Ένας μυστικός δείπνος και ένας έρωτας στο νησί
Στα «Κουκούτσια από καρπούζι», η Κλεονίκη Δρούγκα μιλάει για θραύσματα του καλοκαιριού, θραύσματα του εαυτού. Εμπόδια προσωπικά, κατασκευαστικά. Για τη γυναίκα, την κόρη και τον άνδρα που την δαγκώνει και την τρώει. Για τις λέξεις, τις αντωνυμίες, μπερδεμένες ταυτότητες και εξαιρέσεις. Τις μάχες που δίνει σε έναν κόσμο που δεν είναι καλεσμένη…
Δεν ήμουν καλεσμένη
ένα βράδυ θα φάμε κάτω από το φεγγάρι πάλι
φασόλια βραστά
χόρτα πικρά
ελιές και άζυμο ψωμί.
Τραπέζι μεγάλο θα κρατήσουμε
για δώδεκα και
θα μεθύσουμε με κόκκινο κρασί
κρεμώντας θαύματα στην πόρτα∙
όλα απαράλλαχτα θα γίνουν, όπως τότε,
θα βγάλουμε και μια φωτογραφία που ίσως
μία ζωγράφο εμπνεύσει.
Ετούτη όμως τη φορά
Μια θέση θα ΄θελα για μένα να κρατήσεις
δίπλα σου ή λίγο παραπέρα
-όχι μόνο στον Πέτρο, τον Θωμά, τον Ιωάννη
όχι μόνο στους άνδρες.
Για αυτά που δεν γράφτηκαν. Ένα σωσίβιο ψάχνει. Για την συναίνεση. Για εκεί που θέλει κι εκεί που δεν θέλει. Την ενηλικίωση, βεβαιότητες, ελπίδες, ντροπές, τ’ αλάτι της θάλασσας που γλείφει τις πληγές της. Πιάνο και γαλλικά στο βυθό (αν είναι δυνατόν!), μια γλάστρα στεναχωρημένη, για αναρριχητικές προσδοκίες, για αυτά που φυτεύεις και αφήνεις πίσω σου. Για χείλη και βλέμματα που αγαπήθηκαν. Μια προσευχή για το καλοκαίρι το «άγιον». Για τον έρωτα, λιωμένες λέξεις, το ψημένο καλοκαίρι, τον πεινασμένο σου εαυτό.
Προηγείται ο έρωτας
Το είδα στη διαφήμιση, δωμάτιο με θέα δίπλα σε φώτα γιορτινά και δεν το σκέφτηκα πολύ. Γρήγορα το ΄κλεισα. Έκανα, όμως, ώρες στο νησί να φτάσω, δρόμο μακρύ κι ακόμη το δωμάτιο δεν είδα∙ είναι κακό το δίκτυο. Λακκούβες εδώ κι εκεί και, δεν φτάνουν όλα αυτά, ξάφνου εμπρός μου εμφανίζονται αιγοπρόβατα. Κορνάρω. Μόνο τα έντομα τρομάζω στο παρμπρίζ. Μπροστά μου ξάφνου λεωφορείο με πινακίδα «στάσεις συχνές». Κορνάρω. Δυο παιδιά κατεβαίνουν. Περπατούν στη μέση του δρόμου χέρι-χέρι. Το ένα γέρνει πάνω στ’ άλλο. Φορούν άνθη μπιγκόνιας στ’ αυτί, στάζουν λεμόνι παγωτό τα δυο τους χείλη.
Σταματώ∙ δεν κορνάρω∙ κλείνω ακόμα και τη μηχανή, θόρυβο να μην κάνει. Προηγείται ο έρωτας.
Γιατί επέλεξα τα δύο αυτά ποιήματα;
Στο πρώτο ποίημα, η γυναίκα παρατηρητής επιθυμεί να γίνει συμμέτοχος, να πάρει το μερίδιο που της αναλογεί στη παρέα και στη ζωή, αυτό ακριβώς που κάνει η φωτογραφία, ο κινηματογράφος και παλαιότερα η ζωγραφική. Μια εικόνα-στιγμή καταγράφεται με σκοπό να μείνει για πάντα. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, ο γνωστός σε όλους μας ζωγράφος του Μυστικού Δείπνου, γίνεται η γυναίκα-ζωγράφος «που θα εμπνευστεί»… Αυτό και αν δεν είναι ρηξικέλευθο και επαναστατικό! Η γυναίκα θα είναι πρωταγωνιστής, στο προσκήνιο, μπροστά, όχι πίσω. Στις λίγες αυτές λέξεις η επιθυμία της γυναίκας για συμμετοχή και σύνδεση με τους άλλους ανθρώπους είναι ξεκάθαρη και σαφής, με στόχο να μπει ένα τέλος στους αποκλεισμούς, ένα τέλος στην πατριαρχία.
Στο δεύτερο ποίημα, η γυναίκα παρατηρητής (ή ίσως και ο άντρας παρατηρητής) μένει εμβρόντητη/ος μπροστά στον έρωτα. Σταματάει, δεν αντιδράει, κλείνει την μηχανή. Η ακινησία είναι ο σεβασμός στο νεανικό έρωτα. Ένα ποίημα-ωδή στον έρωτα και τα νιάτα που χάνονται, αλλά κουβαλάμε μαζί μας για πάντα.
Σενάριο-διασκευή ποιημάτων της Συλλογής
Μια καλοκαιρινή ιστορία
ΣΚΗΝΗ 1
ΕΣ. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ. ΜΕΡΑ
Η ΓΥΝΑΙΚΑ (50) οδηγεί, ακούει μουσική και κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Δείχνει λυπημένη. Το τοπίο είναι καλοκαιρινό. Ο ήλιος είναι ψηλά στον ουρανό. Χωράφια με στάχυα και λίγο πιο μακριά η θάλασσα. Στο δρόμο συναντά έναν ΠΛΑΝΟΔΙΟ ΠΩΛΗΤΗ (40) που πουλάει καρπούζια κάτω από μια αυτοσχέδια καλαμωτή.
Στον χωματόδρομο, λίγο πριν το σπίτι του φύλακα της αλυκής σταματάει τη μηχανή και τη μουσική μαζί. Κοιτάζει μπροστά της τη θάλασσα, το σπίτι και τις αλυκές. Βλέπει τον ΦΥΛΑΚΑ (60) που μαζεύει τις καρέκλες, άντρα γοητευτικό, αν και ταλαιπωρημένο.
ΣΚΗΝΗ 2
ΕΞ. ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΦΥΛΑΚΑ ΤΗΣ ΑΛΥΚΗΣ. ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΜΕΤΑ
Η Γυναίκα βγαίνει από το αυτοκίνητο, τον πλησιάζει και τον χαιρετά. Ανταλλάσσουν τυπικές κουβέντες (μακρινό πλάνο). Ο Φύλακας συνεχίζει τη δουλειά του.
Η Γυναίκα προχωράει προς τη θάλασσα, απλώνει στην άμμο την πετσέτα που κρατάει στα χέρια της, βγάζει τα ρούχα της και πλησιάζει τη θάλασσα.
Η γυναίκα κολυμπάει, βγαίνει, ξαπλώνει στην πετσέτα.
Ένα νεαρό ΖΕΥΓΑΡΙ (28) προχωράει μπροστά της. Η Γυναίκα κοιτάζει προς το σπίτι του φύλακα.
Ο Φύλακας ξεχορταριάζει. Παίρνει ένα μπουκαλάκι με νερό και ρίχνει λίγες σταγόνες στους ώμους και στο πρόσωπο.
Η Γυναίκα γυρίζει το βλέμμα προς το νεαρό ζευγάρι και μετά προς τη θάλασσα.
Το τηλέφωνο της ΧΤΥΠΑΕΙ. Βλέπει ποιος είναι αλλά δεν απαντάει.
Ντύνεται, παίρνει την πετσέτα και κατευθύνεται προς το αυτοκίνητο. Κοιτάζει προς το σπίτι του Φύλακα αλλά δεν βλέπει κανέναν.
Η γυναίκα στέλνει μήνυμα. Βλέπει τον Φύλακα από μακριά να την χαιρετά.
ΣΚΗΝΗ 3
ΕΣ. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ. ΜΕΣΗΜΕΡΙ
Η Γυναίκα βάζει μπρος τη μηχανή. Κορνάρει, ανοίγει δυνατά το ραδιόφωνο και φεύγει.
Στο δρόμο βλέπει ξανά τον Πλανόδιο πωλητή με τα καρπούζια και σταματά.
ΣΚΗΝΗ 4
ΕΞ. ΧΩΡΑΦΙΑ. ΜΕΣΗΜΕΡΙ
Βγαίνει από το αυτοκίνητο και τον πλησιάζει. Μπροστά της το νεαρό Ζευγάρι έχει αγοράσει ένα καρπούζι και απομακρύνεται προς την άλλη κατεύθυνση. Το ζευγάρι αγκαλιάζεται και ανταλλάσσει φιλιά.
Η γυναίκα τους κοιτά από μακριά. Χαμογελά.
ΣΚΗΝΗ 5
ΕΞ. ΜΠΑΛΚΟΝΙ. ΒΡΑΔΥ
Το τοπίο αλλάζει. Πολυκατοικίες, αυτοκίνητα και θόρυβοι.
Στο μπαλκόνι, η γυναίκα τρώει μια φέτα καρπούζι και κοιτά τις απέναντι πολυκατοικίες. Αφήνει την φλούδα και τα κουκούτσια που έχει στη χούφτα της επάνω στο τραπέζι. Χαμογελά.









