Δημήτρης Μιχελουδάκης, «Συντηρητής Ουράνιων Τόξων», εκδ. στίξις, 2022 (γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)
2Σεπ
“Στην τέχνη, γράφει ο Mark Schorer (1) , και κατά συνέπεια και στην ποίηση, “η ομορφιά και η αλήθεια απαρτίζουν μία αδιαίρετη ενότητα. Αναλογα με τον βαθμό επίτευξης αυτής της ενότητας κρίνεται το αισθητικό αποτέλεσμα ενός καλλιτεχνικού έργου”. Η αλήθεια είναι ότι τον τελευταίο αιώνα , μετά την επέλαση καλλιτεχνικών κινημάτων όπως ο υπερρεαλισμός, ο ντανταϊσμός ή ο φουτουρισμός, η παραπάνω ενότητα τέθηκε αρκετές φορές υπό αμφισβήτηση, με το βάρος της πλάστιγγας να γέρνει περισσότερο προς το μέρος της ομορφιάς παρά της αλήθειας. Όπερ πολλές φορές σήμαινε στην ποιητική παραγωγή των τελευταίων ετών την αποθέωση της φόρμας, της τεχνικής ή του σημαίνοντος, και αντίστροφα την παραμέληση ή και εγκατάλειψη του σημαινομένου, με μια περίπου φοβική αντιμετώπιση και με στόχο την απαγκίστρωση από το εφήμερο και πεπερασμένο. Από την άλλη πλευρά, ως αντίδραση αναπτύχθηκε ένας σχεδόν ωμός ρεαλισμός , ο οποίος στέκεται σκεπτικός απέναντι στις απόπειρες της απόλυτης απελευθέρωσης του πνεύματος από την έλλογη ερμηνεία της πραγματικότητας, αποφεύγοντας τη διατύπωση ενός ακυβέρνητου λόγου που αμφισβητεί τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες της γλώσσας και μένοντας προσκολλημένος στην απλή αναπαράσταση μιας συγκίνησης ή στην “ένστιχη” οργάνωση μιας σειράς λογικών προβληματισμών (ας πούμε η ποίηση του Σακαλή ή της Μπακονίκα ).
Αφορμή για τις παραπάνω παρατηρήσεις μου έδωσε ο ίδιος ο Δημήτρης Μιχελουδάκης με την αφιέρωση που μου έκανε στο αντίτυπο του παρόντος βιβλίου. Γράφει: “Ο γέρο Χάιντεγκερ έλεγε πως το να προσπαθεί κανείς να γίνει κατανοητός είναι αυτοκτονία για τη φιλοσοφία. Στην ποίηση, νομίζω, αυτή η σκέψη περνάει τα όριά της: αν κάποιος προσπαθεί να γίνει κατανοητός, η ποίηση θα τον εκδικηθεί ,θα του κρύψει το φως , θα τον υποχρεώσει να ζει στο κίβδηλο και άχρονο τώρα“. Στο νέο ποιητικό του βιβλίο η πρόθεση αυτή είναι σαφής. Ο “συντηρητής” του αρνείται ενσυνείδητα την επικράτεια του κατανοητού και γυαλίζει τα εργαλεία του για τη λεκτική συναρμολόγηση του ακατανόητου. Κι εδώ θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι μια τέτοια επιδίωξη ενέχει τον κίνδυνο να περιοριστεί σε μια ποιητική ιδιόλεκτο της οποίας η ετερότητα αντί να φωτίζει τη δημιουργία , τη συσκοτίζει και την καθιστά υποτακτική στην ψυχρότητα της φόρμας. Αλλά κάτι τέτοιο δε συμβαίνει, για τον απλούστατο λόγο ότι ο Μιχελουδάκης γνωρίζει σε ποιο άτοπο περπατά. Γνωρίζει τη μορφολογία του, τις πηγές και τις εκβολές του, και ως εκ τούτου κρατά με αρκετή δύναμη τα σκοινιά , για να κουμαντάρει εκείνες τις φυγόκεντρες τάσεις που μπορούν να παρασύρουν κάθε ποιητή και καλλιτέχνη σε μια αυτάρεσκη περιστροφή γύρω από ένα μεγαλοπρεπές τίποτε.
Διαβάστε περισσότερα








