Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1868-1920), «Το σπίτι του δασκάλου»

[Απόσπασμα]

 

Εκεί ήρθε ξαφνικά, ο πατέρας χαρούμενος μια μέρα και ψιθύρισε κάτι της μητέρας: Η μητέρα μέσα σε κείνα που της απόμειναν είχε κι ένα μικρό σπιτάκι, μια κάμαρα όλο όλο μ’ ένα κομμάτι αυλή. Από χρόνια το είχε νοικιασμένο ένας παπουτσής και κατοικούσε με τη φαμελιά του. Είχε έρθει από τα νησιά δάσκαλος του χορού μαζί και παπουτσής. Τα πρώτα χρόνια έμαθε κάποιους νέους χορό, έπειτα τον ξέχασε κι ο ίδιος, και τώρα ζούσε μπαλώνοντας περσότερα παρά όσα έφτιανε παπούτσια. Όσο ο πατέρας ήταν στα καλά του, δεν του ζητούσαμε νοίκι ποτέ· το έκλεινε η μητέρα στα σιδερωτικά και στη μαστίχα το γλυκό που έστελνε και της έφτιανε η γυναίκα του. Έπειτα που έπεσε ο πατέρας, δοκίμασε να το κλείσει σε μπαλώματα και μετζοσόλες. Μα ο δάσκαλος δούλευε ψεύτικα όσο δεν τον πλήρωναν μετρητά, κι η μητέρα άρχισε να στέλνει να ζητά το νοίκι της δασκάλας, αφού απελπίστηκε πως ο πατέρας θα το έπαιρνε από το δάσκαλο. Η δασκάλα έβγαινε στην πόρτα τριγυρισμένη από ένα πλήθος πόδια ξιπόλητα και αχτένιστα κεφάλια και μας έλεγε πως θα το φέρει μόνη της μητέρας. Έτσι είχαν μαζευτεί κάπου δυο χρόνων νοίκια και σημειωθήκανε και κείνα στα βιβλία του πατέρα.

Γι’ αυτό λοιπόν το σπίτι του δασκάλου, όπως το λέγαμε, βρέθηκε αγοραστής ανέλπιστα, κι ο πατέρας ήρθε στη μητέρα γελαστός εκείνη την ημέρα. Η μητέρα χρειαζόταν χρήματα κι αυτή κι έμεινε αμέσως σύμφωνη να πουληθεί το σπίτι του δασκάλου. Μα φαίνεται το άκουσε ο δάσκαλος, φοβέριξε πως δεν το αδειάζει, κι έτσι ο πατέρας ξαναήρθε βαρύς και σκοτεινός την άλλη μέρα. Ο αγοραστής του είπε πως το παίρνει μόνο αν του το δώσουν αδειανό. Και σα δεν ήταν ο παππούς μπροστά, φώναξε ο πατέρας θυμωμένα:

«Θα του κάνω χαρτιά, να τον πετάξω έξω με το νόμο».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Ο Έλληνας μουσικός Μίκης Θεοδωράκης από το αρχεἰο της γαλλικής Λε Μόντ» (Επιμέλεια –μετάφραση: Στάθης Λειβαδάς)

Ο μήνας Σεπτέμβριος θα μας φέρνει πάντοτε στην μνήμη το βιολογικό τέλος του Μίκη Θεοδωράκη, γιατί άλλο τέλος δεν μπορεί να υπάρχει για τον μεγαλύτερο μουσικοσυνθέτη που ανέδειξε ποτέ η Ελλάδα. Εξ άλλου το είχε πει καλύτερα ο Χαρίλαος Φλωράκης κάποτε στο εξοχικό του Μἰκη στο Βραχάτι: Μετά από 200, 300 χρόνια θα ρωτάνε ποιός ήταν πρὀεδρος της δημοκρατίας στην Ελλάδα το 2000; (τὀτε ἠταν ο Κωστής Στεφανὀπουλος). Ποιος θα το ξέρει; Όμως το μουσικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη θα ζει στους αιώνες!

Όσο τουλάχιστον, προσθέτω εγώ, θα υπάρχει αυτό που οι Γάλλοι αποδίδουν με τον όρο grecité, δηλαδή η τόσο γλυκόλαλη ρωμιοσύνη! Όσο υπάρχει ποίηση στην γκρίζα πραγματικότητα, όσο υπάρχει αντίσταση στην πολιτική οικονομική και πολιτισμική βαρβαρότητα, όσο υπάρχει η προσωπική και συλλογική μνήμη μιας ρόδινης αυγής που έμεινε ένα τελουρικό όνειρο, όσο υπάρχει η γλυκιά προσμονή μιας εξέγερσης τις μικρές νυχτερινές ώρες….

Σαν μια μικρή συμβολή στη μνήμη του παραθέτω συνοπτικά την μετάφραση δυο άρθρων του πολιτιστικού ρεπορτάζ από το αρχείο της γαλλικής εφημερίδας Μοντ, με ημερομηνίες 19 και 21 Φεβρουαρίου του 1959 που αναφέρονται στον ουσιαστικά άγνωστο τότε στο γαλλικό κοινό ταλαντούχο έλληνα μουσικό.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Gottfried Benn, «Τα γενέθλια» (1916) (εισαγωγή- μετάφραση: Νίκος Βουτυρόπουλος)

Το παρόν διήγημα από το πρώιμο πεζογραφικό έργο τoυ Μπεν είναι το τελευταίο από τα πέντε συνολικά, τα οποία γράφτηκαν κατά τα πρώτα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου και εκδόθηκαν το 1916 στη Λειψία, με τον γενικό τίτλο Εγκέφαλοι. Πρόκειται για αυτοβιογραφικά κείμενα, γραμμένα με την τεχνική του κολλάζ, και περιέχουν προσωπικές εμπειρίες, ποιητικές εικόνες και στοχασμούς για την ιστορία και την γλώσσα, καθώς και περιγραφές από την καθημερινότητα, με κύριες αναφορές στις απάνθρωπες συνθήκες ζωής στο Δυτικό Μέτωπο όπου ο Μπεν υπηρέτησε ως στρατιωτικός γιατρός.

 

 

 

**

Στο μεταξύ ο γιατρός ήταν πάνω από είκοσι εννιά χρονών, κ’ η άποψή του για τη
ζωή ήταν να μην προξενεί ιδιόμορφα αισθήματα.
Παρά τη νεαρή του ηλικία, αναρωτιόταν για τα πάντα. Διαρκώς συναντούσε
μπροστά του το ερώτημα για τον σκοπό της ύπαρξης. Τι το προκαλούσε αυτό: ο
κύριος με το αγέρωχο βάδισμα και την ομπρέλα στο χέρι. Η πωλήτρια που καθόταν
μπροστά στη κουφοξυλιά, καθώς σουρούπωνε κι έκλεινε η αγορά. Ο κηπουρός που
γνώριζε όλα τα ονόματα των φυτών: δαφνοκερασιές και κάκτους, κι αυτό ακόμα με
την κόκκινη ρώγα στο νεκρό θάμνο ήταν άραγε απ’ την περσινή χρονιά;
Ο γιατρός μεγάλωσε στη βόρειο-γερμανική πεδιάδα. Φυσικά στις χώρες του νότου
είναι η άμμος ελαφριά και χαλαρή. Ο άνεμος θα μπορούσε, αποδεδειγμένα, να
μεταφέρει κόκκους άμμου σε όλη την επιφάνεια της γης. Όμως εδώ στον βορρά οι
κόκκοι είναι μεγάλοι και βαριοί.
Ποιες ήταν οι εμπειρίες ζωής του: αγάπη, φτώχεια κι ακτινογραφίες, κλουβιά για
κουνέλια και πριν λίγο ένας μαύρος σκύλος που στεκόταν σ’ ανοικτό χώρο και
κούναγε πέρα δώθε το μεγάλο του κόκκινο όργανο ανάμεσα στα πισινά του σκέλια.
Τριγύρω βρίσκονταν παιδιά, βλέμματα κυριών διερευνούσαν το ζώο, άγουροι
νεαροί άλλαζαν θέση, για ν’ απολαύσουν το θέαμα σε προφίλ.
Με ποιον τρόπο τα βίωνε όλα αυτά: μετέφερε κριθάρι απ’ τα χωράφια πάνω σε
αλωνιστικές μηχανές, κι ακόμη: αμύγδαλα, κοφίνια και οπίσθια αλόγων. Μετά είχε
να κάνει με το πρησμένο σώμα μιας κοπέλας, καθώς έπρεπε να γίνει παρακέντηση,
για να ξεπρηστεί. Όμως πάνω απ’ όλα αιωρούνταν ένα σιγανό, γεμάτο αμφιβολία,
«σα να», σα να υπήρχε όντως διάστημα κι αστέρια.
Και τώρα; Η μέρα θα ‘ναι γκρίζα και σιωπηλή, αν θελήσεις να την χαλάσεις. Η
γυναίκα πέθανε, το παιδί έχυσε μερικά δάκρυα. Αυτός ποτέ δε νοιάστηκε πολύ για
το παιδί, αυτή ήταν δασκάλα και τα βράδια έπρεπε να διορθώνει τετράδια
μαθητών. Και μετά ήρθε το τέλος. Η εγκεφαλική επίδραση μέσα και πέρα απ’ τον
ίδιο ολοκληρώθηκε. Προείχε τώρα η αυτοσυντήρηση.
Ποιο ήταν το όνομά του; Βερφ.
Το ονοματεπώνυμο; Βερφ Ρέννε.
Και τι ήταν; Γιατρός σε πορνείο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αντονέν Αρτώ, «Η μεγάλη ημέρα και η μεγάλη νύχτα» (μετφρ: Στέφανος Ευθυμιάδης), εκδ. Αιγόκερως, 1981

ΖΟΥΜΕ, ΠΕΘΑΙΝΟΥΜΕ. ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΤΗΣ
ΒΟΥΑΗΣΗΣ Σ’ ΟΑΑ ΑΥΤΑ; ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΩΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΜΕ ΟΠΩΣ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΣΤΕ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΗΘΙΚΟ ΤΟ
ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΟΥ ΘΕΤΟΥΜΕ:
Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΛΥΣΗ;

Όχι, ή αύτοκτονία είναι άκόμα μιά υπόθεση. Νομίζω πώς έχω τό δικαίωμα ν’ αμφιβάλλω γιά την αύτοκτονια όπως και γιά όλη τήν υπόλοιπη πραγματικότητα. Πρέπει πρός τό παρόν και μέχρι μιά νέα τάξη πραγμάτων ν’
άμφιβάλλουμε σέ φοβερό βαθμό, όχι γιά τήν ύπαρξη, γιά νά μιλήσουμε καθαρά, πράγμα πού είναι έφικτό στόν καθένα, άλλά γιά τήν έσώτερη συγκίνηση καί τή βαθιά εύαισθησία τών πραγμάτων, των πράξεων, τής πραγματικότητας. Αέν πιστεύω μέ τίποτα στό ότι δέν είμαι συνδεδεμένος μέ τήν εύαισθησία μιάς διανοητικής χορδής πού λές καί είναι μετεωρική, κι άκόμα ότι ύστερώ λίγο-πολύ άπό πρακτικούς μετεωρισμούς. Ή οίκοδομημένη καί αίσθητή ύπαρξη τού κάθε άνθρωπου μ’ ένοχλεί, καί δίχως άλλο σιχαίνομαι κάθε πραγματική ύπαρξη. Ή αύτοκτονια δέν είναι παρά ή μυθική καί μακρινή κατάκτηση τών άνθρώπων πού σκέφτονται καλά, άλλά ή καθαυτό κατάσταση τής αύτοκτονίας είναι γιά μένα άκατανόητη. Ή αύτοκτονία ένός νευρασθενικού δέ χρειάζεται μιά κάποια προβολή, άντίθετα μέ την ψυχική κατάσταση ένός άνθρώπου πού θάχε καθορίσει καλά τήν αύτοκτονία του, τίς ύλικές συνθήκες, καί τό λεπτό τού θαυμαστού άποχωρισμού. ‘Αγνοώ τί είναι τά πράγματα, άγνοώ κάθε άνθρώπινη κατάσταση, κανένα πράγμα στόν κόσμο δέν περιστρέφεται γιά μένα, δέν περιστρέφεται μέσα σέ μένα. Υποφέρω τρομερά άπ’ τή ζωή. Δέν υπάρχει κατάσταση, πού νά μπορώ νά φθάσω. Κι είναι άπόλυτα βέβαιο, ότι είμαι νεκρός άπό καιρό, ότι έχω ήδη αυτοκτονήσει. Μ’ αύτοκτονήσανε, δηλαδή. Κι όμως τι θ’ αναλογιζόσαστε για μια αυτοκτονία προγενέστερη, μια αυτοκτονία πού θά μάς έκανε νά παλινδρομήσουμε, αλλά άπ’ τήν άλλη μεριά τής ύπαρξης, καί όχι άπ’ τή μεριά τού θανάτου. Αύτό μονάχα θά ‘χε γιά μένα κάποια άξία. Δέν αίσθάνομαι τήν έπιθυμία τού θανάτου,,αίσθάνομαι τήν έπιθυμία τον νά μην υπάρχεις, τού νά μήν είσαι ποτέ ριγμένος μέσα σ’ αύτή τή διασκέδαση πού σού προσφέρουν οί χαζομάρες^, οί άποκηρύξεις οί άρνήσεις κι οί άχρωμες συναντήσεις, πού είναι τό έγώ τού ‘Αντονέν Άρτώ, πολύ πιό άδύναμο άπ’ αύτόν τόν ίδιο. Τό έγώ αύτού τού περιπλανώμενου σακάτη πού άπό καιρό σέ καιρό έρχεται νά προβάλλει τή σκιά του πάνω στήν όποία έχει φτύσει ·ό ίδιος άπό πολύ καιρό, αύτό τό έγώ τό άνάπηρο, πού σέρνεται στή γή, αύτό τό αύτοδύναμο, άπίθανο έγώ, πού παρ’ όλα αύτά ξαναβρίσκει τόν έαυτό του μέσα στήν πραγματικότητα. Κανένας δέν ένιωσε όπως αύτό τήν άδυναμία του πού είναι ή κύρια, ή ούσιαστική άδυναμία τού άνθρώπινού γένους. Νά καταστρέψει, νά μήν ύπάρξει.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κώστας Μαντζάκος, «Ξενάγηση σε θερινά σινεμά που έκλεισαν ένα-ένα»

Ο ευρύχωρος κήπος του σινεμά ΤΙΤΑΝΙΑ μοσχοβολούσε απ’ το γιασεμί. Οι ψηλοί του τοίχοι καλυμμένοι με βιγνόνιες: ένας παράδεισος – αν και η νεολαία το περιφρονούσε, καθώς έπαιζε αυστηρά εμπορικές, «οικογενενειακές» ταινίες, εγχώριας παραγωγής…μέχρι που σταμάτησαν κι αυτές. Ήταν το αγαπημένο μέρος των γιαγιάδων και των παιδιών, αλλά κι εκείνης της -σχεδόν χαμένης πια- κάστας των συνταξιούχων, που έκαναν το πρωινό τους μπάνιο πριν τις 10 και τα βραδάκια τα αφιέρωναν συνήθως στο κουμ-καν. Ίσως να το είχαν πρωτο-επισκεφτεί προπολεμικά, αρραβωνιασμένοι.
Στη θέση του τώρα δεσπόζει ένα θεόρατο ξενοδοχείο. Το λένε «Θάλασσα», παρόλο που τα δωμάτια κοιτάνε προς την αντικρινή πτέρυγα, σαν τα κελιά των φυλακών στις αμερικάνικες ταινίες. Μπροστά τραπεζάκια, σερβίρουν τα γνωστά: λουκουμάδες, παγωτά. Όπως και παντού αλλού στο χιλιόμετρο της παραλιακής περατζάδας.
Εκ των υστέρων σκέφτομαι: Πού να ξέραμε ότι θα ερχόταν καιρός που θα νοσταλγούσαμε τη …Στυλιανοπούλου;

Διαβάστε περισσότερα