[Ο Μίλτος Σαχτούρης σε νεαρή ηλικία- Από το Αρχείο του Μάνου Ελευθερίου ©]

`

Ο Μίλτος Σαχτούρης διαβάζει το ποίημα «Καφενείο»  σε μουσική Μιχάλη Σιγανίδη: ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ

`

Η ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ

Γυναῖκα μʼ ἄσπρες γάμπες βάφει τὴν καρδιά μου

Εἶναι ἕνα πρωτόϊδωτο τοπεῖο
μὲ δάση ἀπὸ ἀνατριχίλες
εἶναι ἕνα δέντρο μὲ ξερὰ κλαδιὰ
πάνω του συσπάζεται ἕνας ἄθλιος δαίμονας
ἕνας κατατρομαγμένος πόθος
καὶ φτύνει σάπια φύλλα
στάζει
ἔπειτα κατεβαίνει
γυναῖκα
πλανιέται στὰ δωμάτια τοῦ δάσου
μαστιγώνει αγρίμια βρίζει τὰ πουλιὰ
φτάνει στὸ κρεβάτι πατώντας σὲ χελῶνες
τινάζει πάνωθέ του τὴ βροχὴ

Ἐδῶ μοσκοβολάει τὸ κορμί της
Ἐδῶ βογγάει ἀκριβὸς ὁ τόπος τῆς θυσίας
Ἐδῶ ἀναδύονται χιλιάδες πεταλούδες
Ἐδῶ θρονιάστηκε ὁ ἄγγελος τοῦ φόβου
Χαμογελάει

Ἐδῶ φίλη μου εἶναι
ἂν μπορῶ νὰ σὲ πῶ φίλη
ἡ στιλπνὴ θέση τοῦ φόβου σου.

ΤΑ ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Περίοδος Β, Χρόνος Ζ, Αρ. 3, 5ος 1944, σελ. 182-183.
`

*

Η ΗΡΩΪΔΑ

Σκοτεινιασμένος εἶμαι πολιορκημένος
ἀπʼ ὅλες τὶς πλευρὲς τοῦ ἔρωτά μου

Φρουροὶ χαϊδεύουν ἁπαλὰ τὰ τείχη
κιʼ ἀνθίζουν τὰ κλωνιὰ τῆς ὀμορφιᾶς της
στρατιῶτες στήνουνε στοὺς δρόμους τὰ κανόνια
σκοινιὰ τεντώνουνε στὸ στῖβο οἱ ἀκροβάτες
κʼ οἱ φημισμένοι τυφλοὶ φωτογράφοι
ὁπλίζουν τὶς μαγικὲς μηχανές τους
νὰ φωτιστεῖ ἡ ἐξαίσια ὀμορφιά της
ὅταν θʼ ἀρχίσει νὰ βαδίζει στὴ σφεντόνη
ὅταν θὰ φέγγουνε στὸν οὐρανὸ χιλιάδες κράνη
ὅταν θʼ ἀρχίσει ἡ ἔφοδος καὶ οἱ στρατιῶτες
θὰ κουβαλᾶνε τὸ κρασὶ τῶν πληγωμένων

σκοτεινιασμένος εἶμαι πολιορκημένος
ἀπʼ ὅλες τὶς πλευρὲς τοῦ ἔρωτά μου

Πουλιὰ πετοῦν ἀπʼ ὅλες τὶς πλευρὲς τοῦ στρατοπέδου
στοὺς τοίχους στὰ μπαλκόνια οἱ νέες σημαῖες
στοὺς τοίχους στὰ μπαλκόνια οἱ νέες κοπέλες
ἁπλώνουνε τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς τους
ἀφήνουν τὰ παληὰ φορέματα στοὺς δρόμους
καὶ ντύνονται τῆς γύμνιας τους τὸ χιόνι
καὶ δὲν παγώνουν στὸ βορηὰ τῆς μάχης
καὶ κάτω σφάζουν βώδια καὶ μοσχάρια
ἀντάρτες κυνηγοὶ καὶ στρατοκόποι
καὶ σφάζουν μὲ μαχαίρια τους τὸν ἥλιο
κιʼ ὁ ἥλιος μπαίνει μέσα στὴν καρδιά τους

Σκοτεινιασμένος εἶμαι πολιορκημένος
ἀπʼ ὅλες τὶς πλευρὲς τοῦ ἔρωτά μου

Κιʼ ὅταν Α ὐ τ ὴ κατέβηκε στοὺς δρόμους
τὴ νύχτα μὲ λατέρνες καὶ φανάρια
ἄλλοι ζυγῶναν καὶ τὴ ραῖναν μὲ λουλούδια
κιʼ ἄλλοι μὲ πέτρες μὲ μαχαίρια καὶ τραγούδια
δέκα φορὲς πληγῶσαν τὸ κορμί της
σὲ κάθε μιὰ πληγὴ κʼ ἕνα μαχαῖρι
σὲ κάθε μιὰ πληγὴ κʼ ἕνα λουλούδι
καὶ δὲν ἐβρέθηκε κανεὶς γιὰ νὰν τὴ σώσει
μονάχα οἱ φημισμένοι φωτογράφοι
στῆσαν τὶς μηχανὲς καὶ περιμέναν
καὶ σῶσαν ἀπʼ τὴ λήθη τὴ μορφή της

ΤΕΤΡΑΔΙΟ, Τόμος Α, Τεύχος 2, Μάρτης 1947, σελ. 118-119.

`

* Ο Ανδρέας Ανδρέου είναι απόφοιτος του τμήματος Φιλολογίας του «King’s College» και του Τμήματος Θεατρικής Τέχνης του «The Royal Academy of Dramatic Art». Κατοικεί στο Λονδίνο.