Φορούσε μαύρο πουκάμισο
και τζιν παντελόνι
και φθηνά δερμάτινα πέδιλα
στο ένα του χέρι κρατούσε το τσιγάρο του
στο άλλο κρατούσε
μια φέτα φεγγάρι
είναι είκοσι δύο χρονών
απολυτήριο στρατού δεν πήρε
και η αστυνομική του ταυτότητα
δεν γράφει όνομα και ύψος
ούτε ηλεκτρονικό εισιτήριο
για το Μετρό και τα λεωφορεία
η ζωή του κινδυνεύει
άλλοι λένε πως ήταν άγαλμα
στον περιφερειακό
στα Πετράλωνα
στις εργατικές πολυκατοικίες
τον αναζητεί
μονάχα η μάνα του.
Σήμερα συμπληρώνονται 40 χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Ξυλούρη
Ο δίσκος «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» του Γιάννη Μαρκόπουλου σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού κυκλοφόρησε σε μορφή λαϊκής λειτουργίας για τρεις τραγουδιστές (δυο υψίφωνους κι έναν βαρύτονο), αφηγήτρια, μικτή χορωδία και ορχήστρα. Τραγουδούν ο Νίκος Ξυλούρης, ο Λάκης Χαλκιάς, ο Ηλίας Κλωναρίδης, η Μικτή, 40μελής Χορωδία Πρέβεζας «Αρμονία» και αφηγείται η Ειρήνη Παππά. Η προετοιμασία της χορωδίας έγινε από τον Γιώργο Κακίτση, ενώ η σύνθεση, διδασκαλία των ερμηνευτών, ενορχήστρωση και διεύθυνση της ορχήστρας από τον Γιάννη Μαρκόπουλο.
`
Βαρώντας γύρου ολόγυρα
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται
κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανής πετιέται
και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
τ’ αράθυμο, το δυνατό κι όλο ψυχές γιομάτο,
βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
τον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα.
Τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.
Μονομιάς, η σκιά της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών
της: Μεσημέρι.
Άδραξε μυτερό χαλίκι, κι αργά, με δεξιοσύνη, ο ήλιος, πάνω απ’ τον
ωμό της Κόρης του Ευθυδίκου, χάραξε τα πτερύγια των ζεφύρων.
Το φως δουλεύοντας τη σάρκα μου, φάνηκε μια στιγμή στο στήθος το
μενεξεδί αποτύπωμα, κει που η τύψη μ’ άγγιξε κι έτρεχα σαν
τρελός. Ύστερα, μες στα πλάγια φύλλα ο ύπνος μ’ αποστέγνω-
σε, κι έμεινα μόνος. Μόνος.
Ζήλεψα τη σταλαγματιά που απαρατήρητη δόξαζε τα σκίνα. Όμοια
να ‘μουν στο έκπαγλο μάτι που αξιώθηκε να δει το τέλος του
Ελέους!
Ή μήνα κι ήμουν; Στην τραχύτη του βράχου, ανάρραγου από την κορ-
φή ως τα βάραθρα, γνώρισα τα πεισματικά σαγόνια μου. Που
σπάραζαν το κτήνος μέσα στον άλλον αιώνα.
Και η άμμο πέρα, κατακαθισμένη από την ευφροσύνη που μου ‘δω-
κεν η θάλασσα, κάποτε, σαν βλαστήμησαν οι άνθρωποι κι άνοι-
γα τις οργιές με βιάση να ξεδώσω μέσα της· να ‘ταν αυτό που γύ-
ρευα; η αγνότητα;
Το νερό αναστρέφοντας το ρέμα του, μπήκα στο νόημα της μυρσίνης
όπου φυγοδικούν οι ερωτευμένοι. Άκουσα ξανά το μετάξι που
έψαυε τα τριχωτά μου στήθη ασθμαίνοντας. Και η φωνή «χρυσέ
μου», νύχτα, μέσα στη ρεματιά, που έκοβα το στερνό πρυμνήσιο
των άστρων και πρόσεχε να πάρει σχέδιο τ’ αηδόνι.
Τι λαχτάρες αλήθεια και τι χλευασμούς εδέησε να περάσω, με το λί-
γο του όρκου στα δυο μάτια και τα δάχτυλα έξω απ’ τη φθορά.
Τέτοιες χρονιές -α ναι- θα ‘ταν που εργαζόμουν να γίνει τόσο
τρυφερό το απέραντο γαλάζιο!
Είπα. Και στρέφοντας το πρόσωπο, μες στο φως ξανά το αντίκριζα να
με ατενίζει. Δίχως έλεος.
Το έργο αποτελεί διασκευή των «Αναμνήσεων από το σπίτι των νεκρών» του Ντοστογιέφσκι, την περιγραφή του καιρού που πέρασε εξόριστος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία. Στα 90 λεπτά της η όπερα του Γιάνατσεκ αναβιώνει έναν κόσμο απόγνωσης.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων»
σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου
`
ΣTIΣ AΠOMAKPEΣ ΓΩNIEΣ της Σιβηρίας, ανάμεσα στις στέπες, τα βουνά ή τ’ αδιάβατα δάση, συναντάει κανείς πού και πού κάτι μικρές ασήμαντες πολιτείες, με χίλιους, το πολύ δυο χιλιάδες κατοίκους, με δύο εκκλησίες –η μια μέσα στην πόλη κι η άλλη στο νεκροταφείο– πολιτείες που μοιάζουνε περισσότερο μ’ ένα κεφαλοχώρι κοντά στη Μόσχα. Συνήθως είναι με το παραπάνω εφοδιασμένες με αρχιαστυνόμους, με παρέδρους κι όλους τους άλλους κατώτερους υπαλλήλους. Γενικά, αν και στη Σιβηρία κάνει κρύο, ο κάθε μικροζεστοθεσούλης το βρίσκει εξαιρετικά ευχάριστο να υπηρετεί εκεί πέρα. Γιατί εκεί ζούνε άνθρωποι απλοί, χωρίς φιλελεύθερες τάσεις. Oι συνήθειες είναι παλιές, γερές και οι αιώνες όχι μόνο δεν τις άλλαξαν, αλλά τις καθαγιάσανε κιόλας. Oι υπάλληλοι –που με το δίκιο τους παίζουνε το ρόλο των ευγενών της Σιβηρίας– είναι ή ντόπιοι ριζωμένοι Σιβηριανοί ή όσοι ήρθανε απ’ τη Ρωσία, απ’ τις μεγαλουπόλεις οι περισσότεροι, γιατί τους τράβηξαν οι έκτακτοι μισθοί, τα διπλά οδοιπορικά κι οι δελεαστικές ελπίδες για το μέλλον. Όσοι απ’ αυτούς ξέρουν να λύσουν το πρόβλημα της ζωής, μένουν σχεδόν πάντα στη Σιβηρία και μ’ απόλαυση ριζώνουν εκεί. Και πάντα προκόβουν. Μα οι άλλοι, οι επιπόλαιοι, κι όσοι δεν ξέρουν να λύσουν το πρόβλημα της ζωής, σύντομα νιώθουν πλήξη στη Σιβηρία και ρωτάνε θλιβερά τον εαυτό τους: «γιατί κουβαληθήκαμε εδώ πέρα;» Αυτοί περιμένουν μ’ ανυπομονησία να τελειώσει το τρίχρονο συμβόλαιο της υπηρεσίας τους κι όταν τελειώσει, αμέσως φροντίζουν για τη μετάθεσή τους και γυρίζουν στο σπιτάκι τους βρίζοντας και κοροϊδεύοντας τη Σιβηρία. Δεν έχουν δίκιο: Όχι μονάχα απ’ την άποψη της υπηρεσίας, μα κι από πολλές άλλες απόψεις αν εξετάσει κανείς το πράμα, φτάνει στο συμπέρασμα πως μπορεί να ζήσει κανείς θαυμάσια εκεί. Το κλίμα είναι υπέροχο. Υπάρχουν πολλοί αξιοπρόσεχτοι και φιλόξενοι μεγαλέμποροι, υπάρχουν πολλοί Ευρωπαίοι και αρκετοί πλούσιοι. Oι δεσποινίδες ανθίζουν σαν τα τριαντάφυλλα κι είναι ηθικές ως εκεί που δεν παίρνει. Το κυνήγι πετάει μέσα στους δρόμους και πέφτει μόνο του πάνω στον κυνηγό. Η κατανάλωση της σαμπάνιας φτάνει σε αμέτρητες ποσότητες. Το χαβιάρι είναι θαυμαστό. Η συγκομιδή σε μερικά μέρη είναι δεκαπέντε προς ένα. Γενικά μια γης ευλογημένη. Φτάνει μονάχα να ξέρεις να την εκμεταλλευτείς. Στη Σιβηρία ξέρουν και την εκμεταλλεύονται.
Σε μια απ’ αυτές τις εύθυμες κι ευχαριστημένες με τον εαυτό τους πολιτείες, με τον πιο αξιαγάπητο πληθυσμό, που η θύμησή τους θα μείνει για πάντα στην καρδιά μου, συνάντησα τον Αλέξαντρο Πετρόβιτς Γοριάντσικοβ.
Ευαγγελία Μινάρδου-Αδάμου στο Ευαγγελία Μινάρδου-Αδάμου, «Ο αϊνάς»: “Θερμές ευχαριστίες για την αναγνωστική προσοχή και το πολύ τιμητικό σχόλιό σας, κ. Ζιντζόβα!” Σεπ 13, 12:57
Δημήτρης Κερασίδης στο «Η ζωή τον Αύγουστο» (γράφει ο Νίκος Βουτυρόπουλος): “Η Μύκονος, όμως, δεν χαράζει μόνο την τουριστική ακτογραμμή του ελλαδικού χώρου. Χαράζει κι εμάς, τα αθέατα τοπία που κουβαλάμε…” Σεπ 4, 21:01
Δημήτρης Κερασίδης στο Δήμητρα Παλαπάνη, Δύο ποιήματα: “Για μένα, οι πιο βαθιά χαραγμένοι στίχοι του ποιήματος «Εγκλεισμός» είναι: «Κι οι λέξεις, ρίζες στον λαιμό, απέμειναν βουβές». Μέσα…” Σεπ 4, 20:52