Ένα φευγαλέο πάθος

 

Απαγορεύονται τα γέλια, τα παιχνίδια,

με κομμένη ανάσα ας δώσουμε ζοφερό φιλί.

Τόσο ήσυχα και πένθιμα

όπως το Θάνατο φιλάει η Ζωή.

Τώρα στη σιωπή του τάφου,

το χέρι μου σφίγγει αυτό το στήθος τ’ απαλό,

ενώ η τόση σου περιπάθεια

με κάμωμα με ξεγελάει τρυφηλό.

 

Όταν όμως το πρωί έρθειεπιτέλους

και να χωριστούμε πρέπει, το πάθος μας πια ψυχρό,

θα σκεφτείς τι νέο φτερό η ρούχο

θ’ αγοράσεις με το μικρό κομμάτι μου από χρυσό.

Και  θα ονειρεύομαι πράσινες αλέες,

όπου μικρά πλάσματα μεσ’ στη λαχτάρα,

μάτια λαμπερά στήνουν ανάμεσα στα φύλλα,

μέχρι άντρες να περάσουν μ’ άλογα και κάρα.

*******

 

Αναψυχή

 

Τι’ναι η ζωή αυτή, αν μέσα σ’ έγνοιες μόνο,

να σταθούμε, ν’ αγναντέψουμε δε βρούμε χρόνο;

Χωρίς χρόνο να σταθούμε κάτω απ’ τα κλαδιά,

ν΄αγναντέψουμε σαν τα κατσίκια, τα αρνιά.

Χωρίς χρόνο, όποτε περνούμε μέσα από τα δάση,

σαν οι σκίουροι κρύβουν τους καρπούς που έχουν μάσει.

Χωρίς χρόνο να δούμε στο άπλετο της μέρας φως,

ροές γεμάτες άστρα, όπως τις νύχτες ο ουρανός.

Χωρίς χρόνο να στρέψουμε το βλέμμα μας στην Ομορφιά,

να δούμε, όταν χορεύει, τα πόδια πώς λυγά.

Χωρίς χρόνο, μέχρι το στόμα της να μπορεί

να πλατύνει το χαμόγελο, που’χε στα μάτια την αρχή.

Φτωχή αυτή η ζωή, άν μέσα σ’ έγνοιες μόνο,

να σταθούμε, ν’ αγναντέψουμε δε βρούμε χρόνο.

 

 

*****

Νυχτερινοί περιπλανώμενοι

 

Την καμπάνα για μεσάνυχτα να χτυπάει ακούν

και μέσα τους, σάρκα και ψυχή, ριγούν.

Ξαπλώνουνε σε σίδερα, ξύλο σκληρόή πέτρα κρύα

καικάθε κόκκαλο του πόνου μαρτυρία.

Μισούν τη νύχτα, μάτια από πρόσωπο γνωστό,

αγαπημένο, δε βλέπουνε στον έναστρο ουρανό.

Πιο πέρα το σκοτεινό, κρύο νερό κοιτάζουν

μα δε τολμούνε για πολύ, τι ανατριχιάζουν

μέσα μην πέσουν, σαν τα καημένα τα πουλιά,

που το κλαδί τους εξετάζει φιδιού ματιά.

Κάποιοι απ’ αυτούς μισότρελα γελούν και άλλοι

βουβοί, στην παγερή νύχτα που τους περιβάλλει.

Κάποιοι συζητάνε σαν αδύναμα νήπια, φτωχά

και βήχουνε σα γίγαντες, βαθιά μα και βραχνά.

 

*****

Θαλασσινά όνειρα

 

Δε ξέρω γιατί ξανά σε λαχταράω,

η άστατη πλημμύρα σου να με ‘βρει επιβάτη,

στο νεκρικό κρεβάτι το κύμα σου θ’ ακούω,

στο αίμα μου για πάντα μένει το δικό σου αλάτι.

 

Κι όμως,έχω δει το μαστίγιο σου με τις πολλές ουρές,

του σκάφους τις πλευρές, με μανία, να χτυπάει.

Μα σ’ έχω δει κι όπως τότε στη Γαλιλαία, που ο Χριστός

γαλήνια, πάνω απ’ τα νερά, άρχισε να περπατάει.

 

Κι έχω δει το απαλό σου αεράκι, τόσο βελούδινο

σαν του καλοκαιριού, τα καλαμπόκια στα λιβάδια όταν ριγούν

κι εχω δει την άγρια και σκληρή σου θύελλα,

να κάνει τις κοιλιές των πλοίων στον ήλιο να στραφούν.

 

Εσύ ξέρεις τον τρόπο να ημερώνεις την πιο άγρια ζωή,

εσύ ξέρεις τον τρόπο που τους ισχυρούς θα τους συντρίψει.

Σκέφτομαι την Αρμάδα εκείνη, που τα φουσκωμένια της πανιά,

λαίμαργα και τεράστια, τα σύννεφα όλα είχανε κρύψει.

 

Αλλά έχω δει και τον μικρό λοστρόμο, νέο και πνιγμένο

απ’ το σκληρό σου χέρι στην ακτή ξεβρασμένο χάμω,

μια γενειάδα από φύκια, στο τρυφερό του σαγώνι,

τα ουρανί του μάτια γεμάτα με κοινή άμμο.

 

Κι όμως παρ’ όλα αυτά σε λαχταράω ξανά,

η άστατη πλημμύρα σου να με ‘βρει επιβάτη,

στο νεκρικό κρεβάτι το κύμα σου θ’ ακούω,

στο αίμα μου για πάντα μένει το δικό σου αλάτι.

 

 

 

*******************************************************

Ο Ουίλιαμ Χένρυ Ντέϊβιζ ήταν Ουαλός ποιητής και συγγραφέας, ο οποίος πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σαν άστεγος και περιπλανώμενος αλήτης στην Αγγλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά έγινε ένας από τους πιο δημοφιλείς ποιητές της εποχής του. Ο George Bernard Shaw, ένας από τους πολλούς που τον βοήθησαν στη λογοτεχνική του καριέρα, τον έχει αποκαλέσει «αυθεντικά αθώο» και συχνά οι στίχοι του φαντάζουν ναΐφ. Τα θέματά του περιελάμβαναν στοχασμούς για τις δυσκολίες της ζωής, τους τρόπους με τους οποίους αντικατοπτρίζεται η ανθρώπινη κατάσταση στη φύση, και συχνά έγραφε για τις περιπέτειες του και τους χαρακτηριστικούς τύπους που γνώρισε.