Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Κλεονίκη Δρούγκα, «Κουκούτσια από καρπούζι», εκδ. Μανδραγόρας, 2025 (γράφει ο Τάσος Σταμνάς)

Ένας μυστικός δείπνος και ένας έρωτας στο νησί

 

 

Στα «Κουκούτσια από καρπούζι», η Κλεονίκη Δρούγκα μιλάει για θραύσματα του καλοκαιριού, θραύσματα του εαυτού. Εμπόδια προσωπικά, κατασκευαστικά. Για τη γυναίκα, την κόρη και τον άνδρα που την δαγκώνει και την τρώει. Για τις λέξεις, τις αντωνυμίες, μπερδεμένες ταυτότητες και εξαιρέσεις. Τις μάχες που δίνει σε έναν κόσμο που δεν είναι καλεσμένη…

 

Δεν ήμουν καλεσμένη

 

ένα βράδυ θα φάμε κάτω από το φεγγάρι πάλι

φασόλια βραστά

χόρτα πικρά

ελιές και άζυμο ψωμί.

Τραπέζι μεγάλο θα κρατήσουμε

για δώδεκα και

θα μεθύσουμε με κόκκινο κρασί

κρεμώντας θαύματα στην πόρτα∙

όλα απαράλλαχτα θα γίνουν, όπως τότε,

θα βγάλουμε και μια φωτογραφία που ίσως

μία ζωγράφο εμπνεύσει.

Ετούτη όμως τη φορά

Μια θέση θα ΄θελα για μένα να κρατήσεις

δίπλα σου ή λίγο παραπέρα

-όχι μόνο στον Πέτρο, τον Θωμά, τον Ιωάννη

όχι μόνο στους άνδρες.

 

Για αυτά που δεν γράφτηκαν. Ένα σωσίβιο ψάχνει. Για την συναίνεση. Για εκεί που θέλει κι εκεί που δεν θέλει. Την ενηλικίωση, βεβαιότητες, ελπίδες, ντροπές, τ’ αλάτι της θάλασσας που γλείφει τις πληγές της. Πιάνο και γαλλικά στο βυθό (αν είναι δυνατόν!), μια γλάστρα στεναχωρημένη, για αναρριχητικές προσδοκίες, για αυτά που φυτεύεις και αφήνεις πίσω σου. Για χείλη και βλέμματα που αγαπήθηκαν. Μια προσευχή για το καλοκαίρι το «άγιον». Για τον έρωτα, λιωμένες λέξεις, το ψημένο καλοκαίρι, τον πεινασμένο σου εαυτό.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Νίκος Κωσταγιόλας, «Ακούγοντας Δάση», εκδ. Βίργκω, 2024 [e-book] (γράφει η Αθανασία Δρακοπούλου)

Η πρόσφατη ποιητική _ ηλεκτρονική συλλογή του Νίκου Κωσταγιόλα, «Ακούγοντας Δάση», αποτελεί μια ώριμη, πολυσύνθετη και βαθύτατα φιλοσοφημένη κατάθεση, που διαπραγματεύεται την αιώνια σχέση του ανθρώπου με τη φύση, το χρόνο και τη γλώσσα.

Η συλλογή φέρει στο εσωτερικό της μια ισορροπία ανάμεσα στην αμεσότητα του προσωπικού βιώματος και στην κοσμική διάσταση της ύπαρξης, δημιουργώντας ένα τοπίο όπου η ποίηση λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ του ορατού και του αθέατου, του ιστορικού και του μυστηριακού.

 

Ο τίτλος Ακούγοντας Δάση καθορίζει από την αρχή τον προσανατολισμό της ποιητικής αναζήτησης. Το δάσος δεν είναι εδώ απλώς φυσικό τοπίο, αλλά σύμβολο της αρχέγονης σοφίας και της κρυφής φωνής της φύσης, μια φωνή «πίσω από τη φωνή», που απαιτεί προσοχή και ενεργό ακρόαση από τον ποιητή και τον αναγνώστη: «Το πρόσωπο πίσω από το πρόσωπο, η φωνή πίσω από τη φωνή και ας ακούσουμε επιτέλους τα δάση που ο λόγος, το πρόσωπο και η φωνή τους είναι μία και μοναδική». Η μεταφορική δύναμη του δάσους συναντά εδώ την εσωτερική πλησμονή, την αναζήτηση μιας γλώσσας που ξεπερνά τις συμβάσεις και εκφράζει την ίδια την «πλησμονή» της ύπαρξης, την αγωνία της συνέχειας και της μνήμης.

Η ποίηση του Κωσταγιόλα αντλεί από μια μακρά παράδοση του μοντερνισμού και του υπερρεαλισμού. Είναι εμφανείς οι επιρροές από ποιητές όπως ο Τ.Σ. Έλιοτ στην πολυφωνία και τη δομική πολυπλοκότητα, αλλά και ο Νίκος Εγγονόπουλος στο συνδυασμό της ονειρικής ατμόσφαιρας με τη λαϊκή θεματολογία και τη φιλοσοφική αναζήτηση. Διάχυτη η υπαρξιακή, εικαστική ατμόσφαιρα του Γιάννη Ρίτσου. Η γλώσσα του ποιητή συνδυάζει το λυρικό και το ρεαλιστικό στοιχείο, με μια εντυπωσιακή μουσικότητα και έναν πυκνό συμβολισμό. Η αναφορά στον χρόνο, τη θνητότητα, την ιστορία και την κοινωνία ενσωματώνεται μέσα σε εικόνες που φωτίζουν την ένταση ανάμεσα στη φθορά και την επιθυμία για νοηματοδότηση:

«Γιατί όσο κι αν γύρω καταρρέουν τα οχυρά / κι ο αλήτης κόσμος ασουλούπωτος καγχάζει / κάλλιο ν’ ακούγεται κι ένας κορυδαλλός / έστω ένα αμφίσημο αηδόνι / κόντρα στους ήχους απ’ τα κατεδαφιστήρια»

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Κώστας Γουλιάμος, «Το Μάτι της Λέξης», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2024 (γράφει η Αντωνία Παυλάκου)

Ο Κώστας Γουλιάμος, γεννημένος στην Καλαμάτα, με μακρά πανεπιστημιακή θητεία, συγγραφέας, δοκιμιογράφος και ποιητής, είναι με την πλατιά έννοια διανοούμενος και μάλιστα μαρξιστής, γνωστός για την προσφορά του στον χώρο του πνεύματος και της πολιτικής, και υπό την έννοια αυτή ταυτόχρονα ένας κοινωνικός μαχητής. 

Η ιδιότητά του ως ακαδημαϊκού δασκάλου δεν τον εμπόδισε να ασχολείται με την ποίηση, την οποία άρχισε να υπηρετεί από τα πρώιμα νεανικά του χρόνια (1976), ώστε να αναδειχθεί ένας ξεχωριστά ιδιαίτερος εκπρόσωπος της γενιάς του ’70. Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα επτά ποιητικές συλλογές, με τελευταία Το Μάτι της Λέξης  στο τέλος του 2024 από τη Σύγχρονη Εποχή, με διακαλλιτεχνική προσέγγιση στο εμπροσθόφυλλο (πίνακας του Θωμά Τουρναβίτη Το φλάουτο) και άψογη αισθητική. Το Μάτι της Λέξης είναι  η τρίτη συλλογή από μια τριλογία, που περιλαμβάνει τις δύο πρώτες:  Η ομιλία της νύχτας (2017) και Υγρό Γυαλί (2020), και αποτελεί συνέχεια, ολοκλήρωση και κορύφωση της ωριμότητας του ως τώρα ποιητικού έργου του.

Ακολουθώντας κανείς προσεκτικά τη διακριτική, αθόρυβη και μάλλον σκοπίμως με κενά παρουσίας πενηντάχρονη πορεία του Κώστα Γουλιάμου στο ελληνικό ποιητικό γίγνεσθαι, θα διαπιστώσει ότι η τέχνη του εμπεριέχει αριστοτεχνικά τον ρυθμικό ήχο, τον συνδυασμό νοήματος και μορφής, την άρτια χρήση της γραμματικής και της σύνταξης, στοιχεία που αποτυπώνονται στη γλώσσα, στις λέξεις, σχετίζονται με τον ιδιαίτερο τρόπο που τα συνθέτει ως δημιουργός και στοχεύουν στην ποικίλη νοητική και συναισθηματική διέγερση, σχετιζόμενη με τις εγκεφαλικές συνάψεις εκάστου των αναγνωστών.

Επιπλέον  όλα τα παραπάνω στον Κώστα Γουλιάμο λειτουργούν  ως συστατικά  μιας θεωρητικής κατάρτισης, που εκκινεί από τον γαλλικό συμβολισμό και κυρίως από τον Μαλλαρμέ, αναφορικά με τον λυρισμό και τις τεχνικές καινοτομίες στον ποιητικό λόγο, συνυφασμένες με την αφαίρεση και τη χρήση των συμβόλων και της εικόνας. Οι θέσεις του Γάλλου θεωρητικού και κριτικού συνοψίζονται στην καθαρότητα, που εξαφανίζει τον ποιητή και αφήνει το προβάδισμα στις λέξεις, λέξεις που λειτουργούν αυτόνομα ή και ως μονάδες με πολλαπλές σημασίες, με μουσικότητα στη συμπαράθεσή τους και με εκφραστικούς τρόπους καινοφανείς. Πρόκειται για μια περιπέτεια του πνεύματος προς την τελείωση της ποιητικής γραφής, που στον  Κώστα Γουλιάμο η περιπέτεια αυτή περιλαμβάνει και τη στίξη, την απουσία της ή και την ιδιόρρυθμη χρήση της, επίσης τα τυποτεχνικά κενά, τοποθετημένα έτσι που να  αποδίδουν τις «ομιλούσες σιωπές», δηλαδή τις σκέψεις ή τις απαντήσεις, που αυτός έχει επιλέξει να αφαιρέσει από τα λεγόμενα αλλά και όσα συνδηλώνονται με εικόνες πραγματικές ή υπερρεαλιστικές. Μια σχετικά επίπονη διαδρομή μέχρι τη διάβαση των στενωπών που οδηγούν στο ποιητικό σύμπαν του.

Με τον τίτλο του έβδομου ποιητικού βιβλίου του Το Μάτι της Λέξης, ο Κώστας Γουλιάμος χρησιμοποιεί όλα τα προαναφερόμενα για την ανάδειξη ενός άρτιου αισθητικά αποτελέσματος. Ωστόσο ο τίτλος εστιάζει στη χρήση της γλώσσας, του μέσου που κατεξοχήν κάνει λειτουργική την ποιητική πράξη. Στην ποιητική πράξη μιλά το μάτι της λέξης, αναζητώντας την εσωτερική γλώσσα της, όπως λέει και ο ίδιος  σε συνέντευξή του. Η λέξη αποτυπώνει τη σκέψη που μπορεί να διηθήσει καταστάσεις, να περιγράψει, να εστιάσει, να συγκινήσει και να φτάσει σε μέρη, όπου το μάτι γίνεται μυωπικό για τα μακρινά ή πρεσβυωπικό για τα κοντινά ή μπορεί και να  βλέπει θολά εξαιτίας άλλων δυσλειτουργιών του. Ο Γουλιάμος θέλει με όλες τις ιδιαιτερότητες της οπτικής λειτουργίας να ξεκαθαρίσει όσα βρίσκονται στο μυαλό, στη σκέψη του αναγνώστη, ώστε αυτός να δει πίσω από το ψεύτικο, πίσω από το αληθοφανές ή το διαστρεβλωμένο, την αλήθεια, και μάλιστα την ιστορική αλήθεια, το πολιτικό τραύμα και μέσω  και της αισθητικής υφολογίας να ερμηνεύσει τα φαινόμενα της εποχής μας.

Τα ποιήματα της συλλογής περιέχονται στις παρακάτω τρεις ενότητες: «Η λάμψη των οστών», «Φλόγα σωμάτων», «Στην ερημιά της ύλης» και προπέμπονται με τους στίχους: «Όσα αγγίζουν οι λέξεις / γίνονται αίμα / στη ρίζα των νεκρών»  επιβεβαιώνοντας   τις ζωοποιητικές ιδιότητες της ποίησης, πάντα μέσω των λέξεων.

Η «ηχώ του φωτός» ως  η ατελεύτητη και καθαρτήρια δύναμη του ποιητικού λόγου φέρνει την ανάταση, σύμφωνα με τον υπαινιγμό στον στίχο από την τραγωδία Αγαμέμνων του Αισχύλου: «… τερπνόν τοδ’ ελθόν φως, εφήλωσεν φρένας…», δηλαδή «Αυτό το ευχάριστο φως σαν ήλθε ηρέμησε τις σκέψεις και τον νου…». Ο στίχος συνοδεύει τον τίτλο της ενότητας «Η λάμψη των οστών» και καταυγάζει τη λάμψη εκείνων που θυσιάστηκαν στον ξεσηκωμό του λαού ενάντια σε όσους συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς κατακτητές. Η θυσία τους λάμπει στον νου όλων, ενώ με τον παρακάτω στίχο από το πρώτο πολύστιχο ποίημα «Ημερολόγιο Λαού, 3 Δεκεμβρίου 1944»: «Αύριο στην πλατεία θα ’ρχονται τα παιδιά του με γαρίφαλα», ο ποιητής προϊδεάζει για τα δεινά που ακολούθησαν τη συγκεκριμένη θυσία. Το ίδιο καθαρτήριο  φως της ποίησης, που στέλνει ο οφθαλμός της λέξης, έρχεται να παρηγορήσει τον ποιητή και μετά τον αναγνώστη του, ώστε να ελπίσει στην πιθανή ανατροπή των συμφορών που σφράγισαν την πρόσφατη ελληνική Ιστορία, συνώνυμων με τη διχόνοια και την υποταγή στους ξένους, παρά το σύνθημα του Δεκέμβρη του ’44 «Όχι άλλη Κατοχή». Ο ποιητής το προτάσσει, γιατί σε αυτό συνοψίζει τις αιτίες όσων θα συμβούν στην κοινωνία αργότερα.

 

 

 

Τα επόμενα δώδεκα ποιήματα της ενότητας είναι άτιτλα και αριθμούνται με λατινικούς αριθμούς. Ιδιαίτερα το ποίημα Ι αποτελεί έναν ύμνο στο φως που εκπέμπει το «μάτι της λέξης», στο φως δηλαδή που εκπέμπει η γλώσσα. Τη δυναμική αυτού του φωτός ο ποιητής την τονίζει με τη λέξη φως να δεσπόζει μόνη ως μονόλεξος πρώτος στίχος εκάστης στροφής, ένα είδος οπτικού καταιγιστικού βομβαρδισμού χωρίς στίξη, που συμπαρασύρει ένα ακόμη πλήθος υπερρεαλιστικών εικόνων. «Φως / Του άφθαρτου νερού», «Φως / Αίμα δουλειάς», «Φως πρωινής πείνας» (σ.16). Στο επόμενο ποίημα καταγράφεται η αρχέγονη προέλευση του φωτός, στο ποίημα ΙΙΙ «το φως είναι μυρωδιά της μνήμης μετά από βροχή», καθώς η προσφυγιά «ταξιδεύει» στους αιώνες, ενώ και το φως του έρωτα έχει δύναμη να μεταστρέψει την οποιαδήποτε άχαρη και δύσκολη πραγματικότητα. Στο ποίημα V τη ζοφερή πραγματικότητα, δηλαδή τον διχασμό της κοινωνίας, ακόμη και της οικογένειας, κατά και μετά τον Εμφύλιο, απηχεί ο μύθος του Ιππόλυτου και τη μετέπειτα διαστροφή της ιστορικής αλήθειας, με εύλογο το ερώτημα: «πού η στεριά και πού η θάλασσα / πού οι νεκροί και πού το απατηλό τους τέλος» (σ. 24).Το  φως εστιάζει στις μνήμες και στις πληγές από το σκοτάδι του Εμφύλιου που  παραμένουν χλωρές, καθώς η νέα εθνική περιπέτεια της Κύπρου το 1974 τις αναζωπυρώνει: «Τόσα όνειρα χωρίς πατρίδα / Τόσες λέξεις χωρίς όνειρο» (σ. 23),  απόρροια από «τόσα  νικηφόρα λάθη σε τόσο φως αθέατα» (σ.28).

Στα επόμενα ποιήματα από το VII μέχρι το ΧΙ  ο Κ.Γ. συνεχίζει να καταγράφει το δράμα του Εμφυλίου, που άφησε τους συντρόφους χωρίς μέλλον, μια τραγωδία όμοια με εκείνες των αρχαίων και «πένθη μέγιστα δακρύων» για την «αρχαία πόλη», την οποία ορά και «φθείρεται το μάτι», γιατί οι λέξεις περισσεύουν και δάκρυα πολλά χύνονται για «μιαν άνοιξη που μίσεψε». Το ποίημα ΧΙΙ, κλείνοντας την ενότητα, σφαιρώνει λαϊκούς αγώνες, που σημάδεψαν την ιστορία της Μεσσηνίας ενδεικτικά από τον Μεσαίωνα μέχρι το 1943, ενάντια σε διαφορετικούς κατακτητές, με κορύφωση τη θυσία του Καπετάν Πέρδικα στη Συνέσοβα Αρκαδίας τον Αύγουστο του 1949. Η πρόσφατη Ιστορία του τόπου, συνυφασμένη με εγκλήματα σε βάρος του λαού που αγωνίστηκε για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη, ζητά μια κάθαρση. Ο ποιητής  από το ποίημα VII ως το ΧII εστιάζει στον Εμφύλιο περιγράφοντάς τον ως μια κατάρα που βάρυνε διχαστικά  και τις ίδιες τις οικογενειακές σχέσεις (μύθοι του Ιππόλυτου και του Ώρου),  όπως και τη στρέβλωση να τιμωρούνται σκληρά όσοι αντιστάθηκαν στις επεμβάσεις των  ξένων, γεγονότα  για τα οποία αναζητείται ακόμη να έρθει στο φως η αλήθεια χωρίς στρεβλώσεις και ψέματα, ώστε να μπορούμε ως κοινωνία να προσβλέπουμε με θετικότητα στο αύριο.

Μετά την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας στο οδοιπορικό της α΄ ενότητας για την Κατοχή και τον Εμφύλιο, ο Κώστας Γουλιάμος στη δεύτερη ενότητα διασαφηνίζει τον τίτλο της «Φλόγα σωμάτων» με παραπομπή στον Τίμαιο του Πλάτωνα. «… φλόγα των σωμάτων εκάστων απορρέουσαν…», (… Τη φλόγα που εκπέμπει το κάθε σώμα) και είναι ανάγκη να αντιληφθούμε, όχι άκοπα, ό,τι μας οδηγεί στην άγονη σημερινή μας πραγματικότητα. Ο ίδιος σε συνέντευξή του λέει επεξηγηματικά: «Προσπαθώ ποιητικά και με αλληγορική γλώσσα να εκφράσω την κοινωνική εντροπία». Κι αυτή δεν είναι άλλη από την αταξία, που επιφέρει ο καπιταλισμός με την εξάντληση των πόρων, με καταδυνάστευση της φύσης υπέρ της εντεινόμενης εκμετάλλευσής της και αυτό συνιστά πλέον λόγω των συνεπειών του μια ογκούμενη εντροπία. Μέτοχος και ο άνθρωπος σε αυτήν, αλλοτριώνεται έγκλειστος μέσα στον μικρόκοσμο της μοναξιάς του χωρίς ουσιαστικά να μπορεί να συλλογιστεί, να αντιληφθεί και να αντιδράσει. Τα παραπάνω φαινόμενα πολλαπλασιάζονται με τη μη ανθρωποκεντρική τεχνολογική ανάπτυξη και επιβάλλονται μέσω αποφάσεων ειλημμένων ερήμην του και σε βάρος της ηθικής και πνευματικής βελτίωσής του. Όταν η επικοινωνία γίνεται «γυάλινη» μέσα από οθόνες, τότε ο άνθρωπος χάνει την ετερότητά του προς άλλους, την ιδιοπροσωπία  του, και λησμονεί τη σύνδεση με τις ρίζες του, με το παρελθόν του.

Ο Κώστας Γουλιάμος περιγράφει αυτή την εντροπία με μεταφορικότητα στην έκφραση και υπερρεαλιστικές εκφράσεις που συμφύρουν εικόνες οπτικές και ακουστικές. «Κι όπως ακούς το χρώμα / Δεν ξέρεις αν είναι αράχνη καραβιού / κόκκινο καρβέλι ή άγονο φεγγάρι», «Δεν ξέρεις […] Σε ποιο άστρο επιστρέφει η όμορφη μητέρα». (σ.37). Χαρακτηριστική στο ποίημα VI  η διαπίστωση «Γεράσαμε σε λαβύρινθους λογισμικούς / με σκληρούς δίσκους κάρτες μητρικές / […] Γεράσαμε με φορητά τηλέφωνα / […] Χάσαμε το χάραμα στ’ άνθη της λεμονιάς / Περάσαμε το καλοκαίρι με ΙOS και Android / Θρυμματίζοντας φωτογραφίες από τοπία νευρασθενικά / Κοροϊδέψαμε τη Ρωμιοσύνη / Σαν έμενε ζωντανή στη γλώσσα μας» (σ. 40). Πικρία δείχνει η σε α΄ πληθυντικό εκφρασμένη εξάρτηση από την τεχνολογία που φτάνει να αλλοιώνει μαζί με τις ανθρώπινες σχέσεις και τη γλωσσική ταυτότητα της Ρωμιοσύνης. Τα νευρασθενικά τοπία της νιότης έχουν χάσει την ευρωστία τους σε μια εποχή αντιηρωική, αφού οι ήρωες κάποτε έπραξαν το καθήκον τους και «Τώρα πέταξαν/ Κοιμούνται ήσυχοι σε πικρά δωμάτια» (σ.41). Στο κέντρο της ενότητας δεσπόζει το ποίημα IV για να καταδείξει την νεότερη εθνική κακοδαιμονία ως κληρονομιά από την παλαιότερη περίοδο του Εμφυλίου. Επανέρχεται ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα όλων των κακώς κειμένων η τραγωδία της Κύπρου, ένα εθνικό πολύχρονο πένθος, που πρέπει συνεχώς  να βιώνεται: «ό,τι πενθώ μένει δικό μου», διότι μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα να μη χαθεί εξ ολοκλήρου η υπόθεση του μαρτυρικού νησιού.

 

 

 

Η τρίτη ενότητα «Στην ερημιά της ύλης» με 23 ποιήματα συνεχίζει τα μοτίβα της θεματικής της προηγούμενης αλλά  με υπαρξιακά ερωτήματα  δηλωμένα τόσο κάτω από τον τίτλο της όσο και στο σύνολο του περιεχομένου της. Η κρίση γίνεται και υπαρξιακή μέσα στο περιβάλλον που σκιαγράφησε ο Κ. Γουλιάμος, γι’ αυτό και τα παρακάτω ερωτήματα  συνοδεύουν τον τίτλο της: «Κι αν υπάρχω, τι είμαι; / Αιθέρας που ξέρασε το μοναχικό μας αίμα;» Στα  υπαρξιακά αυτά ερωτήματα ο ποιητής ως κοινός νους απαντά ότι «Όλα μένουν κρυφά στις λέξεις […] Θύματα και θαύματα αθέατα στον καθρέφτη». Και εδώ κυριαρχεί η δυστοπία της εποχής, που έχει θεό τον πλούτο συγκεντρωμένο στα χέρια των ολίγων: «Γεράσαμε τόσο νέοι στων τραπεζών τα νοσηρά βιβλία / […] ξημερώνει όπως στο funds αρέσει» (σ. 47). Ο στίχος υπονοεί και την πνευματική φθορά με βαθιά σημάδια στην ψυχή και στο σώμα, τα οποία δεν αντιλαμβανόμαστε, ειδικά εκείνα της ψυχής, γιατί η ταχύτητα της καθημερινής πράξης τα υποσκελίζει και γιατί η ύλη γοητεύει με την απόλυτη σαγήνη της, καθώς βαδίζουμε «στο ανύπαρκτο σύμπαν του θανάτου» (σ. 48)

Ωστόσο, αντίδοτο στον αργόσυρτο  θάνατο από την υπερκατανάλωση  των πάντων είναι η μνήμη που συνδέει το παρελθόν με το παρόν. Μια σειρά από ποιήματα παίζει στην ενότητα τον μεσολαβητικό αυτό ρόλο και το ποίημα «Η ανησυχία της Σοφίας» υπονοεί  ότι η νέα γενιά για να υπάρξει δεν θα πρέπει να  καταναλώνει αλλά και να μη λησμονά  τις εθνικές  τραγωδίες, με κορυφαία και αντιπροσωπευτική την πρόσφατη της Κύπρου. Γιατί η μνήμη νοηματοδοτεί την ουσιαστική  ύπαρξη του λαού   και έτσι τη στερεώνει: «Πρόσεχε όταν μιλώ από σκλαβωμένο τόπο / Μνημονεύοντας ζώντας και νεκρούς / ες πατρίδαν γαίαν» (σ. 46). Η τελευταία αυτή φράση προκαλεί τη μνήμη και μέσω αυτής την παρηγοριά ότι η Κύπρος θα ελευθερωθεί, θα επανενωθεί και ο θάνατος δεν θα έχει εξουσία, αφού  οι ήρωες, που αγωνίστηκαν ενάντια στην αποικιοκρατία δίνοντας παράδειγμα ελευθεροφροσύνης,  δικαιώθηκαν για τη θυσία τους.

Καθώς δε ο πόλεμος είναι πια θέμα τεχνητής νοημοσύνης, ο ποιητής  καλεί: «το ηλίθιο  καράβι» να γυρίσει πίσω στις αξίες του πριν επιστρέψει «στο άπειρο του Αναξίμανδρου, απ’ όπου ξεκίνησε».

Στην ποίηση του Κ. Γουλιάμου, που η λέξη σκιαγραφεί τη σκέψη, δηλαδή τον νου,  ενυπάρχει η μνήμη και προσκαλείται να λειτουργήσει ως αφετηρία για το μέλλον του τόπου με ουσιαστικές αξίες και χωρίς ιστορικές στρεβλώσεις πριν  ενδεχομένως επέλθει μια  ολική καταστροφή. Η γλώσσα στη διαχρονία της, με λεξιλόγιο λαϊκό και λόγιο, τροφοδοτεί εκφραστικούς τρόπους και καλολογικά μέσα για ένα άψογο αισθητικά στιχουργικό αποτέλεσμα. Ο ποιητής διαθέτει σκευή παιδείας τέτοια που να αξιοποιεί το δημοτικό τραγούδι, τα εκκλησιαστικά κείμενα, τα έργα των ποιητών και των φιλοσόφων αλλά και τον μύθο, έτσι ώστε το διακείμενό του να είναι οργανικά και αριστοτεχνικά μπολιασμένο  στο ποιητικό σώμα.

Θεωρητικός λοιπόν εξοπλισμός, προσεκτικά βήματα, διαρκής μελέτη και ανατροφοδότηση από τους ομοτέχνους του συνόλου της ελληνικής και όχι μόνο Γραμματείας, γνώση της Ιστορίας, της Φιλοσοφίας, μια διαλεκτική και κοινωνική  σχέση των προηγουμένων με τα  καλλιτεχνικά και επαναστατικά κινήματα  της τέχνης συνεπικουρούν τη στοχαστική φαντασία του Κώστα Γουλιάμου και  αποδίδουν μια ποίηση οντολογική με αφομοιωμένο διακείμενο και στόχευση την ταυτόχρονη προβολή των φιλοσοφικών θέσεών του και του κοινωνικοπολιτικού οράματος που υπηρετεί. Πρόκειται για μια όσμωση, την οποία συνδιαμορφώνει η πολυσημία των ερμηνευτικών διασταυρώσεων. Αναλυτικότερα, ο αναγνώστης απολαμβάνει μια ποιητική συλλογή που μπολιάζει μέσα της δημιουργικά το δημοτικό τραγούδι, συνομιλεί με τον στοχαστικό και τον ποιητικό νου του Σολωμού, δουλεύει με άλλον προσανατολισμό την κρυπτικότητα του Σεφέρη, γοητεύει με φιλοσοφικούς  απόηχους από τη μαγεία του Ελύτη, ζυγιάζει τη λιτή μεγαλοπρέπεια του Ρίτσου υιοθετώντας και πρακτικές ξένων μοντερνιστών.

Ο Γουλιάμος γνωρίζει ότι με την εικόνα, τον έντονα μεταφορικό λόγο, την παρήχηση, την  αστιξία, τη λειτουργική γνώση της γλώσσας στη διαχρονία της, το αφομοιωμένο και δυναμικό διακείμενο, τη χρήση των αρχετυπικών μορφών του   μύθου και της Ιστορίας ως συμβόλων ωθεί τη λέξη στα περισσότερα δυνατά σημαινόμενα, έτσι ώστε  να επεξεργάζεται αθέατες πλευρές του κόσμου, των όντων και των φαινομένων. Παραπέμπει εξάλλου σε μια ποιητική διαλεκτικής με την Ιστορία, με το σύγχρονο πολιτικό και εθνικό τραύμα, καλλιεργώντας έναν γόνιμο προβληματισμό με αγρύπνια της συλλογικής μνήμης στο όνομα ενός αυριανού καλύτερου κόσμου, όπου το σοσιαλιστικό ιδεώδες θα αντικαταστήσει τον παρόντα καινοφανή ξέφρενο καπιταλισμό και την προοπτική ολικής καταστροφής. Όλα τα παραπάνω με πρωτοτυπία, ύφος προσωπικό και αμίμητο και προπάντων με τη συνεχή αναζήτηση νέων τρόπων αισθητικής υφολογίας.

 

 

 

***********************************

Η Αντωνία Παυλάκου γεννήθηκε και ζει στην Καλαμάτα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ και κατέχει τον μεταπτυχιακό τίτλο «Νεοελληνική Γλώσσα και Φιλολογία» από το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Αφυπηρέτησε από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση μετά από 32 χρόνια ως διευθύντρια του 1ου Γυμνασίου Καλαμάτας. Ασχολείται με τη συγγραφή, τη βιβλιοκριτική και την επιμέλεια κειμένων. Κριτικές, άρθρα, διηγήματά της και άλλα κειμενικά είδη έχουν φιλοξενηθεί σε μεσσηνιακές και αθηναϊκές εφημερίδες, σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, στις συλλογικές επετειακές εκδόσεις της Ε.Μ.Σ. για το ’21 και το 1922 και στις Μεσσηνιακές Δημιουργίες (τόμ. Ε’, ΣΤ’, Ζ’, Η’ και Θ’). Συμμετείχε με διηγήματά της στα συλλογικά έργα: 1821: Μέσα από τη ματιά σύγχρονων συγγραφέων (2021), Λεοπαρδάλεις στον ναό (2021) και Κωνσταντινούπολη: Νόστος στον χώρο και στον χρόνο (2024). Εξέδωσε το βιβλίο με διηγήματα Όρια και ρήξεις (2023). Είναι πρόεδρος της Ένωσης Μεσσήνιων Συγγραφέων.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δήμος Χλωπτσιούδης, «Παραχάραξη», εκδ. Μανδραγόρας, 2025 (γράφει η Κλεονίκη Δρούγκα)

«Παραχάραξη» σε κόκκινο φόντο: Υβριδικές μορφές και θεατρικότητα στην ποίηση του Δήμου Χλωπτσιούδη

 

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης με τη νέα του ποιητική συλλογή Παραχάραξη (Μανδραγόρας, 2025) προτείνει όχι απλώς ένα ποιητικό έργο, αλλά μια πολυφωνική σύνθεση που διαρρηγνύει τα σύνορα μεταξύ ποιητικού, θεατρικού, φιλοσοφικού και δοκιμιακού λόγου. Πρόκειται για μια ποιητική «παραχάραξη» με την κυριολεκτική και μεταφορική έννοια: μια εκτροπή από τις συμβάσεις της ποιητικής νόρμας, μια παρεμβολή που προκαλεί ταυτόχρονα αισθητικά και πολιτικά.

Ο τίτλος της συλλογής ως συμβολικό φορτίο εισάγει τον αναγνώστη στην αλλοίωση των κανόνων και την καταγγελία της σύγχρονης αισθητικής. Ο τίτλος λειτουργεί ως προειδοποίηση και προγραμματική δήλωση: η Παραχάραξη είναι ένα έργο που συνειδητά παραβιάζει κανόνες. Ο ποιητής δεν ενδιαφέρεται για την «καθαρότητα» της ποίησης· αντίθετα, επιδιώκει μια ποιητική «νόθευση» με θεατρικότητα, φιλοσοφική απορία, κριτική σκέψη, πολιτική ενσυναίσθηση. Η παραχάραξη, επομένως, δεν είναι απλώς θεματικό μοτίβο, αλλά η γενεσιουργός αρχή της συλλογής: ο Χλωπτσιούδης παρεμβαίνει, αποδομεί, επανανοηματοδοτεί. Αντιμετωπίζει τη γλώσσα όχι ως εργαλείο μετάδοσης, αλλά ως πεδίο μάχης. Και σε αυτό το πεδίο, όλα τα μέσα είναι θεμιτά.

Η γραφή του Χλωπτσιούδη φέρει επιρροές από τη σύγχρονη ελληνική πολιτική ποίηση –από τη γραφή του Γιώργου Χρονά και του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Μανόλη Αναγνωστάκη ή τον “νατουραλισμό” του Λειβαδίτη και την αμεσότητα της Κατερίνας Γώγου ή την πολυδιάσπαση της Αγγελάκη-Ρουκ. Ωστόσο, ο ποιητής διαμορφώνει έναν δικό του τόνο –σκληρό, στοχαστικό, ειρωνικό. Η φωνή του, συχνά «αφοριστική», θυμίζει την ποίηση του Καρούζου χωρίς μεταφυσική· είναι περισσότερο αστική, καθημερινή, αφομοιωμένη στην κοινωνία.

Ο Χλωπτσιούδης επιλέγει μια δομή φαινομενικά αποσυνδεδεμένη: κάθε ποίημα μοιάζει να είναι αυτόνομο, αλλά, εντέλει, όλα ενώνονται με έναν υπόγειο ρυθμό. Πρόκειται για μια μεταμοντέρνα αφηγηματικότητα, όπου η έλλειψη συνοχής αποτελεί σκόπιμη αισθητική αντίληψη. Ο ποιητής προσφέρει ένα κολάζ εικόνων, συναισθημάτων και στοχασμών. Το ποιητικό υποκείμενο είναι πολυπρόσωπο –άλλοτε μιλά σε πρώτο πρόσωπο, άλλοτε κρύβεται πίσω από την πολυφωνία. Αυτή η εναλλαγή ενισχύει την πολιτική διάσταση του έργου: δεν υπάρχει «εγώ» αλλά «εμείς», ή μάλλον «κανείς», σε μια κοινωνία που θρυμματίζει τις ταυτότητες.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αθανασία Δρακοπούλου, «Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου», εκδ. Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2024 (γράφει ο Γιώργος Δρίτσας)

Αναμνήσεις για τις, πάντα ζωντανές, απογοητεύσεις

 

Συχνά πυκνά, μέσα στον καθημερινό λόγο και στην αργκό των συμβάσεων του κοινωνικού συνόλου, μικρές λέξεις όμοιες με ξόρκια και μικρά τοτέμ που ξορκίζουν εξίσου το κακό χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τις θεωρούμενες ως «παραβατικές» συμπεριφορές, όπως και τις αντίστοιχες «παραβατικές» ομάδες ατόμων. Είναι μια διαδικασία που γίνεται, κατά κόρον, από τις αρχαίες κοινωνίες μέχρι και σήμερα, κατά πως λέει και ο Αγκάμπεν στο κλασικό πλέον έργο του Homo Sacer. Έτσι, ακόμη και στις τέχνες και δη στην πεζογραφία και στην ποίηση, ακόμη και όταν επιλέγεται μια πιο «εναλλακτική θεματική», συνήθως αποφεύγεται η έντονη γραπτή εκπροσώπηση αυτού του φαινομένου και δη στον τίτλο του βιβλίου.

Αυτό το φαινόμενο «σπάει», ήδη από τον τίτλο που επιλέγει, η Αθανασία Δρακοπούλου στην πρόσφατη ποιητική συλλογή της με τον χαρακτηριστικό τίτλο, Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου (εκδ. Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2024). Το «κωλόπαιδο» ως μια αρνητική έννοια, δηλαδή ως το παιδί που προκαλεί ταραχή ή το απροσάρμοστο στους κανόνες της οικογένειας και της κοινωνίας, υιοθετείται εδώ σε ένα πλαίσιο που το μετατρέπει από συνεχές θύτη ή και θύμα σε ένα απλό και ανεξάρτητο ον – μακριά από τους όποιους θετικούς ή αρνητικούς χαρακτηρισμούς. Γίνεται ένα άτομο, πλέον, που ζει εξίσου στην κοινωνία και τη βιώνει πλήρως. Μια νέα νοηματοδότηση της λέξης υπάρχει, λοιπόν, στη συλλογή με ένα πιο ευαίσθητο τόνο, όπως θα δούμε παρακάτω, πιο ολιστικό κοντά στη ζωή και στον κόσμο.

Ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Απροετοίμαστη» μας δίνεται απλόχερα η αρχική σκέψη της ποιήτριας για τον κόσμο, έναν κόσμο μέσα στον οποίον ο άνθρωπος γίνεται μια ύπαρξη «γνωστή», εν τέλει, μέσα από τις ατέλειες και τα αντίστοιχα προτερήματά του. Ένας κόσμος που ελέω του κυκεώνα της προσφοράς και της ζήτησης, μας κρατάει κολλημένους στη βελόνα των «πενταετών πλάνων» – πάντα υπολειπόμενοι πίσω από την «κόκκινη κηλίδα» της ζωής .

Διαβάστε περισσότερα