Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Καρλ Μαρξ, «Ερωτικά ποιήματα» (εισαγωγή -μετάφραση: Ευγένιος Αρανίτσης), εκδ. Ερατώ, 1982

`

Τα Δυο Αστέρια

Πολύ μακριά
στα βάθη τ’ ουρανού
Ζούνε δυο μικρά
χαριτωμένα άστρα
Που αιώνια απομακρύνονται
το ένα απ’ τ’ άλλο
Κι αιώνια προσπαθούνε
να πλησιάσουν.

Απλώνουν τα φτερά τους
τ’ αραχνοΰφαντα
Για να ‘ρθουνε το ένα
δίπλα στο άλλο
Αλλά και τα δυό τους
φεύγουν προς τα πίσω
κάθε φορά που πρόκειται
ν’ αγγίξουν.

Τζένη, γνωρίζεις
Αυτά τ’ αστέρια;
Ή θά πρέπει μήπως
να σου πω στ’ αλήθεια
Ότι δε μας μοιάζουν-
Γιατί είμαστε πάντα μαζί.

Εκεί πέρα
στο άπειρο Σύμπαν
Μέσα από το πόλεμο
των φυσικών στοιχείων
Φτάνει στη καρδιά σου
το ρέμα της αγάπης μου,
Της ανυπομονησίας μου
και της θλίψης.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κώστας Ταβουλτσίδης, “Η Σφιγξ”, (έξι ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή)

Ξένιος, ξένος και αδερφός
ή περί καθαρότητος

Ιδού
ο άνθρωπος Προκρούστης
ο ανίκητος και αμετανόητος.
Που έθεσε τον εαυτό του ως πρότυπο
και γέρνει πάνω στην κλίνη
άβουλα σώματα.
Και σπάει και κόβει και ράβει και θερίζει
Καθʼ εικόνα και κατʼ ομοίωση.

Ιδού
ο αγέρωχος και αδογμάτιστος.
Γιατί αυτός είναι
και το δόγμα
και η θρησκεία
και η επί της γης ενσάρκωση της τελειότητας
και της σοφίας.

Ιδού
αυτός που δεν δέχεται
τίποτα που να μην είναι ο ίδιος
τίποτε διαφορετικό.

Και ιδού
οι στρατοί από τα κακέκτυπα του
και τους μαμελούκους υποστηρικτές του.

Μαντρόσκυλα.

Στην γη του ξένιου Διός
στην με τους ικέτες
πρόσφυγες και μετανάστες.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Στρατής Παρέλης, Πέντε ποιήματα

Ώσπερ θανάτου…

Σε όλα κερδίζουμε το χρώμα μα μένει
Μια οσμή από απουσία που επάνω της
τυμβωρυχούν οι τσαρλατάνοι
Χρόνοι και σήπεται η ρημαγμένη αιωνιότητα.
Παράξενα που ηχεί!
Κλεμμένη μουσική από ‘να πιάνο που οργάνωσε τις νότες της Αλήθειας.
Κερδοφορίες φωτιάς κι αν πεις και της ψυχής όπως την εννοούσαν
Πάλαι ποτέ οι ποιητές και την εξύμνησαν
Ονομαστοί κανταδόροι.
Ήρθε η Στιγμή:
Ανακαλύπτω θάλασσα μέσα στον ουρανό και ουρανό
Μέσα στην θάλασσα- ανακαλύπτω που πεθαίνω.
Κοράκια ζοφερά χυμούν τριγύρω απ’ το κεφάλι μου και θέλουν την λεπτή μου Ουσία.
Η μέρα δεν με προφυλάσσει- σκονισμένα μνήματα
Ξεχύνουν τους νεκρούς τους στα σοκάκια της γης
Ξεγίνεται η αιωνιότητα.
Πόσο ακούω θλίψη και
πόσο είμαι μελαγχολικός!
Ο αέρας σπέρνει τις προσευχές μου- πράο ήσυχο γάλα.
Συνάντηση με τον εαυτό μου τον άλλον, συνάντηση στο στεγνό υπερπέραν.
Όσες σκέψεις έφυγαν είναι σαν χλόη πια που επάνω της περπατώ και νοστιμευομαι το παράξενο χάος.
Παράξενη μάνα μου μοναξιά μου, έλα
Στον ύπνο μου αυτόν τον ξιπασμένο και δώσε μου
Ένα έλεος καυτό, όπως το δάκρυ
Που κυλά στα μάγουλά μου κλείνοντας και άλλο αυτήν την φυλακή
Του τάφου, όλα τα αποχωρίζομαι
Και θα μείνω με καβούκι ανελέητο κέλυφος.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Νίκος Γκάτσος, «Μέρες Επιταφίου»

 

Μεγάλη Δευτέρα
Περίμενέ με μάνα μου περίμενέ με ακόμα
ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.

Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του.

Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου
στην πύλη του παράδεισου στο φρέαρ της αβύσσου.

 

*

Μεγάλη Τρίτη

Κάτω απʼ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.

Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
στα καπηλειά της πολιτείας
εσύ αμνίον για σφαγή
κι εμείς κριοί της αμαρτίας.

Δε σε πτοήσαν οι Πιλάτοι
ούτʼ ο καιρός που ειν΄ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.

`

*

Μεγάλη Τετάρτη
Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν.
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον.

Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
ξυπνήστε νʼ αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνιοι στρατηλάτες
σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.

Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θʼ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
και τʼ άνθος του κακού να γίνει ρόδι.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Παναγής Αντωνόπουλος, Ποιήματα

`

Στερνόγραφο

Στον Ειρηναίο Μαράκη

Εμένα δεν με άγγιξαν, κορμιά του Modigliani
Στην μάσκα μου δεν κάθισε , σκύλος να πιλοτάρει
Πόνος εμένα μʼ έθρεψε, το στρίτσο και οι μουράβιες
και η μπαρκέτα έγραψε, της προσμονής ανταύγειες

Γλάροι σ´εμέ Φτερούγισαν, απά από την πρύμνη
κι όχι τα απαίσια, των Μαραμπού τα σμήνη
Ο ίμερος σαν έσφιγγε, μετά τα τόσα μίλια
ποτέ μου δε με έσπρωξε σε νέο απ´ τη Σεβίλλια

Εγώ δεν γράφω ρήματα, για τους αλλοπαρμένους
Ισόμετρο δεν στέγνωσε, τους θαλασσοδαρμένους
κι ούτε  με νοιάζει τι θα πουν  σεφέρια και ελύτες
Εγώ την πένα έσπασα για θαλασσών αλήτες

Θα μείνω πάντα εύκλεος, μα και άξιος εραστής
των φθογγικών συνθέσεων , μιας ποίησης που ρέει
Μηδέποτε αριστερός και οπορτουνιστής
Μα ούτε και παιδεραστής , που Νόμπελ αποπνέει

Corbiere εγώ δεν διάβασα, ούτε και Εμπείρικο
Τις ρίμες μου τις έγραψα, με την ψυχή a picco
κι ούτε μού δώκαν προβολή του πενταγράμμου μύστες
Με ματσακονι πληρωσα  των λογισμών τις ρήτρες

Παιδί του μόχθου κι άπραγο στου λόγου τα λιβάδια
φρόντισα τις ανάγκες μου να βάλω στη γραμμή
Κι όταν με φως εγεμησα , της γνώσης τα σκοτάδια
πλήρωσε της αξίες μου  του χρόνου η φυλακή

Δεν είμαι τέλος ο γραφιάς,  του σαλονιού της σάλας
Γέννημα, θρέμμα , ανάθεμα, θαλασσινής κουφάλας
τους πόθους και τα κρίματα τραγούδησα του μόχθου
Τα εύσημα δεν ζήτησα  ενός λογίου όχλου

Λένε για μένα οι άναυτοι  που μοίρα βρωμερή
έφερε το γιατάκι τους  πλάϊ με το δικό μου
πως είμαι κακοτράχαλο , του βίτσιου εγώ παιδί
υποταγμένος άδολα, στο λερωμένο εγώ μου

Αυτοί με δίχως φρόνημα , το θυμικό του ναύτη
αυτοί που ´ρθαν στην θάλασσα τυχοδιωκτικά
και λέρωσαν και ντρόπιασαν με τα γραπτά τους λάσπη
μιάς οικογένειας πλατιάς τα έντιμα παιδιά

Οι άναυτοι μιλούν για με λίβελος ψιχαλίζει
ενώ εγώ πιστέψτε με , λάτρης στα θηλυκά
Κι αν μία που αγάπησα πουτάνα θε να γένει
εκείνη αποφάσισε Πλαστά ιδανικά

Πικρό ψωμί και ανέβρεγο που φάγαμε μαζί
λένε για μένα ναυτικοί και παραγκωνισμένοι
την ποίηση πως έπλασα ζαχαροκάντιο ζυμωτή
και όχι τραβέρσο ψευτικο και νάνοι κουρασμένοι

Διαβάστε περισσότερα