Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1921.
Το να αναλύεις αυτό που υπηρετείς, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Καμπανέλλης το θέατρο, ενέχει τον κίνδυνο της «φιλολογίτιδας ή εγκεφαλίτιδας», όπως σχολίαζε ο ίδιος για το ευρωπαϊκό θέατρο της εποχής του, αλλά και μιας διάστασης στην οποία η θέση και μόνο της εμπειρίας χωρίς την αυτογνωσία αποκτά ρόλο εξιδανικευτικό, τελείως συναισθηματικό ή και δογματικό.
Στην περίπτωση του Καμπανέλλη δεν ισχύει καμία από αυτές τις παρατηρήσεις. Ο Καμπανέλλης στις σκέψεις του για το θέατρο, στην ανάλυση για το δικό του έργο, στην εν γένει κοσμοθεωρία του καταφέρνει να μιλήσει με τον πλέον αβίαστο τρόπο: αυτόν της σωματοποίησης. Δηλαδή με το φυσικό τρόπο που το σώμα μιλά έχοντας διάπλατα ανοιγμένες όλες τις αισθήσεις.
Συλλογίζεται το θέατρο και το αναλύει ως κάτι φυσικό και όχι ως θεωρητικός ή κάτοχος της τεχνικής. Με την απλότητα ενός ανθρώπου που ανακάλυψε τον εαυτό του μέσα από το θαύμα μιας τέχνης για αυτό και μπορεί να την ερμηνεύσει προχωρώντας σε καθολικότερες διαπιστώσεις για τον μηχανισμό της.
Έτσι, δεν μας ξεναγεί στον χώρο του, δεν αποκαλύπτει τα κλειδιά της τέχνης του, δεν μας βάζει να κοιτάξουμε από την κλειδαρότρυπα του γραφείου του για να μάθουμε τις συνταγές του. Με λίγα λόγια, δεν παραδίδει μαθήματα συγγραφικής τέχνης για νεοσσούς συγγραφείς.
Μιλά απλώς για αυτό που αγαπά, μιλά εν τέλει για τον ίδιο. Με ειλικρίνεια και ελευθερία. Δυο κομβικές λέξεις σε όλη του την ιστορία. Μιλά ως ένας εν εξελίξει χειρώνακτας («έχω δουλέψει λιγάκι αυτοσχέδια και σαν λαϊκός τεχνίτης», γράφει ο ίδιος) με την ελευθερία της ανάγκης να εκφραστεί και όχι να διδάξει. Το ίδιο επισημαίνει και ως δημιουργός: «Η ώρα που εκφράζεται κάποιος είναι η ώρα της ελευθερίας του. Ο συγγραφέας γράφει κατ’ αρχάς για τον εαυτό του και ο εγωισμός για τον δημιουργό είναι η προστασία της ειλικρίνειάς του».
Για αυτό και οι απόψεις του, κοιτάζοντας τη χρονολογική σειρά των κειμένων του βιβλίου, μπορεί να έχουν χρονική απόσταση μεταξύ τους δεκαετιών, παραμένουν όμως σταθερές. Με την αυτογνωσία όμως ότι: «Ενώ έχω την ευαισθησία να νιώθω πράγματα, δεν έχω την ικανότητα την επιστημονική πια να κατατάξω αυτά τα πράγματα με μια άλλη αναγωγή που να είναι πέρα από την εμπειρική. Αυτό είναι κάτι που κάπου κάπου μ΄ ενοχλεί», όπως γράφει, αλλά και την επίσης ειλικρινή στάση ότι δεν είχε ποτέ συνείδηση αναμορφωτή και δεν είχε προσχεδιάσει τη μετάβαση από την προπολεμική ηθογραφία στο μεταπολεμικό δράμα. Του προέκυψε. Αβίαστα. Προτού συναντήσει όρους όπως: «ρεαλισμός, πολιτικό θέατρο, μεταθεατρικά στοιχεία, θέατρο του παραλόγου, μπρεχτική αποστασιοποίηση» κ.ά. Εμβάθυνε εν αγνοία του παρατηρώντας, μελετώντας και βιώνοντας. Όπως λέει ο ίδιος: «Διάβαζα πολύ και από πολύ νέος. Αλλά στα εφηβικά και στα νεανικά μας χρόνια δεν διαβάζουμε μυθιστορήματα για να μορφωθούμε και να καλλιεργηθούμε. Τα διαβάζουμε για να τα ζήσουμε. Γιατί δεν μας χωρά το σπίτι μας, η γειτονιά μας, ο δεδομένος κόσμος μας, ο εαυτός μας». Για αυτό απέκτησε αυτή τη θεατρική μαγεία που παρατηρεί ο Κουν: «Είναι ένα ένστικτο και μια γνώση για το τι πρέπει να προβληθεί την κάθε στιγμή, για το πόσο πρέπει να διαρκέσει αυτό και πόση πρέπει να είναι η ένταση εκείνου που προηγείται και εκείνου που έπεται».
Διαβάστε περισσότερα