Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

«Ελεύθεροι Ελεύθεροι»

[author] Της Δέσποινας Πυρκεττή [/author]

Αγαπητοί κύριοι δημοσιογράφοι,
Από εχθές συζητείται εντόνως και με θαυμασμό το άρθρο του Αλκίνοου για τη μάσκα που τραβιέται βίαια και για το αληθινό μας πρόσωπο που φανερώνεται (sic). Σωστά όλα όσα γράφει, μα λίγα, πολύ λίγα, επειδή λείπουμε εμείς απʼ την περιγραφή του. Λείπουμε εμείς που γεννηθήκαμε πρόσφυγες ή απλώς φτωχοί, που οι γονείς μας αξιώθηκαν να μας μεγαλώσουν με πατάτες τηγανητές, καλολαδιασμένα όσπρια και υφάλμυρη αξιοπρέπεια, εμείς που σεβόμασταν και ακόμη σεβόμαστε τους δασκάλους μας γιατί μας δίδαξαν τα γράμματα που δεν διδάχτηκαν οι γονιοί μας λόγω φτώχειας, εμείς που σπουδάσαμε και αμέσως στρωθήκαμε στη δουλειά. Τώρα, η γενιά η δική μου έχει δικά της παιδιά και σας βεβαιώνω, Αλκίνοε και κύριοι, ότι ΔΕΝ τα γράφουμε σε ιδιωτικές σχολές, δεν τα τραβολογάμε κάθε απόγευμα σε ιδιαίτερα μαθήματα μπαλέτου, καράτε, ζωγραφικής, θεάτρου (Θου Κύριε, να μη μιλήσω για τους θεατρίνους διδασκάλους) αγγλικών, γαλλικών, αλαουρνέζικων και άλλων τόσων.
Προτιμούμε να παίζουμε μαζί τους χωστόν, να τα αφήνουμε να μας δείχνουν πώς ζωγραφίζεται ο ήλιος πάνω από τη θάλασσά μας, με τα πλεούμενα μέσα και τα πουλιά σε σχήμα αισιόδοξου ν από πάνω, να ζυμώνουμε μαζί τους κουλουράκια με σταφιδάκια και πορτοκάλι, όχι με κουβερτούρες και φρέσκιες κρέμες. Εμείς, που αντί να πληρώνουμε τις παιχνιδουπόλεις για να μας ανοίξουν τις πόρτες τους, βγαίνουμε στα πάρκα μας και αφήνουμε τα σπλάχνα μας να σκαρφαλώνουν πάνω στα δέντρα μας, να πέφτουν κάτω γδαρμένα και σκονισμένα και με ένα «να το κάμω μμα» να περνά ο πόνος, με ένα τίναγμα να φεύγει η σκόνη. Δεν είμαστε λίγοι. ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΛΙΓΟΙ.
Γιατί δεν γράφει κανείς για μας; Εμείς δεν υποταχθήκαμε ποτέ στις ακατονόμαστες μάρκες των νεόπλουτων. Κι αν καμιά φορά από ματαιοδοξία δοκιμάσαμε τι θα πει να αγοράζεις «δερμάτινη τσάντα» και «σινιέ παπούτσια», πολύ γρήγορα τα αποβάλαμε γιατί ήταν πιο σημαντικό να πληρώσουμε τη δόση του στεγαστικού μας ή, ακόμη πιο σημαντικό, να πάμε τρεις μέρες με τα μωρά μας να αράξουμε πάνω στη ζεστή άμμο μας, να κλείσουμε τα μάτια μας και να ονειρευτούμε πως το αλάτι από τον κόλπο της Μόρφου ταξίδεψε στο Μακένζι και περνάει κόκκο-κόκκο κάτω απʼ το δέρμα μας. Ξέρουμε την αξία μας, μη νομίζετε. Γιʼ αυτό και είμαστε ΑΤΡΟΜΗΤΟΙ. Αλλά άφεση δεν δίνουμε στους ενόχους.
Γιατί, Αλκίνοε, δεν θα μιλήσεις για τους «άλλους;» Πόσα πληρώνεται ο Σόιμπλε για να κυλάει στις συνεδριάσεις των ισχυρών κλιμακίων της Ε.Ε.; Πόσα πληρώνεται ο Ολλανδός για να λέει ότι η Κύπρος είναι ένα πείραμα; (H Γερμανίδα vanellus spinosus προσφέρεται για έτι παραστατικότερα σχόλια, αλλά είναι, η γέρημη, sitting duck.) Ποιο είναι το καθήκον όλων αυτών, και πού ήταν τόσο καιρό που οι τράπεζές μας διογκώνονταν; Τώρα, όλως τυχαίως, «μυρίστηκαν» τη ζημιά; Μα το πιο επιτακτικό ερώτημα απʼ όλα, είναι πού βρίσκονταν οι δικοί μας ταγοί, όταν φασούλι το φασούλι γέμιζαν οι τσέπες των λίγων και ξεγελιούνταν οι αφελείς μικροαστοί ότι μπορούν να έχουν πισίνες, Φιλιππινέζες, ταξίδια στην αλλοδαπή κτλ. Όμως, όχι, όχι.
Εγώ ΔΕΝ θα μιλήσω γιʼ αυτούς. Διότι μιλώντας γιʼ αυτούς, δικαιολογώ τον Ian Bremmer, πρόεδρο του Eurasia Group, που βγήκε χθες βράδυ στο CNN αχτένιστος ωσάν ανεμοδαρμένο αμπελοπούλι και δήλωσε ότι ζούσαμε σε χρόνο δανεικό και τώρα πρέπει να αλλάξουμε τρόπο ζωής. Συνόψισε δε τη διατριβή του με μία μικρή, όπως αρμόζει στο προφανές μέγεθός του, πρόταση: Cyprus is a non-issue. Πού είναι τα λαμπρά μυαλά των υπουργείων μας, να βγουν να του απαντήσουν; Δεν βλέπετε ότι ενόσω εσείς γράφετε για τους αππωμένους & τις αππωμένες που φιγουράρουν ανελλιπώς κάθε βδομάδα στα glossy ασήμαντα περιοδικά σας, νομιμοποιείτε το «τάʼθελες και τάʼ παθες;» Και, ειλικρινά, μικρό το κακό, αν ήταν μόνο αυτό: και να μας ρίξεις στον ίδιο λάκκο με τους παλαιόπλουτους και νεόπλουτους, πάλι θα ξεχωρίσουμε. (Εμείς θα ανακαλύπτουμε τα θαύματα του βυθού και αυτοί θα επιπλέουν από πάνω, ωσάν περιττώματα). Όμως, το πρόβλημα είναι άλλο. Ρίχνοντας την ευθύνη σʼ αυτούς, αθωώνεις τους πραγματικούς υπεύθυνους.
Πού είναι τώρα ο ευσυγκίνητος λεβέντης που υπέγραψε το κούρεμα του ελληνικού χρέους; Πού είναι ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας που «προσπάθησε μεν, αλλά δεν εισακούστηκε;» Απευθύνθηκε δηλαδή στους απανταχού παράγοντες και ήταν όλοι, μα όλοι κουφοί; Πού είναι τα υψηλόβαθμα στελέχη των τραπεζών μας με τα ασύλληπτα μπόνους και τις ανόητες, ανόητες, ανόητες αποφάσεις; Δεν φοβάμαι τον Γερμανό που κλαίγεται ότι χάνει τα σαββατοκύριακά του στις Βρυξέλλες, ούτε τον Ολλανδό που δεν προετοίμασε σωστά το κούρεμα (sic, πάλι) και έφαγε στη μάπα το (τόσο βραχυπρόθεσμο, αλήθεια) Όχι. Φοβάμαι μόνο την ατιμωρησία των δικών μας, εκείνων που πρόδωσαν αυτόν τον τόπο και έχουν ακόμη το θράσος να κυκλοφορούν ανάμεσά μας με λεκιασμένα μέτωπα. Αυτούς φοβάμαι, και τους ροδομάγουλους απογόνους τους, που προαλείφονται (βγαίνουν ήδη στα θλιβερά παράθυρα) να διαδεχθούν τους πρώτους διδάξαντες. Αυτούς πρέπει να μαζέψουμε, Αλκίνοε και κύριοι, και να τους εξορίσουμε διά παντός στα γερμανικά όρη, θαμμένους κάτω από τόνους λευκού χιονιού, πέρκιμον τζιαι εξαγνιστούν, πέρκιμον τζιαι δει δροσιάν τζιαι ποσπασιάν ο τόπος μας.

Δέσποινα Πυρκεττή

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Η Εθνική Βιβλιοθήκη Στο Σκοτάδι»

[author] Του Κώστα Ριτσώνη [/author]

Τι σκοτάδι ήταν αυτό… σκοτάδι μαύρο .
Ήμουν στα γραφεία της Εθνικής Βιβλιοθήκης στη Λεωφόρο Καβάλας . Πήγα να τους παραδώσω ένα ποιητικό βιβλίο που είχα εκδώσει .
-Μας κόψαν το ρεύμα , μου είπαν στεναχωρημένοι οι υπάλληλοι της υπηρεσίας εισαγωγής . Δυστυχώς δεν δουλεύουν πια οι κομπιούτερ .Θα παραλάβουμε το βιβλίο που μας φέρατε αλλά χωρίς απόδειξη .
-Καλά και αν χαθεί ; Άραγε θα μπει στον εθνικό κατάλογο; Ξέρετε ο ποιητής του οποίου είμαι εκπρόσωπος ανησυχεί για την τακτοποίησή του .
-Μην ανησυχείτε κύριε θα τον ταξινομήσουμε μόλις πληρωθεί ο λογαριασμός και έχουμε πάλι φως .
-Και πόσο θα περιμένουμε ;
-Δεν ξέρουμε μας το έχουν κόψει κάμποσες μέρες .

Στεναχωρημένος έφυγα και πήγα δίπλα στο γραφείο των isbn .
Σκοτάδι κι εκεί . Μπήκε μαζί μου και ένας νευρικός εκδότης .Γύρευε έντονα αηέσμπιέν για ένα ρεμπέτικο βιβλίο που ετοίμαζε .
-Θέλουμε να εκδοθούμε , έλεγε . Δώστε μου αριθμό .
-Δεν ξέρουμε κύριε θα περιμένετε . Νούμερα δε δίνουμε .
Κι αυτός άρχισε να μιλά μάγκικα μπουζουκτσήδικα .
-Κόβουν το ρεύμα του κόσμου αλλά και των βιβλιοθηκών . Και το πνεύμα πώς θα συνεχίσει να μας φωτίζει με νέες εκδόσεις ;
Συμφώνησα κι εγώ μαζί του .
-Ας ελπίσουμε κύριε ότι η εταιρεία , η ΔΕΗ , θα δώσει λίγο βερεσέ ρεύμα .Φως στα βιβλία και στα διαμερίσματα.
Φως μέσα στο σκοτάδι .

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Οι συμφορές του δανεισμού»

[author] Του Πλούταρχου [/author]

Οι συμφορές του δανεισμού

(Περί του μη δειν δανείζεσθαι)

Πλούταρχος
μετάφραση: Πολυξένη Παπαπάνου

Νεφέλη, 2011
50 σελ.
ISBN 978-960-504-011-6, [Κυκλοφορεί]
Τιμή ? 7,50

Πιο επίκαιρο ζήτημα δεν θα μπορούσε να αλιεύσει κανείς από το αρχαίο κόρπους. Άλλωστε τα αρχαία κείμενα βρίθουν από σχόλια –επιτιμητικά στην πλειονότητά τους– για το δανεισμό. Ο Πλάτωνας, π.χ., παρομοιάζει το δανεικό νερό με τα δανεικά λεφτά. «Δεν θα έπρεπε να υπάρχει και για τα χρήματα νόμος που να απαγορεύει στους ανθρώπους να δανείζονται από άλλους και να καταφεύγουν σε ξένες πηγές (μηδʼ επʼ αλλοτρίας πηγάς βαδίζωσι), αν πρώτα δεν εξετάσουν τη δική τους περιουσία και τις δικές τους δυνατότητες, και δεν ξεχωρίσουν και συγκεντρώσουν, σταγόνα σταγόνα (ώσπερ εκ λιβάδων), το χρήσιμον και αναγκαίον αυτοίς;» Η αρετολογία της εποχής πιθανώς δεν επιτρέπει να συνδεθεί ο δανεισμός με το εμπόριο –όπως σήμερα–, ωστόσο το πνεύμα του Πλούταρχου επικρίνει την τρυφή, τη μαλθακότητα (μαλακία) και την πολυτέλεια. Οι ιστορικές παραπομπές του Πλούταρχου και οι μεταφορές του παρουσιάζουν ασύγκριτη ευστοχία. Ο άνθρωπος –και η πολιτεία– που δανείζεται θυμίζει τη γελοία κατάσταση της παροιμίας που λέγει: Δεν μπορώ να κουβαλήσω την κατσίκα, αλλά φορτώστε στους ώμους μου το βόδι.Τους δανειστές τους δημιούργησε η τρυφή. Οι τοκογλύφοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον (πρώτα Κορίνθιος, έπειτα Πατρινός και κατόπιν Αθηναίος) και, καθώς σφυροκοπείται από παντού, ο δανειζόμενος γίνεται χίλια κομμάτια. Ενίοτε και όλη η χώρα…

Κωστής Παπαγιώργης

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Εντός εκτός κι επί τʼ αυτά του … Τείχους #1»

[author] Του Κώστα Ρεούση [/author]

Μία επίπλαστη ευμάρεια κονιορτοποιεί την ύπαρξη. Κοφτοί, χοντροκομμένοι άνθρωποι παζαρεύουν και παζαρεύονται. Εκπαιδευμένοι τη χρησιμοθηρική αμνησία της μνημοσύνης, χαιρετούν μόνο εάν έχεις συναλλάξει μαζί τους πληροφορίες, προϊόντα και νομίσματα. Το τάβλι στους καφενέδες είναι η πρόφαση της εκ γενετής ρουφιανιάς και η εγκαθίδρυση της ακίνητης/ανίκητης υποδούλωσης. Μύγα στο σπαθί του, κανείς! Αλλά ποιο σπαθί; Αυτό που δεν τραβήχτηκε ποτέ απʼ το θηκάρι, αυτό που κατʼ όνομα και κατʼ επίφαση περιφέρει ένα άξεστο αδελφοκτόνο αντριλίκι και μια χαμηλοβλεπούσα ιερόδουλη πρακτική ή αυτό που τοκίζει από καταβολής στο πλέον κατάπτυστο ανταλλακτήριο συνειδήσεων;

Απόσπασμα από το σε εξέλιξη δοκίμιο του Κώστα Ρεούση «Ο ποιητής ως πράκτορας της εποχής και του βίου του»

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Το μαγκάλι»

[author] Του Μάνου Ορφανουδάκη [/author]

 

 

Ξημερώματα σε μια ελληνική επαρχιακή μονοκατοικία.
Τα φώτα του σπιτιού είναι σβηστά εκτός από τη λάμπα της τουαλέτας που φωτίζει
κάπως το μοναδικό δωμάτιο.
Ο χώρος έχει λιγοστά έπιπλα: ένα γραφείο, μία βιβλιοθήκη, ένα κρεβάτι και έναν καναπέ.
Στη μέση του χώρου καπνίζει ένα αυτοσχέδιο μαγκάλι.
Έχει σβήσει από ώρα. Γύρω του βρίσκονται ξαπλωμένα τρία αγόρια.
Δεν κινούνται, μάλλον τους έχει πάρει ο ύπνος. Δίπλα οι υπόλοιποι δύο της παρέας, κάθονται στον καναπέ. Σε λίγο το ένα από τα δύο αγόρια σηκώνεται όρθιο και περιφέρεται στο δωμάτιο μιλώντας ψιθυριστά στον φίλο του που είναι ακόμα καθιστός.

 

Απόψε νομίζω πως τα καταφέραμε, έτσι δεν είναι; Κι όσο θυμάμαι τον πάντα παράξενο Γιώργο –αχ αυτή η απαισιοδοξία του για το κάθε τι – να μας παροτρύνει να μην βάλουμε μπροστά το σχέδιό μας, μου έρχεται να γελάσω!

Απόλαυσε ζέστη λοιπόν φίλε μου.
Απόψε θα ζήσουμε την πιο ζεστή νύχτα του χειμώνα.

Μα να, σκέφτομαι μονάχα την καημένη τη Μαρία που δεν τα κατάφερε να έρθει στην αποψινή μας συντροφιά• κι έχει αλήθεια τόσο κρύο.
Σίγουρα τέτοια ώρα θα την έχει πάρει ο ύπνος, με το παλτό και τις δύο κουβέρτες της, όπως κάθε βράδυ τελευταία… μόνη… Αα πρέπει αύριο να της μιλήσω επιτέλους, να της πω πόσο τη θέλω και… που είχα μείνει; Ναι… απόλαυσε ζέστη απόψε φίλε μου.

Κι όμως, δεν είναι το κρύο που με ενοχλεί τόσο, όχι.. κάθε άλλο, μας φέρνει πιο κοντά αυτή η.. πώς να το πω.. έλλειψη ζεστασιάς.
Αυτό που δεν αντέχω είναι η έλλειψη επιλογής.

Γιατί νομίζω είναι άλλο να μην τρως το βραδινό σου γεύμα γιατί δεν θέλεις ή να πας περπατώντας στη σχολή αντί να ανέβεις στο λεωφορείο και άλλο είναι να μην έχεις την επιλογή να διαλέξεις.
Θυμήσου μόνο χθες, που ήμασταν πάλι εδώ, οι δυό μας, χωρίς την αποψινή καλή μας φωτιά και κοιτάζοντάς με, με τόση απόγνωση, μου είπες: Κρυώνω…

Δεν στο είπα χθες φίλε μου, για να σου δώσω κουράγιο, αλλά και γω κρυώνω.
Νομίζω πάντοτε κρύωνα. Από την κοιλιά της μητέρας μου στα Χανιά κρυώνω.
Ένα κρύο που πρώτα κατοίκησε μέσα μου και ύστερα αγκάλιασε το δέρμα μου.
Κι ας λένε πως η Κρήτη είναι ευλογημένος τόπος για να ζεις.
Δεν υπάρχει ευλογία πια. Ποτέ δεν υπήρξε για μας.

Και θυμάμαι ότι όσο κρύωνα, τόσο μισούσα τη ζεστασιά, αυτή την άγνωστη σε μένα θαλπωρή, να βλέπεις το χιόνι από το παράθυρο και συ να λιώνεις μέσα στο ζεστό δωμάτιό σου. Δεν το έχω νιώσει ποτέ αυτό.

Εγώ, εμείς, γεννηθήκαμε χιόνι.

Και τη μισούσα. Μισούσα να μισώ αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.
Άλλος τρόπος δεν υπήρχε παρά να μισώ κάθε τι μακρινό μου, κάθε τι άπιαστο.

Είναι μάλλον κάποιος μηχανισμός του μυαλού μας, να μισεί ότι δεν μπορεί να αποκτήσει, ότι δεν μπορεί να φτάσει, για να μη νιώθει δυστυχισμένος από την έλλειψή του. Όμως εγώ και μισούσα βαθειά και δυστυχισμένος ήμουν, γιατί κρύωνα βλέπεις, πώς να το αντέξεις αυτό;

Εσύ καλέ μου γνωρίζεις, το ξέρω, εσύ με καταλαβαίνεις.
Εμείς οι δύο έχουμε νιώσει το ίδιο κρύο.

Πρέπει να σου μιλήσω όμως για τη μοναδική φορά αισθάνθηκα ζεστασιά.
Ήταν θυμάμαι καλοκαίρι, εγώ θα ήμουν το πολύ έξι χρονών. Ήμασταν με τη μητέρα σε μια παραλία στα Χανιά και με είχε στην αγκαλιά της –πολλές φορές με είχε αγκαλιά μα εκείνη η στιγμή ήταν αλλιώτικη από τις άλλες– και με φίλησε στο αριστερό μου αφτί, έτσι για να γαργαληθώ. Εγώ γέλασα πολύ και τότε μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ: “Έτσι να γελάς πάντοτε Άγγελέ μου, να γελάς με την καρδούλα σου, γιατί όλος ο κόσμος είναι δικός σου, είναι δικός σου να τον χαρείς.”

Ίσως θα σου φαίνεται χαζό που θυμάμαι μια τόσο απλή κουβέντα, που σίγουρα θα την έχουν πει πολλές μητέρες στα παιδιά τους, μα για μένα ήταν μια αληθινή αποκάλυψη! Όλος ο κόσμος δικός μου…

Και πως αλλιώς αφού το έμαθα έπειτα καλά ότι ούτε ο κόσμος μου ανήκει,
ούτε η ζωή μου.

Μα δεν σε βλέπω καλά, νυστάζεις πάλι φίλε μου; Τόση ώρα δεν ήσουν και συ εκεί
ξαπλωμένος, μαζί με μένα και τους υπόλοιπους;

Τι έφταιξε άραγε και έκλεισαν τα μάτια μας τόσο νωρίς;

Κι ήταν ένας ύπνος τόσο γλυκός, ξύπνησα άλλος άνθρωπος, σαν…
δεν ξέρω… να μην ανήκω πια εδώ.

Τι; Δεν άκουσα τι είπες; Και συ το ίδιο νιώθεις καλέ μου;
Και αυτή η ζεστασιά που τώρα αισθάνομαι είναι.. πώς να το πω.. είναι περίεργο.. είναι όπως και τότε, στην αγκαλιά της μητέρας.
Τη νιώθεις κι εσύ αυτή τη ζεστασιά; Αλήθεια παντοτινέ μου φίλε;

Μα νομίζω ήρθε η ώρα να φύγουμε, ήρθε η ώρα, ναι…
Δώσε μου το χέρι σου, πάμε…

Μα αλήθεια, τι έφταιξε άραγε και έκλεισαν τα μάτια μας τόσο νωρίς;

 

 

 

Οι δύο νέοι κοίταξαν για τελευταία φορά γύρω το δωμάτιο.
Από το βλέμμα τους καταλάβαινες ότι ο χώρος τους φαινόταν ξένος πλέον, σχεδόν άγνωστος.
Άνοιξαν σιγά την πόρτα και έφυγαν σφίγγοντας ο ένας το χέρι του άλλου.

 

 

********************

 Ο Μάνος Ορφανουδάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1988. Έκτοτε η ζωή του ακροβατεί μεταξύ Ηρακλείου και Αθήνας. Γραπτά του έχουν δημοσιευθεί στα διαδικτυακά περιοδικά Poiein.gr, Vakxikon.gr και στο ένθετο “Βιβλιοθήκη” της “Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας”. Μέχρι στιγμής δεν έχει εκδώσει κάποια ποιητική συλλογή. Από το 2011 συνεργάζεται με το μουσικό διαδικτυακό περιοδικό MusicPaper.gr

Διαβάστε περισσότερα