Γρηγορία Πούλιου, «Καρδιά Νεκρή Σε Κόσμο Νεκρό», εκδ. Οδός Πανός, 2010 (γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)
10Σεπ
`
Το χρυσό αιγυπτιακό παιδί που κοσμεί το εξώφυλλο της τέταρτης συλλογής ποιημάτων της Γρηγορίας Πούλιου , προβεβλημένο μέσα στο ολόμαυρο πλαίσιο , δίνει από την αρχή , από τον εξωκειμενικό κόσμο , τη δυνατή εντύπωση της ακινησίας . Ακινησία την οποία μαρτυρεί και ο τίτλος της συλλογής , στον οποίο τα δύο κυρίαρχα ουσιαστικά , η Καρδιά και ο Κόσμος καταλήγουν οριζόντια και χιαστί στο επίθετο « νεκρός» . Η ακινησία αυτή , ωστόσο , με την ανάγνωση των ποιημάτων , περιορίζεται στη συναισθηματική κατάσταση της ποιητικής φωνής , η οποία βιώνει μονίμως το συναίσθημα της απώλειας της αγαπημένης μορφής .Έτσι , το εσωτερικό τοπίο των ποιημάτων προβάλλει στο παρόν απονεκρωμένο , γυμνό από το πάθος , και η όποια κίνηση απωθείται στο παρελθόν και στη μνήμη του ποιητικού υποκειμένου . Κάτω από το πρίσμα αυτό , το αγαπημένο πρόσωπο παρουσιάζεται ως σκιά , χωμένο στο ημίφως , ταυτισμένο με τη στέρηση , ιδεώδες , εγκλωβισμένο στο χώρο της δυνατότητας ή της βιωμένης ενέργειας , παρά ως ζώσα κατάσταση , ως δρών και πάσχον υποκείμενο.
Ο χρόνος που επιλέγεται είναι συνήθως η νύχτα , η οποία είναι οδυνηρή [έχει το πρόσωπο ενός καμικάζι] , ύπουλη , έρπει γύρω από την ποιητική φωνή , την οδηγεί στην ασφυξία , στη λαχτάρα της απελευθέρωσης . Οι σκιές της κουβαλούν παρελθόντες εραστές , τα χρώματά της συμπορεύονται με τις εσωτερικές διαθέσεις , και ενώ εδώ τα πάντα σχεδιάζονται και λειτουργούν μέσα στο πλαίσιο ενός ποιητικού ρεαλισμού , υπάρχουν αχνές συμβολιστικές πινελιές ,που συμβάλλουν στη δημιουργία ατμοσφαιρικών σκηνικών μέσα στα οποία οι στίχοι αποκαλύπτουν την αλήθεια τους . Υπάρχει έπειτα διάχυτο σε πολλά σημεία το στοιχείο της εσωστρέφειας , το οποίο εκδηλώνεται είτε ως μία κίνηση επιστροφής σε κεκτημένες συγκινήσεις είτε με το μορφικό σχήμα του μονολόγου είτε με μία διάθεση συναισθηματικού απολογισμού για το ποιόν και την ένταση των ερωτικών παθών που προηγήθηκαν είτε ως κατάσταση εγκλωβισμού .
`
Όταν μάλιστα ο λόγος περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα , η πορεία , όχι ακριβώς γραμμική , που ακολουθεί η ποιήτρια βασίζεται στο τρίπτυχο : Αναπόληση του πάθους => ανάπλασή του μέσω της κατασκευής ενός ειδώλου , με στόχο την αναζήτηση ενός γιατρικού => απονέκρωση των αισθημάτων . Στο πρώτο σκέλος του τρίπτυχου ανήκουν τα ποιήματα «Εκείνο το απόγευμα» , στο οποίο η συνειρμική μεταφορά στον οργασμό ολοκληρώνει την παραστατική λεηλασία του σώματος από το ποθητό πρόσωπο [Φούσκωναν οι φλέβες /Έτριζαν τα δόντια / Κτυπούσαν σα ταμπούρλα τα μελίγγια / Κι έσταξε η χαλασμένη βρύση στην κουζίνα / πλημμυρίζοντας νερά] , «Σχέση πάθους» ,όπου η παράνομη σχέση παραλληλίζεται με το πρωτόπλαστο θαύμα της συνένωσης και τον προπατορικό πειρασμό [Σμίγαμε συχνά τα βράδια / κρυφά σαν δυο εξόριστοι πρωτόπλαστοι /πίνοντας , δίχως ενοχές / δυνατό χυμό / από τον απαγορευμένο καρπό ], «Χωρίσαμε ένα βράδυ που’ βρεχε» , όπου το βαρύ εξωτερικό τοπίο – με τα σύννεφα , τους κεραυνούς και τη μπόρα – λειτουργεί ως ανεστραμμένη απεικόνιση της εξωτερικής καταιγίδας [ Σαν καντηλέρια βαριά , τα σύννεφα / κρέμονται πάνω από το κεφάλι μου /Αποπνιχτική βραδιά / Κεραυνοί ηλεκτρίζουν το μυαλό μου].
`














