Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 24-3-2000
`
Αγαπητέ κ. πρύτανη, αξιότιμοι κύριοι καθηγητές, αγαπητοί φίλοι,
Η απόφαση της Συγκλήτου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης να με αναγορεύσει επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Μουσικής είναι για μένα πραγματικά μεγάλη τιμή και θα ήθελα να σας ευχαριστήσω όλους γι’ αυτό.
Πώς βλέπει από το ύφος της αριστοτέλειας σκέψης ένας κοινός θνητός τα πεπραγμένα του βίου και του έργου του; Αυτή είναι η πρόκληση, έτσι τουλάχιστον την εννόησα, και αυτό θα έπρεπε να είναι το περιεχόμενο της σημερινής ομιλίας μου. Πλην όμως ο χρόνος δεν το επιτρέπει, ενώ από την άλλη πλευρά το Τμήμα του οποίου έχω την τιμή να γίνω επίτιμος διδάκτωρ είναι το Μουσικό, ως εκ τούτου λοιπόν θα περιοριστώ στη σκιαγράφηση των μεγάλων συντεταγμένων που οδήγησαν τα βήματα μου στο χώρο της μουσικής και γενικότερα της τέχνης.
Η μουσική, ξεκινώντας από το βασικό της κύτταρο, το μέλος – μελωδία – τραγούδι, που φυσικά εμπεριέχει το ρυθμό, αποτελεί τον πρώτο ψυχικό-πνευματικό δεσμό που συνδέει τα άτομα κάθε τοπικής κοινότητας. Η ιδιότητα να δημιουργώ μελωδίες υπήρξε για μένα ένα μέσο έκφρασης με το οποίο άρχισα να χτίζω τον εαυτό μου και ένας τρόπος επικοινωνίας και συμφιλίωσης με τους «άλλους», τους εκτός του
κύκλου της οικογενείας, που με φόβιζαν όπως το σκοτάδι.
Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι με περίμενε ένα μακρύ και αινιγματικό ταξίδι προς το μέλλον, που όφειλα να το κάνω με «άλλους», χωρίς να γνωρίζω τους κανόνες αυτής της υποχρεωτικής συνύπαρξης.
Το μόνο που είχα έως τότε εκτιμήσει, έξω από το οικογενειακό καταφύγιο, ήταν η φύση, τα χρώματα, οι ήχοι και ό,τι άλλο μας μεταφέρουν οι αισθήσεις. Ο φυσικός και ο ζωικός κόσμος με γοήτευαν, σε αντίθεση με τον ανθρώπινο, που τον αισθανόμουν σαν απειλή. Και όμως, όπως είπα προηγουμένως, θα έπρεπε να συνυπάρξω και να συνταξιδέψω, μέσα από τα άγνωστα μονοπάτια των γεγονότων, συντροφιά με έναν κόσμο που με απειλούσε και με φόβιζε.
Όταν έφηβος πια συνειδητοποίησα τον κίνδυνο, έκανα φυλακή το δωμάτιό μου, αρνούμενος να κοιτάξω την πραγματικότητα κατάματα. Δυο ολόκληρα χρόνια κράτησε αυτή η απομόνωση μου, ώσπου ήρθαν να με ξυπνήσουν τα ιστορικά γεγονότα: οι Γερμανοί είχαν καταλάβει τη μικρή μας πόλη. Ως και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι εγκαταστάθηκαν δυο συνταγματάρχες της Βερμαχτ, δίνοντάς μου να καταλάβω ότι η ζωή μας είχε αλλάξει ριζικά, παίρνοντας ένα καινούριο νόημα, τον αγώνα για την ελευθερία.
Δεν είχε τίποτε το ηρωικό και επιφανειακώς αξιοσημείωτο ο αγώνας για την ελευθερία εκείνων των πρώτων χρόνων της Κατοχής. Έως ότου, στις 25 Μαρτίου του 1943, τότε που έγινε η πρώτη διαδήλωση μπροστά στο κενοτάφιο του
Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, μπήκαν στη ζωή μας οι λέξεις «Εθνική Αντίσταση», με ό,τι συνεπάγεται. Έως τότε η λέξη που ταίριαζε ήταν η λέξη «Νύχτα». Είχε νυχτώσει πάνω από την πόλη μας και η οσμή του θανάτου είχε διασκορπίσει πάνω από τους κατοίκους ένα ανεπαίσθητο στρώμα τέφρας, που διαπερνούσε το δέρμα μεταφέροντας στον πυρήνα της ζωής μια απειλή θανάτου. Αυτή η οσμή του θανάτου καθοδηγούσε τώρα τη ζωή μας και είναι εκπληκτικό το πόσες και ποιες άμυνες δημιουργούνται μέσα σου από το τίποτε όταν πρόκειται να υπερασπίσεις αυτή την αδύνατη φλόγα που πασχίζει να μη σβήσει από τον άνεμο: τη ζωή σου.
Διαβάστε περισσότερα