Μπολιβάρ! Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος
στην κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων
του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό
Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της
Νικαράγκουα, του Οντουράς, της Αϊτής,
του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας,
της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας,
της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας,
Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην
πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω ― έτσι είτανε, λεν, ο
Μπολιβάρ ― και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.
Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ώς νάρθης η Νότια Αμερική
ολόκληρη είτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει
την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν
τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.
Ο Εζρα Πάουντ το 1923 συνέθεσε τη μουσική και το λιμπρέτο για την όπερα «François Villon». Η τελική της μορφή έγινε το 1933.
`
Revisions by Ezra Pound to the 1923 Le Testament Libretto by François Villon and Ezra Pound/ Annotated by editors Robert Hughes and Margaret Fisher . The 1926 revision of Le Testament was performed at the Salle Pleyel in Paris/ The 1933 final version of the opera has yet to be performed.
`
Pound revised his opera in 1926 and again in 1933 to accommodate reduced performing forces. Additionally, musicians in his immediate circle, such as concert violinist and new music specialist Olga Rudge, resisted the mathematical acrobatics required to interpret the irrational rhythms notated in 1923 by George Antheil and urged a more practical version of the opera. Each new version presents a new rhythmic basis for some of the numbers.
In 1926 Pound rented the Salle Pleyel in Paris to preview 9 numbers from his opera and a newly composed overture for a long horn he called the “cornet de dessus,” designed to demonstrate his newly developing theory of Great Bass. Pound reduced the performing forces to tenor, bass-baritone, violin, harpsichord, 2 trombones, and kettle drums; and he revised the rhythms to a new 5/8 basis. Virgil Thomson, who was in the audience, wrote in his memoir, “The music was not quite a musician’s music, though it may well be the finest poet’s music since Thomas Campion. . . .It bore family resemblances unmistakable to the Socrate of Satie; and its sound has remained in my memory” (Virgil Thomson).
Several discrepancies in the manuscript tradition have been resolved for the 1926 performance edition of Le Testament.
Pound’s 1933 final, complete version of the opera, only recently discovered, followed on the heels of the 1931 BBC broadcasts of Le Testament. With the 1923 Antheil version proving too difficult for the musicians, music producer Denis Freeman and conductor Leslie Woodgate were compelled to substitute many of the earliest versions of the arias that had been taken down by Agnes Bedford to Pound’s dictation (1920 to 1921) and layed out by her in score form. After all the trials and errors, the 1933 version was to provide the composer’s authorized (and practical) performance edition. While Pound revised the rhythms of many numbers on a 3/4 and 4/4 basis, he retained the signature irrational meters of the opera’s middle numbers, “Heaulmière’s aria,” “Or y penser,” and “Dame du ciel.” The performing forces call for 9 or more singers, and 10 to 12 instruments.
The one-act opera dramatizes the hour in which French poet François Villon (b.1431) pens his most famous poem, Le Testament.
Scene One: a square fronted by a brothel, a bar and a church in Villon’s Paris, circa 1462. Condemned to death and with a warrant out for his arrest, Villon sits before the tavern writing his “last will and irrevocable testament.” Too poor to have material goods, he wills his poetry and his wit to friends and enemies alike. Three arias on the pervasiveness of death, and two arias of regret for lost youth and for lost beauty set the mood: time is the evil. This is confirmed with the boisterous arrival of the old whore Heaulmière who sings of lost charms and old beaux. A procession of colorful characters from Villon’s Paris follows (depending on the version performed): a gallant en route to the brothel sings of love; Villon’s mother sings for the salvation of all; Bozo the drunken brothel keeper sings of his sordid life with Fat Margot; the spent gallant stumbles from the brothel to renounce love. The scene climaxes with a group drinking song in praise of Noah and the vine, the arrival of the police and the arrest of Villon.
Scene Two: The opera concludes with an eerie and preternatural scene evocative of the Noh drama: six corpses strung from the gibbet sing for the salvation of their souls (“Frères humains”).
Αντιφώνηση – Ομιλία του Διονύση Σαββόπουλου κατά την αγόρευσή του ως Επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας , ΑΠΘ, 24 Νοεμβρίου 2017.
`
Κύριε Πρύτανη, κύριοι Αντιπρυτάνεις, κύριε Κοσμήτορα, κύριε Πρόεδρε του Τμήματος Φιλολογίας, κυρίες και κύριοι, εκλεκτοί προσκεκλημένοι,
Κάθε φορά που μου λένε καλά και θερμά λόγια, νομίζω στην αρχή ότι μιλούν για
έναν άλλον κι όταν λίγο μετά συνειδητοποιώ ότι τα λένε για μένα κοντεύω να βάλω
τα κλάματα.
Αυτή τη φορά μάλιστα, φοβάμαι πως είναι χειρότερα. Διότι καθώς άκουγα τόσο
τιμητικά λόγια, περιστοιχιζόμενος επιπλέον από τους αγαπημένους μου φίλους,
τους συγγενείς, τους αξιότιμους προσκεκλημένους και το σεβαστό κοινό, όλους
αυτούς που με την παρουσία τους λαμπρύνουν αυτήν την αίθουσα απόψε, ένιωσα
βαθιά μέσα μου εκείνη τη συγκίνηση που θα είχε ο πατέρας μου, η μητέρα και ο
αδερφός μου αν βρίσκονταν στη ζωή.
`
«Είναι πολλών ανθρώπων τα λόγια μας», έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης. Πράγματι,
μέσα από την φωνή μας πολλές φορές, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, είναι σαν να
μιλάει μια κοινότητα, μια πόλη, πρόσωπα που αγαπήσαμε, παρέες, μια γειτονιά.
Γεννήθηκα μες στα Δεκεμβριανά του ΄44, η πόλη ήταν ανάστατη, συγκοινωνίες δεν
λειτουργούσαν και η μητέρα μου ετοιμόγεννη μεταφέρθηκε άρον άρον μέσα στην
καλαθούνα μιας μοτοσυκλέτας του Ε.Λ.Α.Σ. ―ο οποίος Ε.Λ.Α.Σ. είχε επιτάξει ένα
σπίτι ακριβώς πίσω απ᾽ το σπίτι μας― κι ένας ΕΛΑΣίτης προθυμοποιήθηκε και την
μετέφερε με κρότους και καπνούς στο μαιευτήριο όπου γεννήθηκα άμα τη αφίξει.
Το 1984, ήρθε στην Θεσσαλονίκη το επίσημο κανάλι της κρατικής Ιταλικής
τηλεόρασης, η ΡΑΙ, για ένα αφιέρωμα στους αντιπάλους σαράντα χρόνια μετά το
ξέσπασμα του εμφυλίου. Μου ζήτησαν το τραγούδι μου «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη»
και μια μικρή συνέντευξη. Μιλούσα στην κάμερα βαδίζοντας σ΄εκείνον τον δρομάκο
όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, στην οδό Ζάννα. Ο δρομάκος ήταν πια
ασφαλτοστρωμένος. Παλιά δεν ήταν παρά ένας χωματόδρομος όλο πέτρες. Μετά
βίας αναγνώρισα που θα ήταν κάποτε το πατρικό μου σπίτι, αφού όλα είχαν γίνει
πια πολυκατοικίες. Ανηφορίζαμε αργά και διστακτικά διότι πλάι μου ερχόταν η
κάμερα, κι όπως ήμουν συγκεντρωμένος σε αυτά που έλεγα, το πόδι μου ξαφνικά
έκανε σαν εδώ να υπήρχε λακκούβα κι εκεί κοτρώνα. Υπήρχαν αυτά τα πράγματα.
Αλλά κάτω απ΄ την άσφαλτο! Και το πόδι θυμόταν, γιατί είχε διατρέξει το
κακοτράχαλο δρομάκι άπειρες φορές ως παιδί. Η παραίσθηση κράτησε λίγα
δευτερόλεπτα, ήταν όμως αυτό αρκετό για να γεμίσω χαρά και αισιοδοξία. Διότι για
άλλη μια φορά η Θεσσαλονίκη μου, όχι, δεν ήταν η χαμένη Ατλαντίδα αλλά ένας
τόπος παλλόμενος που θαρρείς με παρακολουθεί, αποκαθιστώντας μέσα μου την
χαμένη ενότητα του βίου και το σκορποχώρι της ψυχής μου. Παρόλη την εξέλιξη,
τον οικοδομικό οργασμό, τις μόδες που ήλθαν και παρήλθαν, η Θεσσαλονίκη ως
πνευματικότητα είναι πάντα η γενέθλια γη των ονείρων μου.
Ευαγγελία Μινάρδου-Αδάμου στο Ευαγγελία Μινάρδου-Αδάμου, «Ο αϊνάς»: “Θερμές ευχαριστίες για την αναγνωστική προσοχή και το πολύ τιμητικό σχόλιό σας, κ. Ζιντζόβα!” Σεπ 13, 12:57
Δημήτρης Κερασίδης στο «Η ζωή τον Αύγουστο» (γράφει ο Νίκος Βουτυρόπουλος): “Η Μύκονος, όμως, δεν χαράζει μόνο την τουριστική ακτογραμμή του ελλαδικού χώρου. Χαράζει κι εμάς, τα αθέατα τοπία που κουβαλάμε…” Σεπ 4, 21:01
Δημήτρης Κερασίδης στο Δήμητρα Παλαπάνη, Δύο ποιήματα: “Για μένα, οι πιο βαθιά χαραγμένοι στίχοι του ποιήματος «Εγκλεισμός» είναι: «Κι οι λέξεις, ρίζες στον λαιμό, απέμειναν βουβές». Μέσα…” Σεπ 4, 20:52