ΧΑΣΙΚΑ

Τα υπόγεια θυμούμαι τα.
Μπάλες τα άχυρα, λίγα τα έχνη- να μη λείπουν.
Τριγύρω οι κότες έτρεχαν ανάμεσα στα πόδια μας
κι ο φούρνος, χτισμένος πάνω στη πεζούλα.
Έστεκε χρόνια εκεί, πέμπτο θεμέλιο ασάλευτο.
Σαν έχτισαν το δώμα δεν τον χάλασαν, απόμεινε.
Πυκνός καπνός ξεμύτιζε από μια τρύπα στη βεράντα.
Όχι, δε σήκωσαν απάνω καπνοδόχο να μη χαλά τη θέα.
Ανάλαφρες οι πρωινές πατημασιές δρομολογούν τη ζήση.
Δώσʼτου και ζύμωναν αλεύρι με πολλές κουβέντες.
Ένα ζυμάρι διαλεχτό άπλωνε μες την ξύλινη λεκάνη
Η Ειρήνη τα έπλαθε, τα έκοβε, σωστά καρβέλια χάσικα,
τα άπλωνε στη πινακωτή για να σταθούν να ανεβούν
κι ύστερα πάλι αμόλερνε, φωτιά του φούρνου για να δώσει.
Για μιας, εγιάγερνε τη μπούκα για να ξεπλακώσει,
που σφάλιζε με πέτρα στρόγγυλη – σωστό βαρίδι –
και πάντα έλεγε «Με κόπο γεμίζει το μπουσκέτο»…
Οι αναθυμιάσεις από τα προσανάμματα του θύμου,
ανέβαιναν γκρίζες, θολές και σιωπηλές ως πάνω.
Ο φούρνος έστελνε ψηλά αρπαγμένο τον καπνό
που γίνηκε σινιάλο της χαράς, παρηγοριά της πείνας
να έχουμε ψωμί και σήμερα.

Π/Π/Π

Έφτασαν οι μέρες που το σώμα απλώς
μετατοπίσθη πλησιέστερα στο πνεύμα.
Τότε ορκίστηκαν φιλία αέναη συντροφική.
Ακόμη τότε δεν καταλάβαινα πως χάνομαι
όπως ο Απάτσι από τη προγονική του γη
-το σώμα, η γη, το πνεύμα, οι πρόγονοί μου-
και εγώ αμόνι στοιχείο αντοχής δοκιμασμένο
από τις αμέτρητες σφυριές των πωλητών
από τις ξέπνοες φωτιές αγοραστών αργά
οι πνεύμονες μισοάδειοι από το οξυγόνο
κι όταν τα μπράτσα δεν φούσκωναν πειστικά
τότε το πνεύμα γυμνό αφεντικό αρπαχτικό
χαλάρωνε το σώμα μου για να το παραδώσει
και να αλητέψει αβάσταχτα χωρίς καμία τύψη.
Πώς; –χάθηκα-
Πότε; -αποκολλήθηκα-
Πού; –έφυγες-

Ο ΧΩΡΟΣ

Στριμωγμένος στα λευκά σου πόδια
Χωράω στη ντουλάπα που εσύ με βρήκες
Χωράω μες τις πολύχρωμες σου φούσκες
Στριμωγμένος στα ανήλιαγα σπλάχνα σου
Χωράω στη βάρκα που σέρνεις την παιδική
Χωράω στην ταχεία του μύθου για Χαλκιδική
Στριμωγμένος στο γείσο του καπέλου σου
Χωράω στη λιακάδα της ατέλειωτης μέρας
Χωράω στα χαμόσπιτα και λείπει ο πατέρας
Στριμωγμένος στα ολόλευκα σνίκερ σου
Χωράω στο κενό των αλμάτων της σκέψης σου
Χωράω στη λίμνη των ατέλειωτων δακρύων σου
Στριμωγμένος στα ανήσυχα όνειρα σου
Χωράω στα ανάστροφα χρόνια στο στρώμα
Χωράω και ατρόχιστοι γλιστράμε ακόμα

Ο ΔΟΝ ΑΠΟΜΑΧΟΣ

Έρχεται κατά πάνω μου…
Με κυνηγά, αφράτο κι άσπρο
Σε νέο πλανήτη φέρνει.
Διεγείρομαι.
Σπεύδω ακράτητος.
Δείτε, στα αμπάρια βράζουν τα καζάνια
τον ατμό, που όλο διαστέλλεται
και χώρο διεκδικεί.
Ρίχνω σκοινί για να το πιάσω
μα πέφτει κάτω εκπνέοντας.
Δένω το γάντζο στην άκρη
και ξαναρίχνω.
Γραπώνει το κενό και σκύβω να γλιτώσω.
Πεισμώνω.
Ρίχνω σοφά το δίχτυ
ξυπνώντας τον απόμαχο μέσα μου,
τον επιδέξιο μονομάχο.
Και τότε,
κόβεται σε κομμάτια χοντρά
Χοντρά σα πατάτες που πιάνουν βάρος και πέφτουν
άτακτα κάτω στη γη.
Κρίμα.
Μόλις κατέστρεψα τη βροχή που χρειαζόμουν.

ΙΣΗΜΕΡΙΑ

Τη νύχτα της ισημερίας
ένας ζυγός ισορροπεί
κάλπικες λίρες
αγνώστου πατρίδος
ενώ εμείς γλεντάμε
κύτταρα νεκρά
τʼ απομεινάρια μας.