Τα ποιήματα, που απαγγέλλει ο Γ. Ρίτσος είναι από τις ποιητικές συλλογές: «Στοιχεία ταυτότητας», «Οι νεκροί» και «Επίπεδα διάρκειας» από τη συλλογή «Μονοβασιά», «Επίλογος» από τη συλλογή «Τρακτέρ», «Προς το Σάββατο» και «Προετοιμασία τελετής» από τη συλλογή «Το Μακρινό», «Τμήμα Μεταγωγών Πειραιά» και «Τα στοιχειώδη» από τη συλλογή «Διάδρομος και Σκάλα», «Πέτρες» από τη συλλογή «Μαρτυρίες Α’», «Το νόημα της απλότητας» από τη συλλογή «Παρενθέσεις», «Εργάτης του λόγου» από τη συλλογή «Ασκήσεις», «Ακίνητη ταλάντευση» από τη συλλογή «Χειρονομίες», «Ο Επαναστάτης» από τη συλλογή «Τα αρνητικά της σιωπής», «Υποθήκη» από τη συλλογή «Κιγκλίδωμα». Ακόμα ακούγονται αποσπάσματα από τα ποιήματα: «Το τραγούδι της αδελφής μου», «Επιτάφιος», «Γκραγκάντα», «Πέτρινος Χρόνος», «Ημερολόγια εξορίας», «Ισμήνη», «Οι γερόντισσες και η θάλασσα», «Ο Ξένος». Ακούγεται επίσης απόσπασμα από τα πεζά του με γενικό τίτλο «Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων» και συγκεκριμένα από τον β’ τόμο «Τι παράξενα πράγματα».
Το θέμα της εισαγωγής παίζεται από τον ίδιο τον Γιάννη Ρίτσο και μάλιστα σε κάποια κομμάτια η μουσική και οι ήχοι ήταν μιξαρισμένοι με τη φωνή του. Ετσι βρέθηκαν στο αρχείο του, έτσι ατόφια χρησιμοποιήθηκαν από τον Θάνο Μικρούτσικο ο οποίος έγραψε και κάποιες μελωδίες ειδικά για την έκδοση αυτή αλλά χρησιμοποίησε και αποσπάσματα από παλαιότερα μουσικά θέματα του. Με αυτά συνόδευσε την απαγγελία του ποιητή.
***************************************************
Οἱ γερόντισσες κ’ ἡ θάλασσα
– – – -…Μόλις σουρπώνει, βγαίνουμε δωνάς, στὸ πεζούλι, στὴν πέτρα, στὰ βράχια, / νὰ μᾶς χτυπήσῃ τὸ μπουγάζι… []
– – – -Σάμπως νὰ φύγανε ὅλα καὶ ξωμείναμε ὁλομόναχες / σ’ ἕνα ἁλώνι ἀψηλό καὶ μεγάλο, ποὺ τὸ φυσάει ὁλόγυρα ὁ ἄνεμος // – ἄνεμος ποὺ λιχνίζει τὸν ἄνεμο πάνω στὸ ἁλώνι τὸ ξάγναντο / δίχως στάρι, δίχως ἄχερα, δίχως δικράνια κι ἀλόγατα, / ἄνεμος βαθύς ἄνεμος, / δέ φυσάει, δέ βγάνει ἦχο, δέ σηκώνει σκόνη, δέν είναι τοῖχος μέσα κι ὄξω νὰ χτυπήσῃ, [] / νὰ σκοντάψῃ, νὰ πονέσῃ ν’ ἀκουστῇ… // [] Σιωπή [στὴ σιωπή]…
– – – -Τὰ καράβια φύγανε, οἱ ἄντρες μας φύγανε, τὰ παιδιά μας φύγανε / – δέν ξέρουμε ποιός ἔφυγε, ποιός ἔμεινε, δέν ξέρουμε / []ποιός πνίγηκε στὴ θάλασσα, ποιός σκοτώθηκε στὸ βουνό…[]
– – – -Ἡ θάλασσα ἡ κλειδοκρατόρισσα ποὔμπαινε σὰν ἀφέντρα στὰ σπίτια μας / κι ὥριζε τὴ ματιά τους, τὴν πορπατησιά τους, τὸ πουγγί τους / που ὥριζε τὸ ποτήρι τους, τὴ φωνή τους, τὸ τραγούδι τους / που αὐτή ὅπως ἤθελε τοὺς ἔσιαχνε τὴ χωρίστρα τους / καὶ τοὺς ἔστριβε μὲ τὸ σάλιο της τὰ μουστάκια τους / – δέν τῆς φτάνανε τὰ πέλαα, [] / μὲ τὸ ἔτσι θέλω μές στὶς κάμαρές μας ἔμπαινε, / ξαπλωνόταν στὸ στρῶμα, καθόταν στὰ σκαμνιά, / τὴν πιὸ γλυκειά μας ὥρα χωνότανε ἀνάμεσα σὲ μᾶς καὶ τὸν κύρη μας / [] (τὰ μάτια του σὰν τοὺς θαλασσινούς σταυρούς μέσα στοῦ σκοταδιοῦ τὰ φύκια) // καὶ κάποτε ἕνα κῦμα της σὰν ἀνοιχτή ἀχηβάδα / στέκονταν ὄρθιο μπρός στὴν κούνια τοῦ μωροῦ καὶ τοῦ φωτοῦσε τὸ πρόσωπο…[]
Διαβάστε περισσότερα