Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Metin Cengiz (1953-), Τρία ποιήματα (μτφρ. από τα τουρκικά: Σ.κι.Α)

`

Παγιδα

Κοντά σε μας, μακρια σε μας
η παγιδα που παλευουμε μεσα της
Μερικές φορές
ερχεται με πλημμύρες, με φουρτούνες
Γκρεμίζοντας ό, τι υπαρχει
δείχνει το ενα απ’τα προσωπα της
το πρόσωπο του πνιγμού
Κάπου κάπου
ερχεται με ενα γέλιο
με την αγνότητα ενός μωροό
Αθώα, ειλικρινής
με πόνο κρυμμένο κάπου βαθιά
ξανά ανοίγεται η κλεισμένη πληγή.
Δεν ξερουμε πού βρισκεται
μας δείχνει στους εαυτούς μας
μήπως λόγω του αθώου μυαλού της
μήπως λόγω της ψυχής μας;

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Marina Valieri, Οκτώ ποιήματα (μετφρ.: Έλενα Κοντογιάννη) (Α΄δημοσίευση)

Η Μαρίνα Βαλιέρι μαζί με τον σεναριογράφο-σκηνοθέτη και παραγωγό του  ντοκιμαντέρ «ΜΑΡΙΝΑ ΒΑΛΙΕΡΙ: η μικρή ανιψιά του ΚΑΒΑΦΗ», Σίμο Κορεξενίδη (τον οποίο ευχαριστούμε για την αποστολή των ποιημάτων)

`

1.HOPE
Alone I sing and in my heart
I know that none shall hear my song-
Alone I dream, my dreams are vain
And yet they help me forge along…

Alone in life I know I’ll be
And yet I cleanse my heart of fear
For when the Darkness covers me
I know whose Greetings Is hall I hear

1) ΕΛΠΙΔΑ

Μονάχη τραγουδώ
και στην καρδιά μου μέσα
γνωρίζω πως κανείς
δε θʼ ακούσει το τραγούδι μου.
Μονάχη ονειρεύομαι –
τα όνειρά μου μάταια
κι όμως με βοηθούν
δρόμο νʼ ανοίγω…

Μονάχη ξέρω
πως θα ʽμαι στη ζωή
κι όμως την καρδιά μου
από το φόβο εξαγνίζω.
Γιατί όταν το σκοτάδι
με σκεπάζει,
γνωρίζω ποιου το Κάλεσμα
ακούω μονάχα…

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Bertolt Brecht, «Τέσσερα Νανουρίσματα» (μετφρ.: Γιώργος Κεντρωτής)

–

Ι

Τη μέρα που σε γέννησα, τʼ αδέρφια σου πεινάγαν
δεν είχα σούπα να τους δώσω, κι έκλαιγαν συνέχεια.
Τη μέρα που σε γέννησα, μας έκοψαν το γκάζι·
Με φως σβηστό σʼ εδέχτη ο κόσμος μέσα στην ανέχεια.

Εννιά μες στην κοιλιά μου εγώ σε κουβαλούσα μήνες.
Με τον πατέρα σου μιλούσα – λέγαμε πώς νά ʼσαι;
Για τους γιατρούς δεν είχαμε ούτε τσακιστή δεκάρα.
Ψωμί σού φέρνω (μού ʼλεγε), ξανά πατάτες βράσε.

Τις μέρες που γκαστρώθηκα, είχαμε (θυμάμαι) θάψει
τη ζωή μας, κι είταν οι ελπίδες για δουλειά φευγάτες.
Ο Μαρξ κι ο Λένιν μοναχά μας έλεγαν με γνώση
πως είνʼ για μας το μέλλον κρατημένο: τους εργάτες.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Milo de Angelis, Ποιήματα (μετφρ.: Γιάννης Ν. Παππάς, Σωτήρης Παστάκας)

Από τη συλλογή Εκεί που είμαστε κάποτε Donzelli Ρώμη 2001

μετάφραση:Σωτήρης Παστάκας

*

Η Νήσος θα ιδωθεί μες στην ομορφιά της

Το πρόσωπο επίσης, όταν ξυπνάμε
κάθε φορά, πανικός κι αγωνία
μην και το βρούμε διαφορετικό:
ένας ολόκληρος αιώνας έτρεχε
στις γκριμάτσες του
επειδή ήταν το μοναδικό.
Ωστόσο κάποιος που σώθηκε ήδη,
αψηφώντας τις αυτοχειρίες εγγύς της κλίνης
και τα χάπια που γλιστράν από τα χέρια
κάποιος τώρα λέει:
η Νήσος θα ιδωθεί μες στην ομορφιά της
δεν έχει σημασία αν είναι από μας ή κάποιους άλλους.

*

Μόνον

Μόνον αυτή η ανάπτυξη
αδιάφορη στο βλέμμα και γεμάτη
από όσα είδε
ήταν εφικτή: αν υπάρχουν
δύο βάρκες
δεν έχει σημασία το σημείο επαφής τους,
αλλά η ομορφιά της πορείας τους στα νερά:
μόνον έτσι, μόνον τώρα,
μην ερμηνεύεις.
Κι είναι φρικτό
αλλά πρέπει να πεις όχι στο πρόσωπό του
που κλαίει και δεν καταλαβαίνει,
κι αγαπάει όπως αγάπησαν χιλιετίες ολόκληρες,
υποσχόμενος σε μια σκοτεινή βεράντα,
χαϊδεύοντάς σε ανάμεσα σε απειλητικά φυλλώματα.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Luis Rosales, Ποιήματα (μετφρ.: Βασίλης Λαλιώτης)

Η Ουλή
Σε κάθε άνθρωπο του έπρεπε να μιλάμε μια γλώσσα διαφορετική
σε κάθε φίλο του έπρεπε να μιλάμε μια γλώσσα διαφορετική
για να μπορεί να μας καταλαβαίνει,
μα η γλώσσα η προσωπική είναι τόσο πιστή στον εαυτό της,
τόσο ανεπικοινωνιακή
που οι λέξεις είναι σαν τα φέρετρα
και μονάχα μεταφέρουν από άνθρωπο σ’ άνθρωπο
την σκαλωσιά τους που ξεψυχάει
το απόθεμά τους σιωπής
και το ρόγχο τους,
όπως εκείνο το πρωί όπου
με το που κάθισα στο λεωφορείο
είδα στο πλάι μου ένα αρχαίο ρωμαϊκό νόμισμα
ένα μετάλλιο
ή μια ταφόπλακα
που μιλούσε μασώντας τις λέξεις:
ήταν μια αγρότισσα ήδη απορροφημένη
από την κακοκαιρία της νύχτας στα ψαχτά
και της ζωής στα τυφλά,
που με κοιτούσε με λιγάκι πένθος στα μάτια
σαν να ήθελε να με ντύσει καλύτερα
κι εγώ δεν ήξερα να της αποκριθώ,
κι εγώ σώπαινα δίπλα της
γιατί η προσωπική μου γλώσσα είναι τεχνητή,
λογοτεχνίζουσα κι εμφατική,
κι όπως δεν μου χρειάζεται για να μιλάω μ’ έναν εργάτη ή ένα παιδί,
κι όπως δεν μπορεί να μου δώσει άφεση
φορές πρέπει να την κρύβω όπως κρύβεται το χρήμα στο πορτοφόλι,
φορές πρέπει να σωπαίνω
όπως έκανα τότε,
νιώθοντας ξαφνικά
την έλλειψη επικοινωνίας
ίδια με το φτερούγισμα μιας νυχτερίδας
με το χτύπημά της από κουρέλι
και την αηδία της απλωμένη πάνω στο πρόσωπο
όπου το χείλος που σωπαίνει μετατρέπεται σιγά σιγά σε ουλή.
Είναι ένας πόνος που μας ενώνει στις λέξεις

Διαβάστε περισσότερα