Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

«Πολλοί, πάρα πολλοί μικροί δικτάτορες»

[author]του Γιώργου Καρτάκη[/author]

Θα πολιτικολογήσω πάλι. Διότι είμαι Έλληνας. Διότι δεν είμαι ποιητής, μεταφραστής ή ό, τι άλλο θέλει κάποιος να μου προσάψει. Διότι καμαρώνω ως φτωχός περίοικος με τον κυρ Χρήστο και την κυρά Πόπη πίνοντας μαζί τους καφέ τα καλοκαιρινά απογεύματα. Διότι οι κρατικοβραβευμένοι των προηγούμενων ετών γραφιάδες, ανερχόμενοι αστέρες ή αστερίσκοι, οι ευρωπαϊστές, οι λιγότερο ευρωπαϊζοντες, οι διασκεδαστές, γενικώς οι διανοητές του τόπου δεν έχουν άποψη όπως φαίνεται πολιτική -κυνηγούν το ποίημα, την έμπνευση, την τάδε συμμορία εκλεκτόρων να τους αναδείξει. Ή το πολύ πολύ μέσα στην σύγχυσή ανατρέχουν στο τάδε εδάφιο της Αποκαλύψεως ή στις προσφιλείς παραθέσεις Θουκυδίδη, άντε και Επίκουρου. Θυμούνται το δαιμόνιο της φυλής και κυρίως τα ελαττώματά της. Εγώ πιστεύω πως τα τσιτάτα και οι ταμπέλες είναι εκ του ασφαλούς, πως κανένα άλλο στόχο δεν μπορούν να έχουν παρά την πλάγια προβολή ενός εγωκεντρισμού και καταδεικνύουν την ανυπέρβλητη αδυναμία αυτοκριτικής και τσαλακώματος του εαυτού μας, του πραγματικού μας εαυτού.

Εγώ, λοιπόν, ο μικρός Μήτσος, παρακολούθησα τις προάλλες την ψηφοφορία για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος στην Ελληνική Βουλή. Παρακολούθησα τις ομιλίες των πολιτικών αντιπροσώπων και κατέληξα για πολλοστή φορά στο ίδιο συμπέρασμα – αυτό στο οποίο καταλήγω συχνά από κοινού με τον κυρ Χρήστο και την κυρά Πόπη, όπως προείπα –, πως οι πλείστοι θα όφειλαν να πάνε στα σπίτια τους. Διότι, επειδή τυγχάνει να ταλαιπωρώ μαθητές σε σχολική αίθουσα, μπροστά μου αναβίωσε ο εφιάλτης μιας άτακτης τέτοιας τάξης, μιας τάξης – που όπως θα έλεγαν άλλοι ειδικοί – αποτελείται από παιδιά προερχόμενα από κατώτερα κοινωνικά στρώματα, από παιδιά του δρόμου, τα οποία δεν έτυχαν αγωγής και νουθεσίας βασικών κανόνων συνύπαρξης ή συμβίωσης, όπως για παράδειγμα, ότι δεν ζωγραφίζουμε, δεν γελάμε, δεν μιλάμε με τον διπλανό, δεν παίζουμε με το κινητό, όταν ο «συνάδελφος» εκφράζει τις απόψεις του για ένα εθνικό θέμα. Και το κυριότερο: Δεν είμαστε τουρίστες, αλλά περιμένουμε να ακούσουμε το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και μετά να πάμε στα σπίτια μας. Το αυτονόητο, δηλαδή! Όμως, είναι άραγε αυτονόητο, πως όλα αυτά μπορούν να τα αντιληφθούν οι βουλευτές τέως αθλητές, μανεκέν και τηλεπερζόνες; Αλλά, είπαμε, εγώ ως δασκαλάκος έχω τις εμμονές και τα κωλύματά μου…

Άκουσα επίσης με τα αυτιά μου, σε όλες τις πιθανές και απίθανες παραλλαγές, τις έννοιες «πατρίδα» ή «χώρα», «Ευρώπη» και «ευρωπαϊκή πορεία ή προοπτική», «Ευρώ», «νόμισμα», «χρήμα» και «δραχμή», «ταμεία», «οικονομία», «τζόγο», «χρέος» (: το οικονομικό), «δάνεια» και «τράπεζες». Πουθενά δεν άκουσα για τον παράγοντα άνθρωπο, πουθενά δεν άκουσα για τον παράγοντα συναίσθημα, πουθενά δεν άκουσα για «Διαφωτισμό» και «Δημοκρατία», παρά μόνο στην ομιλία του πρωθυπουργού.

Θα σας προλάβω: Όχι, δεν ψήφισα το κυβερνόν κόμμα. Έχω την πολυτέλεια να μην ανήκω πουθενά από ιδιορρυθμία, είμαι ο άπιστος Θωμάς. Ωστόσο, έχω να διαμηνύσω σ΄αυτόν τον πρωθυπουργό, πως εγώ ξέρω – γιατί παρακολουθώ επί μήνες τα τεκταινόμενα – ότι έχει όντως διαπραγματευτεί σ΄ένα αγώνα άνισο, ότι ξέρω πως πατά στα πόδια του με ή χωρίς συνιστώσες. Και επειδή ξέρω, δεν βαραίνει για μένα αυτή τη στιγμή, αν έκανε και λάθη. Έχω συνείδηση, ότι στα χρόνια που ζω, πρώτη φορά ένας πρωθυπουργός διαπραγματεύθηκε. Πρώτη φορά ως πολίτης αντιλήφθηκα, τι σημαίνει διπλωματία. Πρώτη φορά είχα επαρκή πληροφόρηση. Ξέρω πως δεν έχει αυταπάτες για το ποιά είναι η παγκόσμια πολιτική συγκυρία και μπορώ να καταλάβω την απόφαση για το δημοψήφισμα, διότι τώρα πέντε μήνες οι εταίροι περίμεναν με εκατοντάδες τεχνάσματα, ψέματα και αναβολές να εκπνεύσει η προθεσμία της ερχόμενης Τρίτης. Ότι ξέρω, ποιοί δημιούργησαν το χρέος και με ποιά ψυχολογική και πολιτική βία το έσπρωξαν στην πλάτη μας. Ότι οι εγχώριοι και αλλοδαποί «δημοκράτες» είχαν αρχίσει να μιλούν ανοικτά και ακατάσχετα σε όλα τα μέσα και τα σαλόνια της ημεδαπής και αλλοδαπής για «δοτούς πρωθυπουργούς» και «κυβερνήσεις εθνικής ομοψυχίας». Ότι μου είναι γνωστά τα αλλαξοβασιλίκια σε κόμματα καθώς τα ταξίδια πολιτικών αρχηγών στις Βρυξέλλες, όπου προσκομίζοντας γη και ύδωρ εξαγόραζαν την φαύλη υπόσχεση του διορισμού τους στην εξουσία.

Ίσως για πολλούς η απάντηση στην πρωτοφανή κατάλυση της Δημοκρατίας στην Ευρώπη να είναι το αόριστο «Μένουμε Ευρώπη». Ίσως σημαντικότερο να είναι το νόμισμα. Ίσως αξία να μην έχει η υποδούλωση και ο εμπαιγμός, η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, αλλά η αίσθηση ότι κανείς είναι Ευρωπαίος, επειδή πληρώνεται σε Ευρώ. Προσωπικά δεν είμαι εναντίον ενός κοινού νομίσματος. Στην πλάστιγγα, όμως, των δικών μου αξιών βαραίνει περισσότερο η ανθρώπινη περηφάνια και αξιοπρέπεια. Δεν θα πάρω θέση για το δημοψήφισμα, γιατί πιστεύω, ότι δεν υπάρχει αυτό το δίλημμα που τεχνητά προβάλλεται. Ο άνθρωπος είναι η αξία, ήταν και θα παραμείνει. Και ναι, αισθάνομαι ντροπιασμένος, εξευτελισμένος ως Έλληνας και ως άνθρωπος από την στάση και την πρακτική μιας ΕΕ, η οποία έχει επιλέξει τον ρόλο του ψυχρού εκτελεστή συνειδήσεων και ανθρώπων. Υπάρχει κάποιος που δεν έχει καταλάβει ότι πρόκειται για πόλεμο; Αυτή την ντροπή, την ματαίωση, τον εμπαιγμό δεν τα ξεπλένουν τα Ευρώ, ούτε ασφαλώς και οι Δραχμές. Διότι, όλοι αυτοί οι δήθεν υπέρμαχοι του ευρωπαϊκού ιδεώδους δεν είναι Ευρωπαίοι, δεν τους ενδιαφέρει καμιά ενοποίηση λαών, καμιά ανθρώπινη συνύπαρξη – το χρήμα τους ενδιαφέρει. Τα υπόλοιπα πέφτουν στο τραπέζι, για να τα καταναλώσουν οι αφελείς. Μένουμε Ευρώπη, αλλά με αξιοπρέπεια, όχι σαν δούλοι. Όχι σαν υπόλογοι, τιμωρημένοι, εξευτελισμένοι.

Ξέρω, λοιπόν, πια καλά, πως υπεύθυνοι για τις όποιες εξαγγελίες για διχασμό και εξαθλίωση αυτής της ΠΑΤΡΙΔΑΣ, δεν είναι ο κυρ Χρήστος και η κυρά Πόπη. Όχι, αυτοί θα μου έδιναν ένα πιάτο φαγητό, αν δεν είχα. Αυτοί θα έδεναν τα τραύματα ακόμα και του εχθρού τους, αν τον έβλεπαν πληγωμένο. Αυτοί δεν έχουν εχθρούς, γιατί δεν είναι ποιητές, φωτομοντέλα, τηλεπαρουσιαστές, δεν ξέρουν καν να γράφουν σωστά το όνομά τους. Τον διχασμό τον έσπερναν ανέκαθεν, και συνεχίζουν, οι θεατρίνοι – οι άθλιοι υποκριτές – που μας εκπροσωπούν.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Για ένα φιλότιμο»

[author] Του Γιώργου Καρτάκη [/author]

Πρωτοετής φοιτητής στο Μόναχο, το 1981, έπρεπε να υπογράψω υπεύθυνη δήλωση στο Δήμο, ότι αν μετά το πέρας των σπουδών μου, η Ελλάδα δεν ήταν ακόμα ισότιμο μέλος της ΕΕ, θα έπρεπε να εγκαταλείψω την Γερμανία.
Φοιτητής ακόμα, θυμάμαι συζητήσεις με Γερμανούς και Γερμανίδες συμφοιτητές και συμφοιτήτριες, πως η Γερμανία ήταν το μόνο εν δυνάμει κράτος που θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανά πάσα στιγμή τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο και ιδιαίτερα, αν στο μέλλον θα είχε ανακάμψει οικονομικά και ηθικά από την καταστροφή, στην οποία είχε η ίδια οδηγηθεί ως συνέπεια του πολέμου.
Όχι, δεν φταίνε οι καινούργιες γενιές Γερμανών για τα λάθη των προγόνων τους. Σίγουρα όχι. Η παγκόσμια κοινότητα τους συγχώρεσε. Οι Έλληνες τους συγχώρησαν με το φιλότιμο και την γενναιοψυχία που τους διακρίνει, γιατί, ποιος νοήμων Άνθρωπος θα ήθελε να συνεχίσει να βλέπει ως αποδιοπομπαίο τράγο ένα πληγωμένο, παραπλανημένο και ταπεινωμένο λαό; Αυτή είναι και η μεγαλοσύνη της συγνώμης. Συγχωρώ, δεν ξεχνώ όμως!

Έτσι, μεταπολεμικά, το πρώτο Ινστιτούτο Γκαίτε που ανοίγει τις πύλες του εκτός Γερμανίας είναι αυτό της Αθήνας. Ο γερμανικός πολιτισμός – που πολύ σωστά ποτέ δεν έτυχε αποστροφής – βρίσκει καταφύγιο και υποδοχή στη χώρα που έχει υποστεί τα πάνδεινα από την χιτλερική λαίλαπα.

Και να, που οι τότε φόβοι μας γίνηκαν πραγματικότητα! Να που ένα έθνος – υποκινούμενο από αμφιλεγόμενες και πάλι πολιτικές προσωπικότητες, οι οποίες δεν έχουν υποταχθεί στα διδάγματα της δικής τους Ιστορίας, οι οποίες δεν μπορούν να ξεπεράσουν την αντίληψη του υπερούσιου λαού, το μίσος τους απέναντι στην ευρωπαϊκή δύση, την οποία θεωρούν υπεύθυνη για τον διχοτόμησή τους σε δυο κράτη – εκδικείται γι΄αυτό για το οποίο είναι το ίδιο υπεύθυνο. Να που ο λάθος αυτός γερμανικός εθνικισμός διαπράττει και πάλι ύβρη και αποθρασύνεται απέναντι στις μνήμες και αυτούς που το περιέθαλψαν, όταν είχε ανάγκη.

Να, που οι εγχώριοι δοσίλογοι συνεχίζουν να υπάρχουν φορώντας άλλες μάσκες αυτή τη φορά. Να, που ο φόβος των αποκαλύψεων τους οδηγεί στο να συμμαχήσουν απροκάλυπτα με εκείνους που οδήγησαν τον τόπο στο χείλος της καταστροφής, την αμορφωσιά και την φτώχεια. Να, που 5000 τουλάχιστον αυτοκτονίες σε καιρό ειρήνης είναι σφάλμα και υποδηλώνει ψυχική νόσο και αστάθεια, όπως λέγεται. Να, λοιπόν, που η Ιστορία, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, είναι ένας απλός μηρυκασμός στα βιβλία, που η φτώχεια και η εξαθλίωση των γερόντων και των παιδιών δεν πρέπει να συγκριθεί με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, γιατί αποτελεί βεβήλωση, όπως διαβάζω. Να, που η Ευρώπη, ανάξια να απαλύνει τον πόνο των προσφύγων, αισθάνεται κουρασμένη από τις αλλεπάλληλες συνεδριάσεις και δεν μπορεί να αποφασίσει για την μοίρα τους, αλλά τους αφήνει να πνίγονται στη Μεσόγειο, ενώ η ίδια – πόσο προκλητικό αλήθεια – ποζάρει καλοντυμένη στα φουαγιέ και τα σαλόνια. Να, που οι υπεύθυνοι αποδεικνύονται μέσω αστείων ελιγμών πλήρως ανεύθυνοι, όταν με αφέλεια – ή μήπως είναι θράσος; – ομολογούν, ότι δεν είναι αρμόδιοι να ξέρουν, τι θα προκύψει από τους υπολογισμούς και τα μνημόνια που επιβάλλουν. Να, που προβάλλονται ως «σωτήρες» προτείνοντας μέτρα «σωτηρίας» και μαστιγώνοντας μια χώρα, τις οποίας οι πολίτες δεν έχουν την παραμικρή ευθύνη για το χρέος, που οι ίδιοι αυτοί οι «σωτήρες» δημιούργησαν και επέβαλλαν, για να εξάγουν την κρίση από τις δικές τους χώρες.

Όμως, είναι καιρός και οι Έλληνες να πάρουν αποφάσεις. Είναι καιρός να αποφασίσουν, τι ακριβώς θέλουν. Είναι καιρός να καταλάβουν, πως είναι σε θέση να ελέγχουν οι ίδιοι την εξουσία. Πως, ο ωχαδερφισμός πρέπει να τελειώνει. Πως στην Ευρώπη υπάρχει σοβαρό έλλειμμα δημοκρατίας. Πως ενασχόληση με την πολιτική δεν σημαίνει ψηφίζω τον εξάδελφο μου, για να με τακτοποιήσει σε μια δουλειά. Πως έχουν πολιτική ευθύνη οι ίδιοι απέναντι στις επερχόμενες γενιές και πως όλα αυτά δεν είναι κούφια λόγια καφενείων. Πως υπάρχει ανάγκη ανανέωσης της κομματικής ηγεσίας. Πως μέσα σε όλους αυτούς που ζητούν ή ζήτησαν στο παρελθόν την ψήφο τους, υπάρχουν όχι μόνο καραγκιόζηδες, αλλά και πραγματικοί προδότες του τόπου. Δεν κινδυνολογώ. Ομολογώ την αλήθεια, που γνωρίζουμε όλοι μας. Ούτε προγραφές, ούτε σφαγές. Ας τους δείξουμε όμως, πως είναι καιρός να φύγουν από το προσκήνιο.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Όταν όλες οι τέχνες ήταν μία»

`

[author] Του Νίκου Βουτυρόπουλου [/author]

`

Όταν όλες οι τέχνες ήταν μία, δεν υπήρχαν αντίγραφα έργων, παρουσιάσεις, αυτόγραφα. Στίχοι, εικόνες, μελωδίες, ήταν συμβάντα ανεπανάληπτα. Η ιστορία μουμιοποιήθηκε κάποτε, γιατί η μνήμη επιδιώκει περιουσία στο μέλλον, προσμένοντας τις κατάλληλες περιστάσεις. Βιβλιοθήκες, μουσεία, εκθέσεις, είναι το αποτέλεσμα της αντίστασης στη λήθη.
Ο σύγχρονος άνθρωπος; Από μια ανεξήγητη θλίψη, καταπιάνεται με τη ρύθμιση των κουμπιών της μνήμης. Μοιάζει πανεύκολο πλέον, στην εποχή που ζούμε, όμως του καθενός η οθόνη, από μόνης της, δεν ξεπερνά την εποχή που όλες οι τέχνες ήταν μία.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Οι Καμύ, οι Ποπόφ και τα αυτοκινητικά τους δυστυχήματα»

[author] Του Γιώργου Χριστοδουλίδη [/author]

Βλέποντας την ευρέως γνωστή φωτογραφία του Καμύ με το χτενισμένο μαλλί και το τσιγάρο στο στόμα, σκέφτομαι πως αν δεν σκοτωνόταν σε αυτοκινητικό στα 46 του, μάλλον θα πέθαινε από καρκίνο λίγα χρόνια αργότερα. Στην πραγματικότητα γνωρίζουμε τόσες λεπτομέρειες για τον Καμύ και κάνουμε και κάποιους συνειρμούς για τα πώς και τα αν του, αποκλειστικά επειδή ήταν ένας σπουδαίος φιλόσοφος, ένας τεράστιος συγγραφές, που καθόρισε την εποχή του και διαμόρφωσε προσωπικότητες και πορείες ανθρώπων που ποτέ δεν τον γνώρισαν. Επειδή κατάφερε να αγγίξει την αθανασία. Να υπάρχει παντού ενώ έχει εκλείψει. Καμία οριστικότητα δεν μπορεί να επιβληθεί της καταξιωμένης υστεροφημίας.

Διψούμε να μαθαίνουμε για τους σπουδαίους της τέχνης και της λογοτεχνίας, διψούμε να καταπίνουμε όποια λεπτομέρεια μπορούμε, λεπτομέρεια που δεν αφορά τη σπουδαιότητα του έργου τους, αλλά τις καθημερινές τους συνήθειες, τον τρόπο του βλέμματος τους. Θυμάμαι στο πανεπιστήμιο, ο καλύτερος καθηγητής (Σεργκέϊ Αλεξάντροβιτς Ποπόφ) ήταν για μένα εκείνος που ερχόταν στο μάθημα κρατώντας μικρές καρτελίτσες στις οποίες είχε σημειώσει , τι ρούχα επέλεγε να φορά ο Ρεμπώ, τι ώρα ξυπνούσε ο Τόμας Μαν, τι φαγητά ετοίμαζε στα ατέλειωτα τσιμπούσια που οργάνωνε ίσως ο πιο ερωτικός ποιητής που υπήρξε σε αυτόν τον πλανήτη, ο Πάμπλο Νερούδα.

Τον άκουγα με ανοικτό το στόμα και μετά ρούφαγα τα βιβλία τους με απείρως πιο μεγάλη αδηφαγία από τον αν δεν ήξερα την καθημερινότητα τους. Δυστυχώς κι αυτός, ο καθηγητής Ποπόφ, με ειδικότητα στην παγκόσμια λογοτεχνία, σκοτώθηκε αδόκητα και πρόωρα σε αυτοκινητικό δυστύχημα όπως ο Καμύ με τη διαφορά πώς το τραγικό συμβάν που τον σημάδεψε, το γνωρίζω εγώ, όσοι απέμειναν οικείοι και φίλοι του και ενδεχομένως κάποια παλιοί φοιτητές του. Τις συνθήκες θανάτου του Καμύ όμως τις γνωρίζουν όλοι. Διότι ο Καμύ δεν ήταν αφανής. Και τούτος ο κόσμος χρειάζεται τώρα όσο ποτέ όλο και περισσότερους Καμύ ή λιγότερο Καμύ. Διότι για να υπάρξουν οι «Ποπόφ» πρέπει να προηγηθούν οι «Καμύ» ώστε μεταγενέστερα να ανδρωθούν με πολύτιμες καρτελίτσες οι γενεές εκείνες που θα μείνουν για μια στιγμή με το στόμα ανοικτό ακούγοντας τους «Ποπόφ» να αναλύουν την καθημερινότητα των «Καμύ», απομυθοποιώντας τους με γούστο και συνάμα αναδεικνύοντας την μυθική αξία της κληρονομίας τους. Ετσι ίσως να μπορείς να φτιάξεις ενός είδους πολιτισμό όπου η αξία του χρήματος θα ολοένα και λιγότερη, υποκαθιστάμενη από την αξία των επιφωνημάτων. Γιατί ας το παραδεχτούμε, επιτέλους, κανείς δεν τιμά τη μνήμη κανενός επειδή ήταν μεγιστάνας του πλούτου ή επειδή έδιδε ένα ξεροκόμματο στους εργάτες ή υπαλλήλους του, δημιουργώντας στην εκλεπτυσμένη οικονομική αργκό του καιρού μας τις λεγόμενες «θέσεις εργασίας». Η μνήμη είναι μια εξόχως δίκαιη λειτουργία κι εδώ θα διαφωνήσω με τον Αναγνωστάκη και το στίχο του στο Επιτύμβιον «Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ʼξερα τί κάθαρμα ήσουν». Ολοι ξέρουμε τους «Λαυρέντηδες», Μανώλη, λίγοι όμως τολμούν να τους φτύσουν όπως εσύ. Αντίθετα-επανέρχομαι- ποιος δεν τιμά, είτε σιωπηλά, είτε με λόγους πομπώδεις-έστω- τη μνήμη των Καμύ και πολύ αραιότερα των αφανών «Ποποφ». Αυτό κάνω κι εγώ σήμερα γιατί όσο υπάρχουν τέτοιοι ωραίοι τύποι, όσο διαρκεί η μνήμη τους, τόσο περισσότερο η αγριότητα των καιρών θα είναι δυνατόν να δαμαστεί και «να νικιέται κάπου κάπου ο θάνατος μέσα στη ζωή» (Τσαρλς Μπουκόφσκι, Χαμογελαστή Καρδιά).

Τιμή και δόξα λοιπόν σε όλους όσοι άφησαν πίσω τους έναν έστω στίχο που απαγγέλλεται ακόμα, έσυραν μια γραμμή από την οποία κάποιοι πιάστηκαν για να κρατηθούν, τιμή και δόξα και όσους διαιώνισαν έναν μύθο, τον εμπλούτισαν με προσωπικές παρηχήσεις και τον ιστόρησαν σε αδαείς που φιλοδοξούν και τολμούν να ισχυρίζονται πια ότι δεν είναι τόσο αδαείς.

Τιμή και δόξα σε όσους καλλιέργησαν την εμμονή της επιστροφής στο ίδιο ποίημα, στο ίδιο απόσπασμα, στην ίδια σελίδα. Οι επίγονοι τους, να ξέρουν, ακόμη συγκλονίζονται, από καιρό εις καιρό, θυμούνται, μνημονεύουν και κάποτε κλαίνε. Με ένα τσιγάρο στο στόμα και μια καρτελίτσα ανά χείρας.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«”Κρίση”- Η γλυπτική έκφραση της σύγχρονης απόγνωσης»

[author] Της Αδαμαντίας Τριάρχη Μακρυγιάννη [/author]

`

Τα αρχιτεκτονικά μνημεία και τα γλυπτά στο δημόσιο χώρο πόλεων και χωριών, συνθέτουν το βιβλίο της διαχρονικής διαδρομής τους σε εποχές ακμής ή κοινωνικής αποδιάρθρωσης. Ως συμπυκνωμένες εικόνες έχουν τη δυνατότητα να διαφωτίζουν και να προβληματίζουν καθημερινώς χιλιάδες πολίτες. Κατοικημένος χώρος χωρίς δημόσια έργα τέχνης, στερείται την όψη της ιστορίας του.
Κατά την τρέχουσα πολιτισμική και οικονομική κρίση στην Ελλάδα και όχι μόνο, υπάρχουν πολλές προσπάθειες ερμηνείας και καταγραφής της, ωστόσο, πρόσφατα, ένα έργο του Τάσου Νυφαδόπουλου αποτελεί την πρώτη γλυπτική και ακριβή έκφραση της σκληρά δοκιμαζόμενης ελληνικής κοινωνίας. Η ιστοσελίδα του καλλιτέχνη ΕΔΩ
Στο μέσον μιας κλίμακας που γκρεμίζεται, ενός «πτωτικού δείκτη», ο αντιπροσωπευτικός άνθρωπος σε υπερένταση έχει στρέψει το σώμα του αντίθετα από τη γραμμή της καταστροφικής πτώσης. Καθηλώνουν το βλέμμα τα διάπλατα ανοιγμένα χέρια προς το κενό, η έκφραση φρίκης του προσώπου και η εικονιζόμενη κραυγή του. Συνειρμητικά παραπέμπει σε εμβληματικό πίνακα του Νορβηγού ζωγράφου Έντβαρτ Μουνκ (1893 και 1910) υπό τον τίτλο «Η Κραυγή», με τη μόνη και έντρομη γυναίκα κάτω από έναν ουρανό στο χρώμα του αίματος. Στην αθηναϊκή οδό Βουλιαγμένης 602Α και Ιμέρας, το μεγάλων διαστάσεων γλυπτό είναι κατάμαυρο, με φόντο την ξανά αμήχανη ελληνική φύση. Ο θεατής-παρατηρητής καλείται να φανταστεί την κατάληξη του γλυπτικού αδιεξόδου (μοιραία; σωτήρια;), ανεξάρτητα ωστόσο από την όποια άποψη, το έργο του μόλις είκοσι δύο ετών δημιουργού αποκαλύπτει και εικονοποιεί το τραγικό αποτέλεσμα της πολιτικής των τελευταίων ετών στην Ελλάδα. Είναι ο λυγμός φρίκης και το μέχρις εσχάτων κατηγορώ προ της απόγνωσης, που έχει επιβληθεί «χωρίς λύπη και αιδώ» σε εκατομμύρια πολίτες της αμφίσημης Ευρώπης και απανταχού της Γης.
Τέλος τιμούμε τον νεαρό καλλιτέχνη, τους χορηγούς του έργου και το Δήμο Αργυρούπολης-Ελληνικού, διότι δια του γλυπτού, ίσως μοναδικής ευαισθησίας και ευθυβολίας μέχρι τώρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προσέφεραν ένα υπόδειγμα ελληνικής πολιτιστικής συμπεριφοράς, την οποία δεν υποτάσσουν οι δίσεχτοι χρόνοι μας.

`

Επιμέλεια: Γιώργος Κ. Μύαρης

`

Διαβάστε περισσότερα