Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Γιάννης Μαρκόπουλος, «Τα τραγούδια του νέου πατέρα» (στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός), Lyra 1972

`

ΑΚΟΥΣΤΕ ΟΛΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΕΔΩ

`

Ο πατέρας με τη φυσαρμόνικα

Ακούσατε μια παράδοξη παράξενη ιστορία

για τον πατέρα με τη φυσαρμόνικα.

Τελάληδες, κοντραμπασίδες και της μηχανής του τσεβελέκου σπαΐδες

όσοι του πατρός ζητάτε τη γνώση, ακαμάτηδες και διακοναρέοι,

ωραίοι νέοι και του δεκάξι Φαρισαίοι.

Της Σμύρνης με τη Γαλλική σχολή σπουδαίοι

όσοι ακούτε με παλιές παρέες, όλοι εσείς που θέλετε γνώση

του πατέρα την ιστορία, όσοι για πατρίδες νύχτες μιλάτε τόσοι ανθρώποι,

γυναίκες παιδιά μια ιστορία λυρική παλιά, για φυσαρμόνικα και κάποιο πατέρα

για νύχτα και μέρα ακούσατε την ιστορία στον αέρα.

Στην αρχή ήταν οι τρεις χαλύβδινοι αιώνες

στου Μπαρτζελιώτη με καρεκλάκι οι Παρθενώνες

και μετά ήρθε η θάλασσα και μεσόγειος νησιά,

ο δρόμος με τη βρύση πέτρινη παλιά, παλιώσαν όλα μέσα σε μια νυχτιά.

Γέρασε η Ελένη για μια νυχτιά και το `23 ήτανε αυτό που λες 1910, αποκοτιά!

Πηγάδια υπόγεια ποταμοί, με του νέγρου το μωρό στη φυλακή

οι αταμάνοι οι Κοζάκοι οι παλιοί.

Μετά δύο τροχοί αλέθαν σιτάρι βροχή

με τη σιδερολαβή του πυρπολητή Κανάρη, έλειπε η σιδερένια γροθιά.

Του πατέρα το σπίτι πάνω σε καρφιά, δεν έκλαψε, δεν έκλαψε,

του Πόντου Άρη καθώς φεύγαν τα πουλιά.

Χόρεψε, χόρεψε, χόρεψε μόνος για πρώτη φορά,

δε γύρισε δεν ήτανε πατέρας πια.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ηρακλής Κακαβάνης, «Η ιστορία του Μπαρμπαγιάννη Κανατά» (Γ’ Μέρος)

`

Το Α\’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ

Το Β\’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ

`

Αυτή η ιστορία με τον Μπαρμπαγιάννη κανατά πρωταγωνιστή κράτησε τρία χρόνια περίπου. Ο κόσμος γελούσε με αυτόν και αυτός περισσότερο με τον κόσμο. Εν μια νυκτί εξαφανίστηκε δια παντός. Ήταν αμέσως μετά τη λήξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-1878). Διαδόθηκε η φήμη πως αυτός «ο λέων των Κυριακών και των εορτών» ήταν… Βούλγαρος! Η λαϊκή φαντασία συμπληρώνει ότι είχε έρθει σε σύγκρουση με τις οθωμανικές αρχές και είχε αναζητήσει καταφύγιο στην Αθήνα ή για να ξεχάσει κάποιον ατυχή έρωτά του.
Μόλις όμως η πατρίδα του απελευθερώθηκε, επέστρεψε στον τόπο του (Αν γινόταν νωρίτερα γνωστή η καταγωγή του πιθανά να μην είχε τύχει αυτής της αποδοχής. Είναι η εποχή που όταν τον ύπνο των Αθηναίων δεν τον ταράζει το φάντασμα του πανσλαβισμού, ονειρεύονται κατακτήσεις).
Οι σύγχρονοί του αναρωτήθηκαν «Τι ήτο κατά βάθος;» ο Μπαρμπαγιάννης, ο εκκεντρικός τύπος που ήρθε και έφυγε ως ένα μεγάλο ερωτηματικό: «Τρελός ή φιλόσοφος; Σκαρτάδος, εκκεντρικός, ιδιότροπος, τρόφιμος της Μιχαλούς, με τον οποίον εχαχάνισαν και εξεκαρδίθησαν αι Αθήναι; Ή μεγαλοφυής και μέγας φαρσέρ και σατιριστής, ο οποίος εκορόιδευσε, εγλέντησε και ενέπαιξεν εκατόν και πλέον χιλιάδας έξυπνων δήθεν και εκ συνθήκης σοβαρών Αθηναίων;»… «Με ένα ζευγάρι γάντια – ηξεύρε βέβαια ότι ημπορεί κανείς να έχει διαφοροτρόπως λερωμένα τα χέρια, φθάνει μόνον να φορεί γάντια δια να εισέλθει εις τον καλόν κόσμον – και μʼ ένα ψηλό καπέλο – είχε μάθει, φαίνεται ότι εις το ρωμέικο ημπορείς να έχεις πέραιν χωρίς κεφάλι, όχι όμως και χωρίς καπέλο του λούσου – κατόρθωσε να γίνει εις μίαν εβδομάδα πανελλήνιος.
…Απλούς καραγκιόζης, σκορπίζων την ευθυμίαν και τον γέλωτα; Ή μεταρρυθμιστής και επαναστάτης κοινωνικός, ζητών να κρημνίσει είδωλα και προλήψεις; Διατί έπαιρνε την λίγδαν και την ασβόλην της καθημερινής του εργασίας και την έρριπτε τας Κυριακάς με γαντοφορεμένη χείρα κατά πρόσωπον των πλουτοκρτατών και της ψευδοαριστοκρατίας του υψηλού καπέλου και της μεταξωτής γραβάτας; Το έκαμνε ως Μώμος δια να σατιρίσει την καλοενδεδυμένην κουφότητα και αλαζονείαν; Ή ως οδοστρωτήρ δια να ισοπεδώσει τας κοινωνικάς διακρίσεις εις το επίπεδον της ρεδιγκότας και του κολαρισμένου φωκόλ; Από φιλοσοφικήν τάχα πεποίθησιν, ότι και ο τελευταίος άνθρωπος του λαού ημπορεί και δικαιούται να δουλεύει σαν σκυλί τας άλλας ημέρας δια να ζει και αυτός σαν αφέντης την κυριακήν; ΄Η μήπως εξ υπολογισμού, δια να κεδίσει όνομα, φήμην, πελάτας, κέρδη και ευμάρειαν;
Δεν ηξεύρω. Η αλήθεια είναι ότι υπήρξεν εν ζωντανόν σύμβολον. Κάποια ισοπέδωσις επήλθεν έκτοτε. Με μιαν φοβεράν γροθιάν, την οποίαν έδωκε κατά του ψηλού καπέλου και των προλήψεων…». Πολλά πράγματα άλλαξαν. Το ψηλό καπέλο εξαφανίστηκε, το σάλι έφυγε από τους αριστοκρατικούς ώμους, τα λουστρίνια τα φόρεσαν οι λιμοκοντόροι, τη γραβάτα τη φόρεσαν και τα γκαρσόνια, τα γάντια και οι πλύστρες…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ηρακλής Κακαβάνης, «Η ιστορία του Μπαρμπαγιάννη Κανατά» (Β’ Μέρος)

`

Το Α’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ

`

Η εξάπλωση της φήμης των τραγουδιών του Μπαρμπαγιάννη κανατά τον οδήγησε να τα τυπώσει ο’ ένα δεκαεξασέλιδο φυλλάδιο που κυκλοφόρησε το 1873, με τίτλο «ΤΑ ΔΗΜΩΔΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΑΝΗ ΤΟΥ ΚΑΝΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΣΥΛΛΕΧΘΕΝΤΑ ΚΑΙ ΤΥΠΘΕΝΤΑ ΔΙʼ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ», όπου επίσης περιέλαβε και δύο σκίτσα του με τις αντίστοιχες αμφιέσεις του. Στον πρόλογο έγραψε: «Επειδή πολλοί εκ των έξω ομογενών της Τουρκίας ως και της Γαλλίας και Αγγλίας διʼ επιστολών των μοι ζητούσιν όπως τοις πέμψω τα τραγούδια μου, άπερ κατά καιρούς έχω εκδώσει και τραγουδώ συνήθως, διά τούτο συνάπτων όλα αυτά σήμερον εις εν, ως και τίνα άλλα ξένα τα οποία ετόνισα ης τον σοκοπόν μου εκδίδω το παρόν μικρόν φυλλάδιο οπό τον τίτλον Δημώδη τραγούδια του μπάρμπα-Γιάννη. Αλλά επειδή οι εκτός ομογενείς δεν με γνωρίζουν, δια τούτο ηναγκάσθην όπως θέσω και την εικόνα μου εις το βιβλιάριον τούτο εις δύο φωτογραφήσεις, ήτοι εις την μίαν παριστώμαι ως φορών την καθημερινήν ενδυμασίαν μου και μετά του γαϊδάρου μου πωλών στάμνας μου, εις δε την άλλην την εορτινήν ως συχνάζων εις τα καφενεία κι εις την μουσικήν».
Είναι συνολικά 18 τραγούδια. Τα 16 στιχουργήματα του ιδίου, ένα που έγραψαν οι Πατρινοί προ τιμήν του όταν τους επισκέφτηκε και ένα του φοιτητή Α. Κοτσάκου. Επιλογές από τα στιχάκια του (αισθητά παραλλαγμένες) εκδόθηκαν και σε μουσικά φυλλάδια.
Τα δημοσιεύουμε με τη σειρά που τα βρήκαμε στην αρχική τους δημοσίευση.

`

ΤΑ ΔΗΜΩΔΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ.
ΕΜΟΥ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗ.

`

Το παράπονον της Σοφίας διά την αναχώρησίν μου εις Σύρον ως και η εκεί υποδεξίωσις.
1.
Έφυγες απ’ τας Αθήνας
Μπάρμπα Γιάννη Κανατά,
Γάιδαρον και την Σοφιά σου
μας αφάκες στ’ ανοικτά
2.
Να πεινώμεν βλησφημώντες
τας αισχράς εκείνας φίλας
Που σ’ έκανον ν’ αφήσεις
τας λαμπράς τώρ’ Αθήνας
3.
Τρίτη, ήτο, μαύρʼ ημέρα,
που μοι είπες «έχε γεια»,
Κι ότι πάγεις εις την Σύρον
διά μίαν σου δουλειά.
4.
Δεν σ’ επίστευσα η δόλια
νόμισα πώς με γελάς,
Ως συνήθως πάντα κάμνεις,
σαν θυμώνεις να μιλάς.
5.
Αχ! αλήθεια με το είπες
κ’ έτρεξες περιχαρής,
Εις τον Πειραιά να φθάσεις
στο ατμόπλοιον να ‘μβεις.
6.
Στο ατμόπλοιον εμβήκες
κ’ ήρχισες μʼ υμνωδία
Να με λέγεις έχε γεια
γλυκυτάτη μου Σοφία.
7.
Το ατμόπλοιον αράζει
εις της Σύρου τα νερά
Και εμβαίνεις πρώτος έξω
εύθυμος κι όλο χαρά.
8.
Το κοινόν όλον της Σύρου
οι λεμβούχοι προσκαλούν
Πως ο Μπαρμπα-Γιάννης ήλθε
και να τρέξουν να σ’ ειδούν.
9.
Νέοι, γέροντες, παιδία
έτρεξαν σαν πετακτά,
Και συ λέγουν καλώς ήλθες
μπάρμπα – Γιάννη Κανάτα.
10.
Σε εσήκωναν επάνω
κ’ έκραζον στα δυνατά,
Ζήτω νέε Διογένη
μπάρμπα-Γιάννη Κανάτα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ηρακλής Κακαβάνης, «Η ιστορία του Μπαρμπαγιάννη Κανατά» (Α’ μέρος)

`

Καθʼ οδόν στη «γηραιά κεκροπία»

`

Η Αθήνα είναι μια πόλη που κάθε σοκάκι, δρόμος, πλατεία, κτίριο, μνημείο της έχει να σου διηγηθεί μια ιστορία. Ιστορίες που μας ταξιδεύουν στο χρόνο και γνωρίζουμε τον πολιτισμό και τα επιτεύγματα των προγόνων μας. Ιστορίες από την επαφή μας με τους άλλους λαούς. Ιστορίες από τους αγώνες για απελευθέρωση και εθνική ανεξαρτησία Ιστορίες που συνδέονται με τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες του λαού.
Πλάι σε αυτές και ιστορίες των απλών ανθρώπων της. Ιστορίες προς τέρψη και διδαχή. Όπως η ιστορία ενός …μετανάστη στην Αθήνα του 19ου αιώνα, του Χατζή Ιβαν Λίγκοφ Χιμιτζίεφ, ελληνιστί Μπαρμπαγιάννη Κανατά. Η ιστορία της ωραίας Ανδριάνας και αυτή του Χαραλάμπη που με το ζόρι θέλαν να τον παντρέψουν.
Η Αθήνα, που πριν απ’ τον Απελευθερωτικό Πόλεμο αριθμούσε 3.000 περίπου σπίτια, τώρα δεν είχε ούτε 300. Τα άλλα είχαν μεταβληθεί σ’ έναν άμορφο σωρό από πέτρες» (μαρτυρία περιηγητή). Όταν αποφασίστηκε η μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο, η Αθήνα ήταν ένα χωριό 4.000 κατοίκων και ο Πειραιάς τρεις καλύβες όλο κι όλο – η μία του νεοδιορισμένου τελώνη. Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, η πόλη με το γόητρο που διαθέτει γίνεται πόλος έλξης για τους ανθρώπους από τα άλλα αστικά κέντρα της χώρας, της διασποράς και τις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γίνεται και προορισμός για ανθρώπους που αναζητούν μια καλύτερη τύχη και για ανθρώπους που στην επαρχία δεν έχουν μοίρα. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι ακτήμονες. Οι φτωχοί αγρότες είναι βουτηγμένοι στη δυστυχία και θύματα εκμετάλλευσης. Οι περιηγητές της εποχής περιγράφουν ως πανάθλιες τις βιοποριστικές και στεγαστικές συνθήκες των λαϊκών στρωμάτων.
Αυτοί οι άνθρωποι έρχονται να εργαστούν στις δημόσιες υπηρεσίες, ως υπηρετικό προσωπικό, παραγιοί, πλανόδιοι μικροπωλητές κλπ. ή ως εργάτες στην οικοδόμηση της πόλης και αργότερα στα πρώτα εργοστάσια μεταλλουργίας και κλωστοϋφαντουργίας που αρχίζουν να λειτουργούν στην πόλη και πέριξ αυτής.
Από το 1844 αρχίζει μια προσπάθεια εξωραϊσμού της πόλης για να αποκτήσει όψη ευρωπαϊκής πρωτεύουσας: «Απανταχού εσχηματίσθησαν κήποι, εφυτύθησαν δένδρα και ανυψώθηκαν εκ του εδάφους οικίαι. Εν τοις εμπορικοίς καταστήμασι δεν ευρίσκονται μόνο αντικείμενα καθημερινής ανάγκης αλλ’ ήρχησαν να εισάγονται και είδη πολυτελείας. Αι Αθήναι προοδεύουν ημερησίως και συν τη παρόδω του χρόνου αποκτώσιν όψιν μείζονα πρωτευούσης. Κατά Κυριακήν παιανίζει ωραία μουσική επί μίας μεγάλης πλατείας περί την οποίαν ηνοίχθησαν έξι καφενεία. Εις τα μικρά τραπέζια τούτων παρακάθηται πολύς κόσμος κατά τας εξ της εσπέρας και η πλατεία περικυκλούται υπ’ ανθρώπων εν αμάξαις, ο δε βασιλεύς και η βασίλισσα σταματώσι συνήθως την αμαξοδρομίαν ή την έφιππον παρέλασίν των όπως ακροασθώσι της μουσικής».

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Γιάννης Σκαρίμπας, «Άπαντες στίχοι- 1936-1970», εκδ. Νεφέλη 2010 (μουσική: Διονύσης Τσακνής)

`
ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ: ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ

`

Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη.
Ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
Και με ήβραν – χωρίς κανένʼ να μου λείπει-
Τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα μου γύρω – μπραμ-πάφες
Όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
-ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, οι γκάφες
μου όλες.

Α!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
Μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους
Έτσι ως έμοιαζαν – με πρισμένες τις μύτες-
Παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη β έ ρ γ α
Μπρος σε τρίποδα με κ ά ν τα α μυστήρια,
Όπου γράφονταν ταʼ αποτυχημένα μου έργα
– εμβατήρια!

Α!… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου γω πάντα,
Με τη βέργα μου τώρα ψηλά –λέω- με τρόμους
Να, με δαύτη μου να παρελάσω την μπάντα
Στους δρόμους.

Κι ως πισώκολα θα παγαίνω πατώντας
Μεσʼ σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
Οι παλιάτσοι μου – στον αέρα πηδώντας-
Τα θούρια…

Το εισιτήριο

`

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΠΟΙΕΙΝ  ΕΔΩ

`

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΈΑ της μελοποίησης ποιημάτων του Γιάννη Σκαρίμπα «τσακώνομαι» με τον εαυτό μου πολλά χρόνια. Πριν από τρία χρόνια όμως, δεσμεύτηκα δημόσια. Οι συμπτώσεις παίζουν πάντα το ρόλο τους. Ο Περικλής Δουβίτσας των εκδόσεων Νεφέλη, αποφάσιζε την ίδια περίοδο την έκδοση των απάντων του συγγραφέα-ποιητή. Πολύτιμη συνεργάτις στο εγχείρημά του ο «Βοϊδάγγελος Πρώτος», η υπέροχη πλέον φίλη Κατερίνα Κωστίου, που γνωρίζει τον Σκαρίμπα περισσότερο και από τον… ίδιο. Χρειάστηκε καιρός ώσπου να πιάσω το μολύβι και να καθίσω στο στούντιο με το πιάνο και τα μηχανήματά μου. Ο καβγάς εντός μου, μεταφέρθηκε σε άλλο επίπεδο. Έπρεπε να «ξεκλειδώσω» τον περίεργο δάσκαλό μου και να ανακαλύψω μέσα στην έτσι κι αλλιώς άριστη μετρική του τον τρόπο που δεν θα πρόδιδε τα υπερρεαλιστικά του νοήματα. Κάθε βράδυ, άκουγε τις φωνές μας η γειτονιά.

Ώσπου κάποια στιγμή τον απείλησα πως θα πετάξω τις συλλογές και τα βιβλία του στον Καιάδα. Κάτι που έκανε και ο ίδιος με τους συγγραφείς με τους οποίους δεν συμφωνούσε και τόσο. Μαλάκωσε και μου έδωκε επιτέλους την άδεια (στον ύπνο μου φυσικά, όπου με επισκεπτό- ταν συχνά τον τελευταίο καιρό).

Από κει και πέρα τα πράγματα ήταν εύκολα. Έντεκα ποιήματα μελοποιήθηκαν σε έντεκα μέρες. Το δωδέκατο («Ουλαλούμ…») το είχα μελοποιήσει τρία χρόνια νωρίτερα για τις ανάγκες του δίσκου μου Τι γυρεύεις στον ύπνο μου, πατέρα. Με έτοιμες τις πρώτες βασικές ηχογραφήσεις, έχοντας ήδη περιγράψει τον ενορχηστρωτικό καμβά, ανέλαβε ο σπουδαίος ενορχηστρωτής και σολίστας Δημήτρης Μπαρμπαγάλας και η υπέροχη παλιοπαρέα που με συντροφεύει τα τελευταία χρόνια – και τους οποίους ταλαιπωρώ αλύπητα.


Ο Γιώργος Μεράντζας, φίλος και πάντα πρόθυμος στα δύσκολα και τα ωραία, έδωσε ξανά το παρών με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Στο κατόπι, οι θείες φωνές των κοριτσιών (Ελένη, Κωνσταντίνα και Ελένη) με τα οποία συνεργάζομαι στο θέατρο, η μικρή μας Κασσιανή και τα τρία υπέροχα αδέλφια Ψυχράμη (Ειρήνη, Γιώργος και Αποστόλης, υπό την διεύθυνση του τελευταίου). Δεν αργήσαμε να τελειώσουμε, και νά ‘μαστε τώρα με το υπέροχο αυτό εξώφυλλο που δημιούργησε ειδικά ο Αλέκος Φασιανός (τον οποίο δεν βρίσκω λόγια να ευχαριστήσω), τα πρωτότυπα χειρόγραφα που μας παραχώρησε ο κατά κάποιον τρόπο συγγενής μου Μάνος Ελευθερίου, με τα ογδόντα πέντε ποιήματα του Σκαρίμπα και τα δώδεκα μελοποιημένα από πονήματά του, από τη συλλογή Εαυτούληδες.

Καλή ανάγνωση και καλή ακρόαση

Διονύσης Τσακνής

Διαβάστε περισσότερα