William Shakespeare, “Τα Σονέτα», Gutenberg, 2016 (εισαγωγή-μετάφραση Λένιας Ζαφειροπούλου)
9Μαΐ
18.
Να σε συγκρίνω με μια μέρα τού καλοκαιριού;
Είσαι γλυκύτερος εσύ και πιο ισορροπημένος.
Ταράζουν άνεμοι σφοδροί τα ανθύλλια τού Μαγιού·
Μικρή είνʼ του θέρους η ζωή κι ο χρόνος μετρημένος.
Είναι φορές που τʼ ουρανού άγριο το μάτι καίει,
Αλλοτε η λάμψη του η χρυσή σβήνει απʼ τα μάγουλά του·
Κι όπως τυχαία κι άστατα πάντοτε η φύση ρέει,
Εκπίπτει κάθε τι όμορφο από την ομορφιά του.
Αλλά το αιώνιο θέρος σου ποτέ δε θα ξεφτίσει,
Την κατοχή τού κάλλους σου ποτέ σου δε θα χάσεις.
Ο Χάρος δε θα καυχηθεί στη σκιά του πως βαδίζεις,
Τον χρόνο μες σʼ αιώνιες γραμμές θα ξεπεράσεις.
Όσο μπορεί μάτι να δει και άνθρωπος να νιώσει,
Τόσο θα ζει και τούτο εδώ, ζωή για να σου δώσει.
20.
Με το ίδιο της το χέρι η Φύση σου ʽχει ζωγραφίσει
Γυναίκας όψη, αφέντη εσύ του πάθους μου κι αφέντρα.
Γυναίκας έχεις καρδιά αβρή που όμως δεν συνηθίζει
Νʼ αλλάζει και να στρέφεται σαν μια γυναίκα ψεύτρα.
Το βλέμμα σου είναι καθαρό, δεν κυνηγά εραστές
Χρυσώνει όποιο αντικείμενο τυχαίνει νʼ ατενίσεις.
Μορφή έχεις άνδρα, μα σου ανήκουν όλες οι μορφές,
Κλέβεις τα μάτια των ανδρών, γυναίκες καταπλήσσεις.
Κι όντως ξεκίνησε γυναίκα η Φύση να σε πλάσει,
Μα η δουλειά την έκανε τρελά να σε λατρεύσει,
Κι έτσι με μια προσθήκη της είπε να με γελάσει,
Κι αυτό το ένα πρόσθετο σ’ έχει για με αχρηστεύσει.
Μα αν για ηδονή των γυναικών σ’ έχει μ’ αυτό εξοπλίσει,
Δώσε μου την αγάπη σου κι άσε σ’ αυτές τη χρήση.














