John Keats, Ποιήματα (Μετάφραση-επίμετρο: Γιώργος Πολυχρόνης)
26Νοε
[Αφού από νεφέλες ζοφερές ασφυκτιούσε η γη]
Αφού από νεφέλες ζοφερές ασφυκτιούσε η γη
για θλιβερή μια εποχή, μια μέρα φτάνει ξαφνικά
που γέννησε γλυκά ο Νότος, αποδιώχνοντας μακριά
απ’ τους άρρωστους ουρανούς κάθε κηλίδα ρυπαρή.
Ο μήνας να αποφορτωθεί τους πόνους του πια προσδοκεί,
και παίρνει, σαν χαμένο του δικαίωμα, την ξεγνοιασιά
του Μάη· παίζουν τα βλέφαρα με την περαστική δροσιά
σαν ροδοπέταλα με στάλες από μια θερινή βροχή.
Οι πιο γαλήνιες σκέψεις μας γεννιούνται: πώς πια ξεπετούν
τα άνθη οι βλαστοί – καρποί που ωριμάζουν ήρεμα –
στα στρέμματα οι φθινοπωρινές αχτίδες πώς γελούν –
μια σαπφική παρειά – ένα παιδί που αναπνέει γλυκά –
άμμος που, λίγη-λίγη, μες σε μια κλεψύδρα αργοδιαβαίνει –
ένα ρυάκι γαργαροκυλά – ένας ποιητής πεθαίνει.
(After dark vapors have oppress’d our plains, 1817)
Η θάλασσα
Σ’ έρημα ακρογιάλια μ’ έναν ομιλεί ψιθυρισμό
αέναο, και πλημμυρίζει, με τη φουσκοθαλασσιά,
χίλιες χιλιάδες σπήλαια, ως, με το πρόσταγμα ξανά,
λες, της Εκάτης, πιάνουν το παλιό, υπόκωφο βουητό.
Κάπου-κάπου γαληνεύει, αφήνει πλήρως το θυμό,
και το μικρότερο κοχύλι δεν κινείται απ’ τη γωνιά
όπου ξεβράστηκε, μέρες ολόκληρες, απ’ τη φορά
την ύστατη που βγήκαν οι αγέρηδες απ’ τον ασκό.
Όσων –λέω– τα μάτια έχουν βαρύνει, έχουν κουραστεί,
αφήστε τα να τραφούν στης θάλασσας την απεραντοσύνη·
κι όσων τ’ αυτιά, από οχλοβοές που θορυβούν
γέμισαν πια, ή από πυκνή κι ασφυκτική μια μουσική,
αφουγκρασθείτε τον αχό πλάι σ’ ενός άντρου τη γαλήνη,
ώσπου ν’ ακούσετε χορό τις νύμφες, λες, να τραγουδούν.
(On the Sea, 1817)
Διαβάστε περισσότερα








