Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Massimiliano Damaggio, «Πέντε Ελληνίδες ποιήτριες» (μτφρ: Ευαγγελία Πολύμου)

Χρύσα Αλεξίου, Σοφία Γιοβάνογλου, Έφη Καλογεροπούλου, Γλυκερία Μπασδέκη, Βάσω Χριστοδούλου

Βιώνουμε πλέον μια προχωρημένη διαδικασία αποσύνθεσης της κοινωνίας σε άτομα, που επηρεάζει βαθιά τη δημιουργική σφαίρα, και ιδιαίτερα την ποίηση. Η μιντιακή-ψηφιακή κατάργηση των ορίων μεταξύ χώρου και χρόνου, η εισροή αυτών στην καθημερινή ζωή, που καθιστούν το χρόνο μας έναν τόπο όπου συγκλίνουν όλοι οι χρόνοι και όλοι οι τόποι, έχει δημιουργήσει άτομα ασταθή, ημιτελή τα οποία διατηρούν μιαν αμυδρή μνήμη της δικής τους κοινωνικής λειτουργίας και του «δικού» τους περιορισμένου χρόνου. Αυτό ως επί το πλείστον συμβαίνει στις περισσότερο εκβιομηχανισμένες χώρες, που τώρα μπορούν να προσδιοριστούν ως «απουσίες τόπων» τεραστίων διαστάσεων. Σε αυτή την «εγκατάλειψη», όποιος γράφει ποίηση καλείται να επανερμηνεύσει μια πραγματικότητα που δεν μπορεί εύκολα να υπάρξει. Το αποτέλεσμα είναι συχνά μια ποίηση «απούσα», σαν να αιωρείται σε μια αιθέρια υπέρ – πραγματικότητα, τόσο «ρευστή», όσο ο επίκαιρος «νεοτερισμός» του Ζίγκμουντ Μπάουμαν. Για να βρούμε κάτι το διαφορετικό, πρέπει να βγούμε από την Ευρώπη ή καλύτερα από τους «παγκοσμιοποιημένους» τόπους και να πάμε να σκάψουμε εκεί όπου η γλώσσα εξακολουθεί να είναι ανταλλαγή θεμάτων, εμπειριών, περιβαλλόντων κι αίσθησης κοινών.

Η Ελλάδα δεν ανήκει πλέον σε αυτούς τους τόπους. Απόδειξη οι συγγραφείς που μεταφράζονται και παρουσιάζονται εδώ, συγγραφείς οι οποίες μοιράζονται μια κοινή διαφορετικότητα. Όποιος αναζητούσε σε αυτές τις φωνές κάτι τις «ελληνικό» ή μια θεώρηση της δραματικής οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας σήμερα, θα έμεινε απογοητευμένος. Αν μη τι άλλο, τη διαφορά μεταξύ του «εμείς» και «αυτοί» μπορούμε να την αντιπαραβάλλουμε σε γλωσσικό επίπεδο, στο πώς η καθεμιά από αυτές τις ποιήτριες έρχεται αντιμέτωπη με μια ευέλικτη γλώσσα, μουσική και πλούσια, που είναι βαθιά συνδεδεμένη με μια ιστορική συνέχεια που διαρκεί περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια. Όλα τούτα δεν μπορούν να μεταφραστούν στα ιταλικά. Δεν είναι δυνατόν ένας Ιταλός αναγνώστης να νιώσει αυτή τη διαφορά σε σχέση με την ποίηση μας, πιο φτωχή και περιορισμένη, όχι βέβαια υπό έννοια δημιουργική, αλλά γραμματική και χρονική. Όποιος γράφει στα ελληνικά νιώθει στην ίδια τη λέξη μιαν ακολουθία όχι μόνο γλωσσική, αλλά εσωτερική: υπάρχει, σε μια κοινωνία που πηγαίνει πέρα από τον τόπο και το χρόνο. Ιδιαιτερότητα που ορισμένοι αποκαλούν «ελληνικότητα». Μέσα στη σύγχρονη αποσύνθεση, ένας Έλληνας καταφέρνει να διατηρήσει μια ταυτότητα διότι ανήκει στην ίδια γλώσσα. Υπό την έννοια αυτή, το να διαβάζουμε σήμερα Πλάτωνα ή Ρίτσο σημαίνει ότι διαβάζουμε δύο σύγχρονους συγγραφείς.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Lautreamont, «Γέρο Ωκεανέ», (μετφρ.-επίμετρο: Kώστας Ριτσώνης)

`


ΓΕΡΟ ΩΚΕΑΝΕ

Γέρο ωκεανέ, ω μεγάλε εργένη, όταν περιοδεύεις την πομπώδη μοναξιά των ψυχρών σου βασιλείων, σωστά περηφανεύεσαι για τη μεγαλοπρέπειά σου την έμφυτη και για τους αληθινούς επαίνους που με βιασύνη θέλω να σου κάνω. Ταλαντευόμενος με ηδονή από τα μαλακά απονέρια του αργοπορημένου μεγαλείου σου που είναι το πιο επιβλητικό από τα προτερήματα που σου χάρισε ο δημιουργός, ξετυλίγεις, στη μέση ενός σκοτεινού μυστηρίου, πάνω σε ολόκληρη τη θεσπέσια επιφάνειά σου τα ασύγκριτά σου κύματα, ήσυχος κι όλο σιγουριά για τη παντοτινή σου δύναμη. Αυτά παράλληλα πηγαίνουν, λίγη η απόσταση που τα χωρίζει κι όταν το ένα γίνεται μικρό πάει το άλλο και το συναντά για να το μεγαλώσει, τα συντροφεύει ο θόρυβος ο μελαγχολικός του αφρού που λιώνει και όλα είναι αφρός αυτό μας λένε.< Έτσι, κι οι υπάρξεις οι ανθρώπινες, αυτά τα κύματα τα ζωντανά, η μια μετά την άλλη, με τρόπο μονότονο πεθαίνουν, αλλά χωρίς να κάνουν οι αφροί τους θόρυβο.> Με εμπιστοσύνη το αποδημητικό πουλί πάνω τους ξεκουράζεται κι εγκαταλείπεται στις δικές τους τις κινήσεις που όλο περηφάνεια του κάνουν το χατίρι μέχρι που τα κόκαλά του κι οι φτερούγες του να ξαναβρούν τη δύναμη την απαραίτητη για το μεγάλο ταξίδι στον αέρα. Και η ανθρώπινη μεγαλοπρέπεια θα το ʼθελα να είναι η ενσάρκωση της αντανάκλασής σου. Γυρεύω πολλά, κι αυτή η ειλικρινής ευχή είναι δοξαστική για σένα. Το ηθικό σου μεγαλείο, εικόνα του απέραντου, είναι τεράστιο όπως οι διαλογισμοί του φιλοσόφου, όπως ο έρωτας της γυναίκας, όπως η θεία ομορφιά του πουλιού, όπως οι σκέψεις του ποιητή. Είσαι πιο ωραίος κι απʼ τη νύχτα. Απάντησέ μου, ωκεανέ, θέλεις να γίνεις αδερφός μου; Κινήσου ορμητικά λοιπόν…πιο πολύ…ακόμα πιο πολύ, αν θες με την εκδίκηση του Θεού σύγκριση να σου κάνω` μάκρυνε τα γαμψά σου μαύρα νύχια και ένα δρόμο πάνω στο ίδιο σου το στήθος να χαράξεις…έτσι, σωστά. Ξετύλιξε τα τρομερά σου κύματα, φριχτέ ωκεανέ, μονάχα εγώ σε έχω καταλάβει και μπρος στα γόνατά σου πέφτω και προσκυνώ. Το μεγαλείο που έχει ο άνθρωπος του είναι δανεικό` ποτέ δε θα μου το επιβάλλει: αλλά εσύ, ναι. Aχ! όταν προχωράς με ψηλά το τρομερό κεφάλι σου, τριγυρισμένος από την ακολουθία των ύπουλων νερών, άγριος και μυστηριώδης, κυλώντας τα κύματα το ένα πάνω στʼ άλλο κι αυτό που είσαι εσύ πολύ καλά το ξέρεις, αυτή την ώρα μέσα από τα βαθιά σου στήθια σου ξεφεύγει το μούγκρισμα το ασταμάτητο, λες κι οι μεγάλες τύψεις σε έχουν ταπεινώσει και οι άνθρωποι τόσο πολύ φοβούνται, ακόμα κι όταν σε ατενίζουν, με ασφάλεια, τρέμοντας πάνω στην ακτή, και τότε το βλέπω πως εγώ δεν έχω το εξαίρετο δικαίωμα, να λέγομαι όμοιος με σένα. Να γιʼ αυτό το λόγο μπρος στην ανωτερότητά σου, θα ʼδινα όλο τον έρωτά μου < και για την ομορφιά κανείς δεν ξέρει οι φιλοδοξίες μου τι ποσότητα έρωτα περιέχουν >, εάν δε μʼ έκανες με πόνο να σκέφτομαι τους συνανθρώπους μου, που μαζί με σένα σχηματίζουν την πιο ειρωνική αντίθεση, την πιο αστεία εναντίωση που είδαμε μέσα στα χρόνια της δημιουργίας: δεν μπορώ πια να σε αγαπώ, για σένα έχω απέχθεια. Γιατί σε σένα να ξαναγυρίζω, για χιλιοστή φορά, στα χέρια σου τα φιλικά, που ανοιγοκλείνουν, για να χαϊδέψουν το μέτωπό μου το καυτό, που βλέπει τον πυρετό να χάνεται μόλις το ακουμπήσουν! Το πεπρωμένο σου το μυστικό δεν το γνωρίζω` ότι σε αφορά με ενδιαφέρει. Πες μου λοιπόν είσαι του πρίγκιπα των σκοταδιών η διαμονή…Πες το μου…πες το σε μένα, ωκεανέ < σε μένα μόνο, για να μη λυπούνται αυτοί που γνώρισαν μόνο τις ψευδαισθήσεις>, αν η αναπνοή του Σατανά φτιάχνει τις τρικυμίες που τα νερά σου τα αρμυρά μέχρι ψηλά στα σύννεφα σηκώνουν. Πρέπει να μου το πεις, και θα γεμίσω με χαρά όταν θα μάθω πόσο κοντά στον άνθρωπο είναι η κόλαση. Θέλω αυτή να είναι η τελευταία στροφή της ικεσίας μου. Γιʼ αυτό το λόγο, γιʼ ακόμα μια φορά, θέλω να σε χαιρετήσω και θα σου πω αντίο! Γέρο ωκεανέ, με τα κρυσταλλένια κύματα… Τα μάτια μου άφθονα δάκρυα γεμίζουν, δεν έχω τη δύναμη να συνεχίσω` γιατί αισθάνομαι πως ήρθε η στιγμή που θα γυρίσω πίσω στους ανθρώπους, με την εμφάνισή τους τη θηριώδη` αλλά… κουράγιο! Ας κάνουμε μια μεγάλη προσπάθεια και με το αίσθημα του καθήκοντος τον προορισμό μας πάνω σε αυτή τη γη να τον ολοκληρώσουμε. Σε χαιρετώ! γέρο ωκεανέ!

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ted Hughes, Δύο ποιήματα (Μτφρ: Θεοδώρα Φελέρη)

`

Ερωτικό

Την αγαπούσε, τον αγαπούσε.
Τα φιλιά του ρούφηξαν ολάκερο το παρελθόν και το μέλλον της ή το προσπάθησαν
Αυτή η μόνη του όρεξη
Τον δάγκωσε, τον ροκάνισε, τον ρούφηξε
Τον ήθελε ολοκληρωτικά μέσα της
Ασφαλής και σίγουρο για πάντα
Τα μικρά τους βογγητά φτεροκοπούσαν στις κουρτίνες
Τα μάτια της δεν ήθελαν τίποτα να τους ξεφύγει
Το βλέμμα της καρφώθηκε στα χέρια, τις γροθιές, τους αγκώνες του
Την γράπωσε δυνατά έτσι ώστε η ζωή
Να μην την παρασύρει μακριά απʼ αυτή τη στιγμή
Ήθελε ολάκερο το μέλλον να παύσει
Ήθελε να σωριάσει τα χέρια του γύρω της
Πέρα από το χείλος της στιγμής, στο πουθενά
Είτε παντοτινά είτε όσο κρατούσε
Η αγκάλη της, ένα πελώριο πιεστήριο
Ώστε να τον αποτυπώσει στα κόκκαλα της
Το χαμόγελό του, η σοφίτα ενός κόσμου παραμυθένιου
Όπου δεν θα εισχωρούσε ποτέ ο αληθινός
Το χαμόγελό της ήταν δαγκωματιά αράχνης
Ώστε να παραμείνει ακίνητος ωσότου εκείνη πεινάσει
Τα λόγια του ήταν στρατός κατοχής
Το γέλιο της, απόπειρες δολοφόνου
Το βλέμμα του, σφαίρες, στιλέτα εκδίκησης
Οι ματιές του, φαντάσματα στην γωνιά με φριχτά μυστικά
Οι ψίθυροί του, μαστίγιο και στρατιωτικές μπότες
Τα φιλιά της, δικηγόροι που έγραφαν διαρκώς
Τα χάδια της, οι τελευταίοι γάντζοι ενός ναυαγού
Τα κόλπα του έρωτά της, ήχοι κλειδαριάς
Ενώ τα βαθιά κλαψουρίσματά τους έρπονταν στα πατώματα
Σαν ένα ζώο που σέρνει ένα τεράστιο δόκανο
Οι υποσχέσεις του, χειρουργική μάσκα
Οι υποσχέσεις της, ξερίζωσαν την κορυφή του κρανίου του∙
Θα έφτιαχνε ένα στολίδι με αυτό
Οι όρκοι του εξασθένησαν όλες της τις δυνάμεις
Της έδειξε πώς να φτιάχνει έναν κόμπο αγάπης
Στο πίσω μέρος του μυστικού της εσωρούχου
Οι κραυγές τους σφήνωσαν στον τοίχο
Τα κεφάλια τους χωρίστηκαν πέφτοντας για ύπνο, σαν δύο μισά
Ενός κομμένου πεπονιού, όμως ο έρωτας δύσκολα σταματά
Στον περιπλεγμένο τους ύπνο, αντάλλαξαν χέρια και πόδια
Στα όνειρά τους, τα μυαλά τους πήραν όμηρο το ένα το άλλο
Και το πρωί φορούσαν ο ένας το πρόσωπο του άλλου

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Alda Merini, «Η σάρκα των αγγέλων» (μετάφραση – επίμετρο: Ευαγγελία Πολύμου)

«Δεν μου λείπει εκείνο που έδειχνες ότι ήσουν,
μου λείπει εκείνο που νόμιζα ότι ήσουν.» Α.Μ.

Η σάρκα των αγγέλων

1.

Λένε πως η γένεση του Παραδείσου ήταν η ιστορία μιας άγνωστης αγάπης που κάποια στιγμή αποδέσμευσε τα φτερά της από το γήινο φλοιό, κι έτσι, παγώνοντας η γη, φανερώθηκαν, πέρα από τις βιβλικές δοξασίες, τα πρώτα πετάγματα των αγγέλων.

2.

Απόψε ονειρεύτηκα τον έρωτα
ήταν τρυφερός σαν εσάς
και δίχως σάρκα,
αλλά η ανάσα του γέμισε τις νύχτες μου
με απελπισία και τραγούδι.
Έτσι είναι το χέρι σας που χαϊδεύει τους ταπεινούς
και τους κάνει σιωπηλούς σαν εκείνους που
μολονότι υποφέρουν
δεν ήρθε ακόμα η ώρα τους να πεθάνουν.
Όμως τι είναι ο θάνατος
αν όχι ένα μεγάλο δέντρο ολόγιομο τραγούδι;
Ονειρεύτηκα έναν άντρα
αλλά τον άντρα εκείνον, τον είχε πλάσει όλον ο Θεός.
Μέρος εκείνου του άντρα ήτανε μες
στο στόμα σας.
Κι όλοι οι άντρες αγαπήθηκαν
απʼ τους αγγέλους
που τους καταβρόχθισαν
μες στην απέραντη αγάπη τους.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Charles Dobzynski, Ποιήματα (μτφρ-επίμετρο: Ανδρονίκη Δημητριάδου)

`

Απόσπασμα από το ” Χρονικό της εποχής που έρχεται “

Έχασα το δρόμο μου
τον καιρό της αδράνειας
και γύρευα ανάσα
στα στενά της αναμονής ,
σκόρπιος μεταξύ ανθρώπων,
δεξαμενών και καταιγίδων,
ζώντας από σταθμό σε σταθμό,
στα υπόγεια, στις κοιλότητες
της βροχής και των χαμόγελων`
ο πόλεμος, όμως, αρουραίος,
με ακολουθούσε στους υπονόμους
των πιο μυστικών στιγμών.

Έχασα το δρόμο μου
κάποτε σε σταυροδρόμι.
Έσπασα
της ζωής την πυξίδα.
Πανικόβλητα
μεθυσμένα γρανάζια οι δρόμοι,
στις καρδιές και στα βιβλία`
Κανένα θαύμα,
να ανακαλύψω χρειαζόμουν
ένα πάθος πολιτικό,
την υπερηφάνεια της ανθρωπιάς
να μάθω – ταινία να γίνω
προβαλλόμενη σε άλλες ζωές.

Και άκουγα κάποιον να λέει`
Η συνείδηση, η επίγνωση,
δεν είναι μια γη του πουθενά,
όπου δεν ακούγεται η φωνή σου`
Οι λέξεις φύλλα βαραίνουν
από δασικές ουλές,
από ακούραστα βήματα,
από χυμούς που ρέουν απαλά
στην κλεψύδρα των κέδρων.
Σταμάτα, ηρέμησε, ησύχασε, πάψε
να παίζεις με τον άνεμο`
η νιότη είναι υπόσχεση,
η θέση σου είναι στην άνοιξη.

© Ένωση Συγγραφέων

Διαβάστε περισσότερα