγω κάποιων ενδυματολογικών επιλογών κάποιων κοριτσιών.
Στην China Town γιόρταζαν το νέο έτος, μέσα του Φλεβάρη. Λίγη ώρα πριν είχα γευτεί μέρος του εορτασμού.
Αυτόν τον κεντρικό δρόμο τον περπατούσα για δεύτερη φορά εκείνη την ημέρα. Στο πρώτο πέρασμα πρόσεξα μεταξύ άλλων ένα κατάφωτο κατάστημα που ξυπνούσε μνήμες περασμένων αιώνων, εικόνες από αναγνώσεις βιβλίων του Ντίκενς. Ο Ντίκενς ήταν ολοζώντανος μέσα μου εκείνες τις ημέρες. Στη φωτεινή του επιγραφή διάβασα με χαρά ότι επρόκειτο για ένα βιβλιοπωλείο με μεταχειρισμένα βιβλία. Εκεί μπορούσες να αγοράσεις αλλά και να πουλήσεις δικά σου.
Με την πρώτη ματιά αυτό το μαγαζί είχε καταφέρει να ρίξει τα σχοινιά του μέσα μου και όσο και αν απομακρύνθηκα συνεπαρμένη από την άγνωστη ομορφιά της περιοχής που ζητούσα να ανακαλύψω, τα σκοινιά του με επέστρεψαν λίγα λεπτά αργότερα έξω από την πόρτα του και συγκινημένη την άνοιξα για να βρεθώ σε ένα λιλιπούτειο κάστρο ομορφιάς και μυστηρίου.
Ο ισόγειος χώρος δεν θα ήταν μεγαλύτερος από εξήντα τετραγωνικά. Ήταν γεμάτος με ξύλινες βιβλιοθήκες σε όλη του την έκταση και σκεφτόμουν ότι ένας ευτραφής άντρας ή γυναίκα θα δυσκολευόταν να διαβεί τους στενούς διαδρόμους που εκείνες σχημάτιζαν. Με την είσοδό μου κατευθύνθηκα λίγα μέτρα αριστερά όπου βρισκόταν το γκισέ του βιβλιοπωλείου και πίσω από αυτό ήταν ένας καθήμενος και ένας όρθιος άντρας, ο δεύτερος μέσης και ο άλλος λίγο πιο προχωρημένης ηλικίας. Θα μπορούσαν να είναι πατέρας με γιο.
Διαβάστε περισσότερα