Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Βασίλης Ζηλάκος, «Βυθισμένη», εκδ. Οδός Πανός, 2020 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

 

Η ποίηση του Βασίλη Ζηλάκου από την πρώτη του ποιητική συλλογή, «Η κούπα του τσαγιού», εκδ. Οδός Πανός, 2010 ακολουθεί μια σταθερή πορεία στο ταξίδι της γλώσσας μέσα στη γλώσσα, στη μεταφυσική ως μια φυσική καταβολή του ανθρώπου –κατά τον Kant-, στον λυρικό και μυστικιστικό οργασμό που περιορίζει τη στείρα λογοκρατική αντίληψη και που συνταιριάζει φιλοσοφικά και θεολογικά ρεύματα και διάφορους –ισμούς σε μια ταυτότητα ελληνική και σύγχρονη- όχι επικαιρική.

Οι θιασώτες του νεό-μοντερνισμού και της εξάλειψης των επιθέτων, της αχρήστευσης της γλώσσας ως μέσο εξυπηρέτησης μιας απογυμνωμένης σάρκας που επιχειρεί με την επιτηδευμένη απλότητα και τη χρήση καθημερινού λόγου να προσγειώσει αντί να απογειώσει την αυταξία του ποιήματος κατεβάζοντάς τη στο ύψος της άμεσης γραφής κοινωνικής δικτύωσης (θαυμάζοντας του ανόητου τον θαυμασμό, όπως θα έλεγε και ο Boileau) είναι σίγουρο πως δεν θα αντέξουν και πάλι να διαβάσουν ούτε την πρώτη σελίδα από αυτό το πυκνό βιβλίο. Ο ποιητής όμως «Μέσα στην άλλη καθαρότητα, / δίχως οίκτο, θα γελάσει».

Δεν μπορούν να συλλάβουν την ξάστερη ομορφιά των παρορμήσεων της προεμπειρικής υπερβατολογικής τέχνης του Ζηλάκου, «Μακάριο ό,τι φανερώθηκε δίχως να έχει γεννηθεί», ζώντας μέσα στο στενό χωρο-χρόνο της ζωής και όχι της γλώσσας τους: «Την εποχή μαρτύρει / έχοντας από πείνα κι από δίψα καταπαύσει» όπως γράφει.  Ζώντας στον αγχώδη υπαρξιακό τους προσδιορισμό και όχι στην υπαρξιστική φιλοσοφία της διαχρονικής αναζήτησης του «ωραίου» με την τραγωδία της επίγνωσης του άχθους του, όπως συμβαίνει στη «Βυθισμένη»: «Απάγκιο της ευτυχίας είναι η ελεγεία», γράφει για να συμπληρώσει αλλού: «Δεν έχω φτάσει ακόμη εκεί αλλά θα φτάσω». Δεν μπορούν να αισθανθούν τον ερωτισμό που πραγματικά αγωνιά: «Πάνω στις στάχτες/ με τα πέταλα κλεισμένα/ το Ρόδο κόκκινο προσμένει» έχοντας οι ίδιοι διαβρωθεί από τον ακαριαίο λόγο του συναισθήματος που ψευδό-αγωνιά για τη γρήγορη αποδοχή ως  μέσο θλιβερής αυτοεπιβαίωσης.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δημήτρης Κοσμόπουλος, «Pixels», εκδ. Κέδρος, 2020 (γράφει ο Παναγιώτης Αριστοτελίδης)

 

 

 

Εικονοστοιχεία μιας πανδημίας χρόνιας και μίας προσωρινής – για τη συλλογή «Pixels» του Δημήτρη Κοσμόπουλου

 

Πίξελ είναι το μικρότερο στοιχείο εικόνας που μπορεί να εμφανιστεί, ο φωτοβολών κόκκος[1]. Σα να λέμε το αυτό που δεν τέμνεται περαιτέρω, το άτομο. Το άτομο που φαίνεται στο απέναντι παράθυρο ή στο παράθυρο του υπολογιστή, εν μέσω πανδημίας. Σ’ αυτήν την πανδημία του κορωνοϊού, αλλά και σε άλλες, διαρκέστερες, του πολιτισμού μας, είναι αφιερωμένα τα ποιήματα της εν λόγω συλλογής. Αν με το «Θέριστρον» ο Δημήτρης Κοσμόπουλος θέρισε ό,τι σπόρο έμμετρης φόρμας έσπειρε σε προηγούμενες συλλογές, με τα «Pixels», κάνει την συγκομιδή– τα στάχια του Τάκη Σινόπουλου στο εξώφυλλο, το επιμαρτυρούν.

Εισερχόμενος στη συλλογή ο αναγνώστης, αντικρίζει το εσωτερικό ενός σπηλαίου, υπό το φως κεριών:  «Τότε γυμνός από θορύβων παραισθήσεις/ ανέστιος εισοδεύεις στη σπηλιά σου / ανάβοντας κερί την σιωπηλή μιλιά σου / με την ψυχή σου λαβωμένη απ’ τις ειδήσεις» . Και αλλού: «Μπάζα σκεπάζουν την σπηλιά του καθενός. / Τηλεοράσεις παλαιές, τάμπλετς και κινητά». Η σπηλιά ως απείκασμα του βαθύτερου εαυτού μας, την ακρόαση του οποίου παρεμποδίζει ο ορυμαγδός της πληροφορίας, στην εποχή των εικόνων («Στο γυάλινο κλουβί μας πια ο αέρας δεν περνά, / (…) μαζούτ των πληροφοριών ως πάνω μάς γεμίζει»). Το «πίξελ» εκφράζει εξάλλου και αυτήν την χαρακτηριστική πολυδιάσπαση, την μη ευοδωτική για εμβάθυνση και αυτογνωσία.

Σ’ αυτόν τον εγκλεισμό ήρθαμε αντιμέτωποι και με τον φόβο του πρωτογονισμού, της παλινδρόμησης στην εποχή των σπηλαίων, ένεκα τηςελαχιστοποίησης του δημοσίου χώρου παραγωγής κοινού νοήματος. Ο ποιητής διαισθανόμενος αυτόν τον κίνδυνο ζητά να φτάσει «στου κρυφού του χρόνου τη σπηλιά»: «Μικρό που είσαι, / Σπήλαιο κρυμμένο, / πάντοτ’ αναμμένο / σε χρόνο άλλο, έξω απ’ το χρόνο». Ψάχνει δηλαδή μια λύση στο υπερβατικό, έναν εφημερεύοντα Θεό μέσα στη νύχτα του λοιμού (« Η λοιμική απλώνει σε κάμπους και βουνά… / Στις άδειες πόλεις ησυχία κοιμητηρίων»).

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αντώνης Μπαλασόπουλος, «Πολλαπλότητες του Μηδενός», Σαιξπηρικόν, 2020 (γράφει ο Χρίστος Χατζηιωάννου)

 

 

Διαβάζοντας τον τίτλο της πρώτης ποιητικής συλλογής του Αντώνη Μπαλασόπουλου, Πολλαπλότητες του Μηδενός (Θεσσαλονίκη, Σαιξπηρικόν, 2020), διερωτάται κανείς αν τα ποιήματα έχουν γραφτεί με το βλέμμα του ποιητικού υποκειμένου καρφωμένο στο Μηδέν. Αν ο ποιητής, απογοητευμένος από τον κόσμο, κοίταξε κατάματα το εκτυφλωτικό Μηδέν, και στρέφοντας το βλέμμα αλλού αποτύπωσε τη σκιά του ερέβους παντού.

 

Οι Πολλαπλότητες του Μηδενός όντως μετέχουν στην παράδοση του Μηδενισμού, συμμεριζόμενες την διάγνωση ενός Νίτσε (και των επιγόνων του), ότι ο 19ος και 20ος Αιώνας κατέδειξε την υπαρξιακή και πολιτική ένδεια του Δυτικού κόσμου. Όμως οι Πολλαπλότητες μετέχουν οριακά σε αυτή την παράδοση, και μόνο στον βαθμό που η γόνιμη διαλεκτική τους το επιτρέπει. Με άλλα λόγια, η «ταύτιση» με τον φιλοσοφικό Μηδενισμό είναι μόνο κατ’ όνομα, διότι η διανοητική και πολιτική πορεία που προοικονομούν οι Πολλαπλότητες είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από τον Μηδενισμό.

Για να υπερβληθεί το Μηδέν πρέπει πρώτα να διασχιστεί. Η αναμέτρηση με το Μηδέν ακόμα επείγει. Αυτό που διαχωρίζει τις Πολλαπλότητες από τον φιλοσοφικό Μηδενισμό έγκειται στον τρόπο που προσλαμβάνεται το Μηδέν.Ο παραδοσιακός φιλοσοφικός Μηδενισμός θέτει ένα ενιαίο Μηδέν που εκδηλώνεται είτε ως βούληση-για-δύναμη (Νίτσε) είτε ως πλαίσιο αποδιαφοροποίησης όντων(Χάιντεγκερ). Συναφώς, υπάρχει η δυνατότητα το Μηδέν να συλλαμβάνεται αθρόα ως «όλον»είτε μέσω μιας ιδιότυπης κατηγοριακής εποπτείας είτε μιας θεμελιώδους διάθεσης. Έτσι, το Μηδέν συγκεντρώνεται και διαγιγνώσκεται «καθαρό», απομονώνεται, συμμαζεύεται από τη διασπορά, και ενσωματώνεται πλήρως ως Τρόμος, από ένα υποκειμενικό πόλο που στερείται διαφοροποίησης από το πραγματικό. Έτσι, το υποκείμενο παραμένει εγκλωβισμένο στον Μηδενισμό και ο τελευταίος παρατείνεται, εκπληρώνεται μέσα από την επιτέλεση της ίδιας της διάγνωσης. Σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Στις Πολλαπλότητες το Μηδέν δεν συγκεντρώνεται—παραμένει διεσπαρμένο και διαλεκτικό.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αλμανάκ Ποιείν 2020: Τα 4+1 ποιητικά βιβλία (γράφει ο Δημήτριος Μουζάκης)

1. Αλεξία Καλογεροπούλου, Μεθεόρτια Έθιμα, 24γράμματα

 

Δίχως να επισημαίνει νέους ορίζοντες στη δεύτερη της απόπειρα, η Αλεξία Καλογεροπούλου διατηρεί τις αρετές της πρώτης και στο νέο της πόνημα: αισθαντικότητα, ευστοχία κι απέριττη εκφραστική στρατηγική. Το βιβλίο της διαβάζεται απνευστί απ’ άκρη σε άκρη, αφήνοντας γεύση γλυκιά στα χείλη, σαν πεταχτό φιλί από ένα κορίτσι που ποθείς πολύ. Στο μέλλον αναμένω περισσότερο πάθος και μεγαλύτερο ρίσκο από εκείνη, μακριά από την ασφάλεια του πρώτου σκαλιού που έχει σαφώς κατακτηθεί. Ένα πεταχτό φιλί δεν μπορεί να ’ναι ποτέ αρκετό στον έρωτα της γραφής.

ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Να του πω ότι γέρασε ήθελα.
Μα δεν τολμούσα.

ΦΘΑΡΜΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Όταν περάσει ο έρωτας
τα άνθη
δεν θυμίζουν πια Άνοιξη,
μα μνήμα.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αλέκος Ε. Φλωράκης, «Τα ορατά και τα αόρατα- Ποιήματα 1968-2018», εκδ. Γαβριηλίδης, 2020 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής) [Β’ ΜΕΡΟΣ]

Το Α’  ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ:

 

 

Αλέκος Ε. Φλωράκης, «Τα ορατά και τα αόρατα- Ποιήματα 1968-2018», εκδ. Γαβριηλίδης, 2020 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής) [Α’ ΜΕΡΟΣ]

 

 

 

  1. Ο σαρκασμος, η καυστικη σάτιρα και η ανελέητη κριτικη-του, είναι έκδηλα και στην έκτη συλλογη-του που τιτλοφορείται Στους αντίποδεςή περι αντιστροφης (2002), που ανοίγει τις σελίδες-της με το μότο «Τα γυρίζω ανάποδα για να σταθουν όρθια», που ανήκει στο δαιμόνιο Γιάννη Σκαρίμπα,και το οποίο μότο προϊδεάζει τον αναγνώστη γι΄αυτο που θα ακολουθήσει ή που θα συναντήσει μέσα στις σελίδες αυτης της συλλογης.

Ο Αλ. Φλωράκης, με στίχους σκωπτικους και παιγνιώδεις, που καταλήγουν στο τέλος αδυσώπητα αιχμηροι, σαρκάζεικαι εδωτην απερίγραπτη απληστία και ξενομανία των Ελλήνων, που παρασύρει και εξαφανίζει στο πέρασμά-της ό,τι γνήσιο και αληθινο υπάρχει στον ελληνικο χώρο. Εκείνο όμως που η ξενομανία σταθερα σιγοτρώει, χωρις να το αντιλαμβανόμαστε, είναι την πολύχρονη και πλούσια Ελληνικη Παράδοση, γεγονος που επιφέρει, με τον καιρο, και την αλλοίωση της ταυτότητας του γεωγραφικου χώρου αλλα και της ταυτότητας των ανθρώπων που κατοικουν σε αυτο τον χώρο. Θα γράψει στο ποίημα «Γουλιέλμος Τέλλος»:

 

«Τι δουλεια είχαν εδω

τα ελβετικα μήλα,

όταν όλοι γνωρίζουμε

πως τα πολυ ανώτερα ελληνικα

σαπίζουν στις χωματερες, προς δόξαν

των πάσης φύσεως σκουλικιων

που τα τρυπουν,

ανοίγοντας σήραγγες νέας τεχνολογίας

για ριφιφήδες

και για τα έργα του μετρο;»

Σελ. 102

 

Καθόλου τυχαίο δεν είναι, που εδω, ειδικα σε αυτη τη συλλογη, το αυτι του αναγνώστη συλλαμβάνει και κάποιους απόηχους απο τη βαρια φωνη, φυσικη και ποιητικη, του Γιώργου Σεφέρη, όπως ξεχύνονται, παραδείγματος χάρη, απο το ποίημα «Ο τελευταίος των Μοϊκανων»:

 

«Αηδόνι θλιμμένο

νά΄σαι ο τελευταίος∙

τις νύχτες,

όταν οι ίσκιοι σιωπουν,

στο χώμα αφουγκράζομαι

ανάσες που γύρισαν στη γη

και το ποτάμι

που πάντα κυλάει»

Σελ. 103

Διαβάστε περισσότερα