Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Παντελής Μπουκάλας, «Όταν το ρήμα γίνεται όνομα- Η “αγαπώ” και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών», εκδ. Άγρα, 2016

`

Τα δημοτικά τραγούδια υπέστησαν ό, τι και η αρχαιοελληνική κληρονομιά. Κινδύνεψαν να μαγαριστούν από τους ελληνοκάπηλους κιβδηλοποιούς, των δικτατορικών καθεστώτων συμπεριλαμβανομένων. Τα προστάτεψε όμως η υψηλή ποιητική τους αξία, το εσώτερο ήθος τους. Η ανάκτησή τους με τους τρόπους της ανοιχτόκαρδης αγάπης, αλλά και με τους όρους της ανοιχτόμυαλης ανάγνωσης, στηριγμένης στις μεθόδους και τα πορίσματα της επιστήμης, μόνο να μας ωφελήσει μπορεί. Και να μας τέρψει.
Με τον ανά χείρας τόμο, αφιερωμένο στην εξαιρετική γλωσσική δημιουργικότητα της ποίησης, πρωτίστως της δημοτικής, ξεκινάει το ταξίδι της η σειρά: “Πιάνω γραφή να γράψω… Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι”. Όταν ολοκληρωθεί, θα έχουν διερευνηθεί περί τα είκοσι θέματα. Με την ανώνυμη ελληνική ποίηση πάντα στο κέντρο, αλλά με πυκνές επισκέψεις στην επώνυμη σε όλες τις φάσεις της, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, καθώς και στην ανώνυμη γειτονικών μας λαών. Συντροφοδότης ο κόσμος των παραδόσεων, των παραμυθιών και των παροιμιών, αλλά και της αρχαίας μυθολογίας.
Να πω ιστορίες, αυτό θέλω: την ιστορία μιας λέξης (όπως ή λέξη αγαπώ και η μεταβολή της από ρήμα σε ουσιαστικό: η αγαπώ / ο αγαπώς), ενός μοτίβου (και το μουστάκι του έστριφτε…), ενός λογοτεχνικού τεχνάσματος (λ.χ. οι αδύνατες ευχές), συμβόλων που υπηρετήθηκαν συστηματικά από την ανώνυμη ποίηση (το μαντίλι, η ελιά σαν σημάδι του σώματος, ο αριθμός εννιά), ενός πάθους (το ενεπίγνωστο οιδιπόδειο στα δημοτικά), ενός τραγουδιού (“Κόκκιν’ αχείλι φίλησα”, “Η μάνα η φόνισσα” ή “Ο γυρισμός του ξενιτεμένου”) ή μιας κατηγορίας τραγουδιών (της αγάπης, της ξενιτιάς ή των μοιρολογιών)· τέλος, την ιστορία της σχέσης ορισμένων ποιητών μας (η συγκεκριμένων ποιημάτων τους) με τη δημοτική ποίηση.
Και να πω τις ιστορίες αυτές περίπου κατά τον τρόπο των παραμυθιών: με κλαδιά και κλαδάκια να ξεφυτρώνουν σχεδόν ατιθάσευτα πάνω στον κορμό, και δίχως τον φόβο της επανάληψης. Αλλά και με την παράθεση όσο το δυνατόν περισσότερων ακέραιων τραγουδιών, ώστε να αναμοχλεύεται αποτελεσματικότερα η μνήμη του αναγνώστη. Και να φανερώνεται πλήρης στα μάτια του η ποιητική ωραιότητα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Θεοδόσης Κοντάκης, “Μέρες & Νύχτες του Οδυσσέα”, Κέδρος, 2017

Από τη σκοτεινή χώρα

Καλό είναι να ʼρχεται Κυριακή ο ξένος, πρωί
όταν οι δρόμοι είναι άδειοι στο στενό τόπο· κι η βροχή
βοηθάει, μα μόνο η μυρωδιά της μένει καθώς φτάνει
στις παρυφές – κι ένα μάτι να παρατηρεί: στο βάθος
απʼ το χρωματιστό παράθυρο, μορφές τέσσερις
γύρω στο τραπέζι, χαμηλοθώρες, λουσμένες σε φως
χαμηλό, μυστηριώδες, και να! μια ακτίνα περνά διαγώνια
το φαλακρό κρανίο, τα λευκά μαλλιά, χαϊδεύει την πλάτη-
κι απʼ έξω το μάτι, μια δεξιά στο παράθυρο μια αριστερά
στον τοίχο του κοιμητηρίου· πουλιά κατεβαίνουν
στα μνήματα των κοινωνημένων, ευλαβικά αποθέτουν μικροσκοπικούς σπόρους: τα ʼχε ξαναδεί
όταν στα μισάνοιχτα μπαίνανε παράθυρα
των νοσοκομείων, τα ιερά δωμάτια των ετοιμοθανάτων –
και τώρα, τα πόδια κολλημένα στη γη, ακριβώς ανάμεσα
στο τραγούδι και στη σιωπή· όλα τόσο μακρινά
γιατί και κείνος είναι περαστικός, ένας αόρατος: ο σκύλος
μόνος πλησιάζει, βλέμμα βαθύ – κάποιος τον είχε κλοτσήσει,
θέλησε κι αυτός να μπει μέσα· του ανθρώπου το βλέμμα
πάει ψηλά – φρίκη: το ρολόι χωρίς τους δείχτες·
ζούσε άραγε; να χτύπαγε έστω την καμπάνα – αλλά τώρα
σιγά σιγά βγαίνουν κάτι γριούλες, ψωμί και σταφύλι
τα δώρα τους λάμπουν στο ζαρωμένο χέρι
τροφές αγνές της γης: σύντομα, λέει, και κείνες θα λάμπουν,
όμως υπάρχει εδώ κάτω και μια άλλη ζωή, καρδιά ζεστή
πάλλεται κι αυτή, μα είναι ταγμένη στο τυφλό και κρύο χώμα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Αφίξεις

Κωστούλα Μάκη, «Μερική ηλιοφάνεια», Σειρά Ποιείν 16, εκδ. Μετρονόμος, 2017

`

[Εξώφυλλο: Μίλτος Μιχαηλίδης]

`
Εορτασμοί

Κάθε Χριστούγεννα
εστιάζεις στα αμίλητα ζευγάρια
σε φτηνό εστιατόριο κεντρικού δρόμου.
Πάνω από ένα πιάτο αρακά με πατάτες
νιώθεις σαν σαλιγκάρι που περιμένει να δυναμώσει η βροχή.
Σε σκουντά δύστροπος γέρος ζητώντας ένα εικοσάλεπτο.
Επιβραδύνεις για να σκεφτείς ξανά τους νεκρούς.
Έσω έτοιμος για τα χαϊκού της απόγνωσης
αντίβαρο
στα σενάρια φανατικών
που οραματίζονται αντάρτικα πόλεων.

`
*
Πυγολαμπίδες
Δεν είμαι η ξεχασμένη αρραβωνιαστικιά.
Είμαι βρεγμένο βότσαλο σε τόπο με βρύα και λειχήνες.
Ιδιορρυθμία χωρίς οπτικό ερέθισμα.
Διαβάζεις τάχα μου το εξώφυλλο της μονογραφίας μου.
Μπάρες, παύλες, μαύρες κατάρες.
Σαν πυγολαμπίδες με ελαστική διάθεση.
Μετά βρισκόμαστε στο χειρουργείο,
κάνοντας την τέχνη συνωμοσία.
Διαφεύγεις διαρκώς
αναβοσβήνοντας το φωτάκι σου.
Σε θέλω πίσω.
Μικρά ανθρωπάκια με χέρια καθαρά.
Αγγλίδες περιφρουρούν το Ηνωμένο Βασίλειο
ωσάν το μαυσωλείο του Λένιν.
Γύρνα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Αγγελής Μαριανός, “Πεζολίβαδα”, Θράκα, 2017

ΧΑΣΙΚΑ

Τα υπόγεια θυμούμαι τα.
Μπάλες τα άχυρα, λίγα τα έχνη- να μη λείπουν.
Τριγύρω οι κότες έτρεχαν ανάμεσα στα πόδια μας
κι ο φούρνος, χτισμένος πάνω στη πεζούλα.
Έστεκε χρόνια εκεί, πέμπτο θεμέλιο ασάλευτο.
Σαν έχτισαν το δώμα δεν τον χάλασαν, απόμεινε.
Πυκνός καπνός ξεμύτιζε από μια τρύπα στη βεράντα.
Όχι, δε σήκωσαν απάνω καπνοδόχο να μη χαλά τη θέα.
Ανάλαφρες οι πρωινές πατημασιές δρομολογούν τη ζήση.
Δώσʼτου και ζύμωναν αλεύρι με πολλές κουβέντες.
Ένα ζυμάρι διαλεχτό άπλωνε μες την ξύλινη λεκάνη
Η Ειρήνη τα έπλαθε, τα έκοβε, σωστά καρβέλια χάσικα,
τα άπλωνε στη πινακωτή για να σταθούν να ανεβούν
κι ύστερα πάλι αμόλερνε, φωτιά του φούρνου για να δώσει.
Για μιας, εγιάγερνε τη μπούκα για να ξεπλακώσει,
που σφάλιζε με πέτρα στρόγγυλη – σωστό βαρίδι –
και πάντα έλεγε «Με κόπο γεμίζει το μπουσκέτο»…
Οι αναθυμιάσεις από τα προσανάμματα του θύμου,
ανέβαιναν γκρίζες, θολές και σιωπηλές ως πάνω.
Ο φούρνος έστελνε ψηλά αρπαγμένο τον καπνό
που γίνηκε σινιάλο της χαράς, παρηγοριά της πείνας
να έχουμε ψωμί και σήμερα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιάννης Τζανετάκης, «Θαμπή πατίνα», Πόλις, 2017


Βέβαιος ακόμη

Προφίλ

μʼ εκείνο
το τουίντ σακάκι

σε εξοχή που μόλις
έχει αφυπνιστεί

–το πρώτο φως χαϊδεύεται
στη φόδρα–

ορθός
ευθυτενής

βέβαιος ακόμη για το αύριο

–η κορνίζα
ούτε του περνάει απʼ το νου–

αδημονεί να
ηχήσει

το κλικ της μηχανής

Διαβάστε περισσότερα