Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Lucio Piccolo: Από τα «Ποιήματα μπαρόκ» (1956) (Μετάφραση από τα ιταλικά- επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης)

 

[Ζωγραφική: Ακουαρέλα του Casimiro Piccolo, αδελφού του Lucio Piccolo]

 

 

[Κι αν ακόμα γυρεύεις]

          [Sebbene tu cerchi]

 

Κι αν ακόμα γυρεύεις να ’ναι η δική σου

η απόδραση άρπα, φλογέρα, ποταμάκι,

το ξέρεις πως στο βάθος

μιας ατέρμονης μελαγχολίας είναι σημάδι∙

κι αν τ’ αγέρι μες στη νύχτα που απλώνεται

σκορπά τη μαντζουράνα, τη μυρτιά,

τον κάλυκα τον διάφανο της δατούρας

σ’ ατμό από άρωμα νοτισμένο,

το ξέρεις πως η ιστορία ξετυλίγεται,

λίγο βαστά και χάνεται μακριά:

και μένει η πίκρα στη στερνή τη γουλιά.

Κι αν πάλι το σκορπισμένο ξαναβρίσκει

τα όρια, την ανάπαυση, το νύκτιο το φως,

κι αν απ’ τις καμπάνες

ξεσπά ευφρόσυνη κλαγγή

μες στον άνεμο τον νυχτερινό,

κι αν ακόμα στεφάνι από μπουμπούκια χειμερινά

γλυκά διπλώνεται σ’ άνοιξης υμέναιο λευκό.

Τώρα σε λόφους σκοτεινούς, στων βουνών τις στροφές

το κυνήγι γι’ αναλαμπές, τις ζώνες τις καθαρές

τις παίρνει το πρώτο δείλιασμα που πάνιασμα γίνεται –

και θα ’ναι βοή κι αντάρα στις κοιλάδες πέρα,

στα ρείκια θα ντιντινίζουν οι σταγόνες σκορπώντας στον αγέρα,

λίγο θ’ αναβλύζουν οι πηγές που η χλόη αναδίνει:

μεστή απ’ αχτίδες θερμές, η γη τις πίνει.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Hanna Komar, Ποιήματα (μετάφραση- επίμετρο: Κατερίνα Κουλούρη)

Άλλη (από εκείνη που ήθελα)

άρρωστη και κουρασμένη
ξυπνάω με τη λαχτάρα κάποιος
να ξαπλώσει δίπλα μου,
κάποιος που να μη θέλει να με γαμήσει
φίλοι και φίλες
που θέλω και χρειάζομαι

σκέφτομαι τη μαμά μου –
αν πάω κοντά της, ξαπλώσω στο πλάι της
θα την κάνω την πιο ευτυχισμένη
μαμά, αλλά δε μπορώ
όταν ως παιδί αρρώσταινα
εκείνη έλεγχε αν είχα πυρετό
και μου έδινε φάρμακα
αντί να ξαπλώνει δίπλα μου
τραγουδώντας και κλαίγοντας,
αντί να μου ψιθυρίζει
‘Συγχώρεσε με κορούλα μου,
κανείς δε με δίδαξε στοργή…’

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

“Tα βερολινέζικα καφέ του εξπρεσσιονισμού” (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)

Ernst Blass (1890-1939)

Το καλοκαίρι ήταν…

Το καλοκαίρι ήταν οπάλινο, και παρατηρούσαμε
διάφορων ανθρώπων βλέμματα και φωνές.
Ανεπαίσθητα γλιστρούσαμε μεσ’ από βεράντες σκεπαστές…

(Σε τραπέζια καφενείων μεγάλα ψάρια,καθισμένα,
θαλάσσια φυτά, υαλώδη, κινούμενα αργά,
ασπριδερά και χαμογελαστά. Αλλά απέναντι
ήταν μονίμως το ανοιχτό του στόματος σου το κοχύλι)

Και παρασύρονταν, όλο και πιο γρήγορα, να ξεβραστούν
στη γεμάτη ζωή μιας πόλης γκρίζας.

Ρίξτε το στο γκροτέσκο – σας πάει! *

Ένας γέρος πίνει λευκή μπύρα με σμέουρο, «μια στάλα».
Ο ήλιος ρίχνει στυγνά κι αμείλικτα το φως.
Σπίτι γυρνάνε τέσσερεις, που πήγαιναν καβάλα.
‘Ενας κριτικός γίνεται ξάφνου πολύ μοχθηρός.

Τα γυναικάκια γρυλλίζουν όμορφα, μα γουρουνίσια.
Ένας καθηγητής αγοράζει ένα γιακά,
τον παλιό τον φόρεσε πια αρκετά.
Ένας νέγρος χαζεύει την Ημερήσια.

Σαν δυσπεψία κρέμεται ο ουρανός
πάνω απ’ το Βίλμερσντορφ, που ποιητές έχει κατοίκους.
Ένας γάλος κρώζει κουρασμένος και βραχνός
και μια κότα φωνάζει: Κικιρίκου.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Mauricio Albeiro Montoya Vásquez (Κολομβία), Οκτώ μικροκείμενα (μετάφραση- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

 

ΜΑΓΙΚΟ

 

Ανέκαθεν, από τα μικράτα του, η μαγεία υπήρξε η εμμονή του. Θυμάται, με πολλή  σιγουριά, πως παραβρέθηκε σε όλες τις παραστάσεις μαγείας στη χώρα του. Κανείς δεν του πάει κόντρα, πολύ περισσότερο  τώρα που κυβερνά με σιδηρούν χέρι κι έχει αποφασίσει να κηρύξει τον πόλεμο σε όλους τους μάγους, οι οποίοι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να το σκάσουν, αναζητώντας καταφύγιο σε γειτονικά μέρη.

Εκείνοι που τολμούν να παραμείνουν συλλαμβάνονται και υποχρεώνονται, ενώπιον μιας στρατιωτικής χούντας, της οποίας είναι επικεφαλής, να πραγματοποιήσουν την παράσταση μαγείας του καπέλου. Ο πρώτος από τους μάγους ήτανε τόσο φοβισμένος που δεν κατάφερε να βγάλει τίποτα από το καπέλο του. Αυτοστιγμεί, ο τύραννος έβγαλε το πιστόλι του και του ‘ριξε. Οι άλλοι μάγοι βγάλανε κουνέλια, φίδια, μέχρι και χελώνες, ωστόσο  είχανε την ίδια τύχη με τον πρώτο. Μονάχα ένας από δαύτους  έσωσε τη ζωή του, επειδή η παράστασή του κατάφερε να ανατρέψει τη δικτατορία. Ενώπιον της χούντας, ο μάγος έβγαλε απ’ το καπέλο του το κεφάλι του τύραννου.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Yuleisy Cruz Lezcano (1973), Τρία ποιήματα (μετάφραση- επίμετρο- απαγγελία: Αθηνά Στυλιανή Μίχου)

Διαβάζει η Αθηνά Στυλιανή Μίχου:

https://podomatic.com/podcasts/ateneaanemos?fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTAAAR1RwmGERR94WWng4LPLy-RmFeP4Bgx5ANsadYghLKIqojIv7z4OrXd9tss_aem_AdxWy8348XMk7XepQy3Z0883ZCOZOMfYOxVw7jzE2Onl1mamLVxcUpoY-3bDio7YLgKs-HLOvH4P1UfXLGHTT4j5

 

 

VUELOS ILUMINADOS

No sé qué cosa elegiría
si me faltara la música
para empujar mis alas.
Tal vez iría
hasta el fondo más secreto
de mis fibras agitadas,
para buscar la música
en las húmedas luciérnagas
de la mirada.
No sé qué elegiría
si tuviera poca luz.
Tal vez por los rayos
de la luna proyectada,
pocas sombras
entre las estrellas derramadas.
No sé qué cosa elegiría
si tuviera poca agua.
Tal vez pocas lágrimas
sólo para alegrías irrefrenables.
Sí, elegiría vuelos a mis espaldas.
Luz en mi mirada.
Lluvia de las cejas negras,
quisiera volar,
quisiera verme en el vuelo,
quisiera llorar.
Volar, mirar, llorar.
Todo pero con placer,
dejar salir la vida que está en mí,
echar para un lado la cáscara
y sentir el corazón en el pecho,
intacto melocotón que late,
junto a las lágrimas que acompañan
mis vuelos iluminados.

*

ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΠΤΗΣΕΙΣ

Αγνοώ τί θα επέλεγα
αν δεν είχα τη μουσική
για να σπρώξω τα φτερά μου.
Ίσως θα πήγαινα
ως τον πιο απόκρυφο βυθό
στις ταρασσόμενες ίνες μου,
για να ψάξω τη μουσική
στις υγρές πυγολαμπίδες
του βλέμματος.
Αγνοώ τί θα επέλεγα
αν είχα λιγοστό φως.
Ίσως τις αστραπές
της καθρεφτιζόμενης σελήνης,
λίγες σκιές
ανάμεσα στα αστέρια που διαχέονται.
Αγνοώ τί θα επέλεγα
αν είχα λιγοστό ύδωρ.
Ίσως λιγοστά δάκρυα
για χαρές ακατάπαυστες μόνο.
Ναι, θα επέλεγα πτήσεις στα κρυφά.
Φως στο βλέμμα μου.
Βροχή στα μαύρα φρύδια,
θα ήθελα να πετάξω,
θα ήθελα να με δω να πετάω,
θα ήθελα να κλάψω.
Να πετάξω, να δω, να κλάψω.
Τα πάντα αλλά με τέρψη,
ν’ αφήσω να βγει η ζωή που είναι μέσα μου
να πετάξω σε μια άκρη τη φλούδα
και να νιώσω την καρδιά στο στήθος,
ανέγγιχτο ροδάκινο που πάλλεται,
μαζί με δάκρυα που συνοδεύουν
τις φωτεινές πτήσεις μου.

Διαβάστε περισσότερα