Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν, Αφίξεις

Νίκος Τόμπρας, «Ο κήπος γύρισε κίτρινος», Σειρά Ποιείν 14, εκδ. Μετρονόμος, 2017 (προδημοσίευση)

[Ο πίνακας του εξωφύλου είναι έργο της εικαστικού Μαρίας Ξενούλη]

`

Η Μνήμη·

ολοκλήρωμα της απώλειας,

ασυνεχής στη συνέπειά της,

θυσιάζει…

Οι οιωνοί είναι επιφυλακτικοί.

Γνωρίζουν

ή

φοβούνται;

Στον βωμό,

δακτυλικοί εξάμετροι

συγκροτούνται σε χρησμό.

«Αναλώσιμα σφάγια

είσαστε όλοι·

το μεσημέρι οι κρεοπώλες,

δωρεάν θα σας μοιράζουνε»

μεταφράζω

και σκέφτομαι

τη διατίμηση της Ψυχής να προλάβω

στην αγορά.

`

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Σπύρος Αραβανής, «Οκτώ φανταστικές ιστορίες ενός αληθινού τέλους»

`

Μνήμη Αργύρη Χιόνη –Δεκέμβρης 2011–

`

Ένας φιλήσυχος άνθρωπος δέχτηκε κάποτε κι αυτός τον τελευταίο ασπασμό έχοντας όμως προλάβει να ανοίξει μιαν καταπακτή στο φέρετρο, η οποία τον οδηγούσε έξω από το πένθος των άλλων. Πάντα έτσι ήταν η ζωή του, ένα βήμα πριν από το γέλιο, ένα βήμα μετά τη θλίψη και τώρα με ακίνητο το σώμα μπορούσε να τριγυρνά, ελεύθερο πια πνεύμα, στους δρόμους που μέχρι χθες τυραννούσαν τα πέλματά του ζητώντας, επιτακτικά, χνάρια.

`

*

Ένας κοινωνικός άνθρωπος συνάντησε τον εαυτό του ύστερα από χρόνια αυτοεξορίας στον κόσμο. «Σε περίμενα» του είπε, ανάβοντας νωχελικά το τσιγάρο του. Όταν πέθαναν, τους έθαψαν στο ίδιο σώμα. Κανείς δεν έμαθε ποτέ ποιος είχε μιλήσει πρώτος.

`

*

Ένας αγοραφοβικός άνθρωπος κλείστηκε κάποια μέρα σε ένα ασανσέρ. Έτσι όπως ήταν μόνος, άρχισε την ενδοσκόπηση περιμένοντας την εξωτερική βοήθεια. Όταν μετά από ώρα άνοιξαν την πόρτα, τον βρήκαν ημιθανή μέσα σε μιαν αποπνικτική μυρωδιά πολυκοσμίας.

Διαβάστε περισσότερα

Ακαδημία Ποιείν

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, «Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος»

`

Είπε η φωνή…

(Όνειρο με τα μάτια ολάνοιχτα)
“Ταξίδεψε ξανά στις Μέσα Κάμαρες”, μελωδούσε γλυκά
ήλιος χρυσός κρεμασμένος στα σύννεφα.
Στις κόκκινες στέγες, πουλιά πετάριζαν τα βλέφαρα
στο μισοΰπνι τους.
Ωχρή βροχή ζωγράφιζε τα πρόσωπα με χίλια
φύλλα φθινοπωρινά.

Στάλαζε γύρω μου ζεστή κι ως ξεχυνότανε
ποτάμι βουερό στη γης, πήρα και ήπια
νίφτηκα και ευθύς τα μάτια άνοιξαν να δω
για να θαυμάσω απ`την αρχή τον κόσμο
τον απέραντο.
“Γράψε ό,τι δεις-είπε η φωνή- μη λησμονήσεις
ότι παρήλθε ο καιρός της πρώτης θλίψης σου.
Νερό δεν είναι, μα το δάκρυ το βαρύτιμο
ανέγγιχτος να βγεις ξανά μπροστά στον ήλιο.
Αν η καρδιά σπλαχνίστηκε βαθιά, αν ίσως πόνεσε,
αν έχει μάθει ν`αγαπά, ας τραγουδήσει”.
Ανίδεος παντοτινά με το`να χέρι μου
χάραξα τις γραμμές τις πρώτες μου στο χώμα
πριν να μπορέσω με το στόμα
να συλλαβίσω του χρησμού τα λόγια τα ανερμήνευτα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Μαρία Κροκιδά, Ποιήματα

`

Άνθρωποι σκουπίδια

Τι μας κάνει και
Παίρνουμε τα λεωφορεία και τα τρένα της γραμμής και τα καράβια τα σαπισμένα και τα αεροπλάνα που τρίζουν και ταξιδεύουμε δεύτερη θέση και τρίτη και ας μας έβαζαν και στις αποσκευές αρκεί να φτάσουμε
Και γινόμαστε χιλιόμετρα και όχι άνθρωποι είμαστε δρόμοι πια
Και φορτωνόμαστε σακίδια σκισμένα ξεχειλωμένα όλη η ζωή κάτι ρολά ρούχα ασιδέρωτα και λέμε δεν έχουμε ανάγκη τα σιδερωμένα μοναχά να φτάσουμε και όλα τα άλλα θα είναι περιττά, νομίζουμε ο κόσμος στην άφιξη μας θα τελειώσει μʼ αυτός προχωράει κανονικά.
Και φτάνουμε Και γυρνάμε σε πόλεις που δεν ξέρουμε, σε πόλεις που δε θέλουμε να μάθουμε, εμείς για δύο μάτια είμαστε εδώ αφήστε μας να ξεκουραστούμε επιτέλους
Και κοιμόμαστε σε ξενοδοχεία φτηνά βρώμικα και περιμένουμε με τα μάτια ανοιχτά και την ανάσα κομμένη μέχρι η πόρτα να ανοίξει να μπει λίγο φως να γίνουμε και πάλι άνθρωποι
Σε κάτι δωμάτια της Φρανκφούρτης που βρωμάνε θλίψη κι όμως μπαίνουμε, σε κάτι δωμάτια στενά με σκάλες στριφογυριστές του Αλικάντε που μυρίζουνε παταταςμπράβαςαπ τις γειτονιές και περιμένουμε μια Ισπανία που δεν έρχεται και τη μισούμε τη μισούμε, ξέρεις, πατάτες δεν θα ξαναφας, και κάτι διαδρομές μέσα στα πεύκα, περνάει η Επίδαυρος και οι αρχαίο θεοί κουνάνε το κεφάλι μοναχά με κατανόηση και θλίψη για την ιστορία που επαναλαμβάνεται, και κάτι μονοήμερες στην Πράγα για να δούμε την Άνοιξη μες στο χειμώνα και κάτι κύματα που αφήνουμε να μας βρέξουν σε καταστρώματα πορτοκαλί και σκουριασμένα, Αιγαίο πέλαγος Αθήνα Πάτρα το ίδιο και το αυτό
Και επιστρέφουμε
Εξουθενωμένοι
Στο τίποτα Χυνόμαστε σε κρεβάτια άδεια διπλά,
Κι ούτε που ξέρουμε που είμαστε, Μόνο να κοιμηθούμε θέλουμε, τώρα αμέσως Μα ο ύπνος δεν έρχεται να μας λυτρώσει, Και σέρνουμε το χάρτινο μας σώμα στους βουβούς διαδρόμους, και επιστρέφουμε εξουθενωμένοι στο τίποτα καθώς απ το σακίδιο το σκισμένο ξερνάνε κομματάκια εισιτήρια από τα τρένα και τα λεωφορεία και τα αεροπλαναλοουκοστ,
και τώρα πια δεν είμαστε ούτε χιλιόμετρα, εισιτήρια γινόμαστε τώρα, όλη η ζωή μας ένα απόκομμα με ξεβαμμένους προορισμούς, εκατοντάδες από δαύτα
Και τα φυλάμε ευλαβικά
Μέσα σε κουτάκια ξύλινα, ντοσιέ πλαστικά βιβλία συρτάρια αρωματισμένα μολυβοθήκες τσίγκινες σε πίνακες από φελλό ανακοινώσεων τα καρφιτσώνουμε σε πορτοφόλια ξεφτισμένα άδεια.
Κάνουμε την καρδιά μας μια απόδειξη, κάνουμε την καρδιά μας κομματάκια
Που άλλοι πετάνε Σε κάδους πλαστικούς και κάποιες φορές, ίσως, πάνω στα ίδια τα χιλιόμετρα που εμείς για αυτούς πατήσαμε, αφήνουν να πατήσουν τα αποκόμματα μας ρόδες καυτές να γίνουν ένα με την άσφαλτο,
Ναι,
τα πετάνε,
Δεν τα φυλάνε δεν έχουνε αυτοί κουτάκια ξύλινα δεν έχουν άδεια πορτοφόλια δεν έχουν τσίγκινες μολυβοθήκες δεν έχουν δεν έχουν δεν έχουν καρδιά.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Θανάσης Πάνου, «Τα ένθεα της Αφροδίτης»

`

ΤΑ ΕΝΘΕΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

Και να πεις ότι κατάφερα ποτέ μου να σε κάνω ποίημα;
Αρχίζω με μια ιδέα των ματιών σου και τότε ξεπροβάλουν τα χείλη σου κεράσια. Κι όσο για τα γλυπτά τα στήθια σου ζητούν πηλό να πλάσω με το ποίημα. Γι αυτό η διήγησή σου είναι σαν γύψος ρευστός που πάντα χύνεται σε όλα τα κενά του αδειανού χαρτιού, ένας τοκετός που μου αρέσει μα και με πονά. Τι είσαι στο βάθος σκέφτομαι, πώς να σε κάνω ολόκληρη ένα ποίημα όταν μια συλλογή της ομορφιάς ζει επάνω σου σαν πίνακας του Ρέμπραντ.
Έτσι κάπως αρχίζει το ποίημα…ανάγλυφη, ναι, με αλλεπάλληλα πεδία, γλυπτό πάθους και τα μπράτσα σου βιολιά, κι έπειτα γίνεται άλλο πράγμα πιο μικρό μιμητικό της αντανάκλασής σου.

`

*

ΣΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ

Ένας άνδρας περασμένα τα πενήντα
μπροστά στον καθρέπτη
στο σαλόνι του σπιτιού του.
-Είμαι μάχιμος ακόμη, αδηφάγε χρόνε…
Τα χείλια μου κρύβουν δόντια λύκου
μα και τρυφεράδα χελιδονοφωλιάς
και στο ανάκλιντρο της κοιλιάς σου
μωρό μου και λύκαινά μου,
τρελαίνονται, τρελαίνονται…

Διαβάστε περισσότερα