Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Θανάσης Κωσταβάρας, Ο Φόβος του Ακροβάτη και η Ευφορία του Αναγνώστη (μια Συζήτηση με τον Στάθη Κουτσούνη)

(Περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ #1, Αύγουστος 2006)

Μια συζήτηση του ποιητή Θανάση Κωσταβάρα με τον Στάθη Κουτσούνη
Η συζήτηση που ακολουθεί έγινε τον Δεκέμβριο του 1995 στη Σχολή Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, στο πλαίσιο του Λογοτεχνικού Εργαστηρίου, το οποίο είχε συγκροτήσει με μαθητές του Λυκείου ο ποιητής και διδάσκων στη Σχολή Στάθης Κουτσούνης. Οι μαθητές ανέγνωσαν την ποιητική συλλογή Ο φόβος του ακροβάτη, ανίχνευσαν με τη συμβολή του καθηγητή τους τις βασικές συνισταμένες της ποίησης και της ποιητικής του Θανάση Κωσταβάρα και εν συνεχεία προσκάλεσαν τον ποιητή στο Σχολείο, προκειμένου να συζητήσουν μαζί του για το βιβλίο και γενικά για την ποίηση.
Σ. Κουτσούνης: Κύριε Κωσταβάρα, σας καλωσορίζουμε! Όπως βλέπετε, οι μαθητές μου κι εγώ είμαστε μια μικρή συντροφιά που αγαπάμε τη λογοτεχνία. Στο πλαίσιο του Λογοτεχνικού Εργαστηρίου, που έχουμε συστήσει στο Λύκειο της Σχολής μας, διαβάσαμε το βιβλίο σας Ο φόβος του ακροβάτη και αισθανόμαστε ιδιαίτερη χαρά που έχουμε σήμερα μαζί μας τον δημιουργό του. Μας είναι γνωστό ότι οι εποχές είναι δύσκολες για την τέχνη του λόγου, το αναγνωστικό κοινό έχει στραφεί προς μια μορφή υποβαθμισμένης, εύπεπτης «λογοτεχνίας», παραλογοτεχνίας ενίοτε, και βέβαια έχουμε την αίσθηση ότι οι αναγνώστες της ποίησης περιορίζονται ολοένα και περισσότερο. Εσείς τι θα λέγατε για όλα αυτά; Είναι έτσι τα πράγματα;
Θ. Κωσταβάρας: Ποτέ βέβαια η ποίηση δεν είχε ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό. Πολύ χειρότερα είναι τα πράγματα στην εποχή μας, όπου με τη μεγάλη ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει πολύ στενέψει ο κύκλος των τρόπων επικοινωνίας του ποιητή με τους αναγνώστες. Αλλά, το να βρίσκει κανείς μέσα στη νεολαία και έναν στους χίλιους, ας πούμε, που να έχει ενδιαφέρον για την ποίηση είναι πολύ σημαντικό. Ας μην ξεχνάμε ότι, ακριβώς επειδή βρισκόμαστε σε μια εποχή, όπως την είπαμε προηγουμένως, τεχνοκρατούμενη, θα πρέπει να έχουμε υπόψη τι είναι η τέχνη γενικά και από τι μας προφυλάσσει. Μια εποχή η οποία θα είναι χωρίς τέχνη έχω την εντύπωση ότι θα σημάνει μια έκπτωση του ανθρώπινου πολιτισμού –ο πολιτισμός θα εκπέσει σε μια εποχή βαρβαρότητας. Η οποία τέχνη δεν είναι μόνο ικανή να διαμορφώνει και να εξελίσσει την αισθητική μας, το γούστο μας, αλλά είναι και ένας τρόπος επιμέτρησης των σχέσεων και της θέσης που έχει ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο. Ένας τρόπος αυτογνωσίας, θα έλεγα, διότι γνωρίζοντας το περιβάλλον του φτάνει στο σημείο να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του. Μπορούμε να φανταστούμε πώς θα ήταν η σημερινή εποχή, εάν δεν υπήρχε πριν από την εποχή μας ο Όμηρος, αν δεν υπήρχε ο Αισχύλος, αν δεν υπήρχε ο Ντοστογιέφσκι, αν δεν υπήρχε ο Σολωμός; Τι θα ήταν η εποχή η σημερινή; Είναι ένας κίνδυνος τον οποίον αντιμετωπίζει σήμερα ο σκεπτόμενος άνθρωπος, και από αυτής της απόψεως λέω ότι είναι ενθαρρυντικό, είναι παρήγορο και κολακευτικό, μπορεί να πει κανείς, το να βρίσκεται κάποιος απέναντι σε καμιά δεκαπενταριά ανθρώπους, νέους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν αγνοήσει, για λίγο έστω, το ποδόσφαιρο· όχι ότι πρέπει κανείς κι αυτό να το αποκλείει βέβαια, αλλά να διατηρεί, ας πούμε, νησίδες επιβιώσεως, αισθητικής επιβιώσεως, πέρα από την τηλεόραση, πέρα απʼ το ποδόσφαιρο, πέρα απʼ τη ντισκοτέκ, όπου κι εκεί φυσικά θα πηγαίνει, αλλά παράλληλα πρέπει να εξελίσσει το πνεύμα του, να εξελίσσει το γούστο του, να εξελίσσει το αίσθημά του μέσα από την τέχνη.
Αυτά σαν πρόλογος. Εάν θέλετε να κουβεντιάσουμε για το βιβλίο και γενικότερα για την ποίηση, ευχαρίστως να κάνουμε ένα διάλογο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Παναγιώτης Λιναρδάκης, Στο Βυθό

Γεια σας.
Με λένε Λούκας, έχω γεννηθεί στη Σαρδηνία, ζω στην Αθήνα.
Έχω μανιοκατάθλιψη από τα 35 μου.
Ασθένεια σύγχρονη, δεν αφήνει τίποτα ίσιο. Καταφέρνει να κάνει τη ζωή σου άνω κάτω. Εμφανίζεται με έντονη σκέψη.
Γι’ αυτό παιδιά μη σκέφτεστε πολύ.
Είναι ένας λαβύρινθος ή καλύτερα μια σπείρα που αναπτύσσεται.

ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ

Παναγιώτης Λιναρδάκης

Πονεμένο Αλκατράζ, τρεις κι ο κούκος, αθυρόστομοι πονάω. Πολεμοχαρής σπείρα, σίδερα μεταλλικά. Πονάω σας λέω, πονάω πολύ. Από το 1999 με τη μανιοκατάθλιψη, ασθένεια σύγχρονη όπως ο χορός του Παπαϊωάννου, καταφέρνει να κάνει τη ζωή σου άνω κάτω, εμφανίζεται με έντονη σκέψη, γι’ αυτό παιδιά μη σκέφτεστε πολύ. Παιδιά που είσαστε; Πονάω σας λέω. Αυτή η ασθένεια παρατείνει το όριο ηλικίας, γιατί γίνεται καταστολή με χάπια, χημικοί άνθρωποι συσπειρωθείτε. Κλείστε πόρτες, παράθυρα, πύλες, γι’ αυτό υπάρχουν οι κλινικές χειρότερες από τις φυλακές του 20ου αιώνα, με ηλεκτροσόκ και όλα τα συναφή. Επανέρχομαι στη σκέψη. Χαλαρά, πάρτε κομπιούτερ για να έχετε δίσκο. Έτσι πρέπει να είναι δομημένη η σκέψη σας. Πάντα πρέπει να υπάρχουν όρια. Η καταστολή αυτή αξιολογείται με καθημερινή άσκηση του εγκεφάλου, μπάνιο, έξοδα περιορισμένα, πολλές ώρες ύπνου. Αυτό που βλέπεις είναι εξωπραγματικό. Είναι σαν να έχεις πρεσβυωπία και να περνάς κλωστή στη βελόνα. Γι’ αυτό υπάρχει και η δύναμη του χαρακτήρα που αποτρέπει την εξασθένηση των λίγων σκέψεων. Έπειτα συνυπάρχουν οι πέντε αισθήσεις, τεμαχισμένες ως το κόκαλο. Ακούς και βλέπεις οράματα, με μάτι σαν του ψαριού, λες άσκοπα λόγια, σωρηδόν με καταξίωση του υποσυνειδήτου. Πρωτοφανής καταστροφή. Καταστροφή στο ίσιωμα. Βλέπεις με το τρίτο μάτι; Μοιάζει με το σπήλαιο του Άδη στο Ταίναρο. Το τρίτο μάτι γεμίζει τις κλινικές ασύστολα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Λογοτεχνία και Διαδίκτυο, Βιβλιοθήκη “Ελευθεροτυπίας”, 1/9/2006

Λογοτεχνία και Διαδίκτυο

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΡΟΥΛΗ

Στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης τα πάντα αλλάζουν και μαζί τους και η λογοτεχνία, που μπορεί πλέον να πάρει τη μορφή ενός άυλου κειμένου, το οποίο ταξιδεύει χωρίς προορισμό, με τη μορφή του να βρίσκεται σε διαρκή ρευστότητα και να εξαρτάται άμεσα από το βαθμό της διάδρασης ανάμεσα στον αποστολέα και τον αποδέκτη.

Οσο για τους συγγραφείς, έχουν κιόλας αρχίσει, όπως προκύπτει και από αυτά τα οποία δηλώνουν στο ανά χείρας τεύχος της «Βιβλιοθήκης», να στήνουν ή να «ανεβάζουν» ιστοσελίδες, να κοινοποιούν πληροφορίες για το έργο τους ή να συμμετέχουν σε συλλογικές προσπάθειες προώθησης της λογοτεχνίας, παίρνοντας μέρος σε διάφορες συζητήσεις και δημοσιεύοντας κομμάτια τους σε ηλεκτρονικά περιοδικά. Υπάρχουν, βεβαίως, και οι πιο προωθημένες περιπτώσεις: εκείνοι που χρησιμοποιώντας το Διαδίκτυο προσφέρουν στον αναγνώστη όχι μιαν απλή γραμμική αφήγηση, αλλά την ευκαιρία να διαλέξει, να απορρίψει, αλλά και να επιστρέψει ή να ξαναδοκιμάσει τη διαδρομή του μέσα στο κείμενο, ανάλογα με την πλοήγηση της επιλογής του. Κι όλα αυτά, βεβαίως, χωρίς ποτέ (ή χωρίς ακόμη) να καταργείται ο παραδοσιακός χώρος του βιβλίου, που δεν είναι άλλος από τον πάντα τακτοποιημένο κόσμο της τυπογραφίας.

Μόλις τίθεται το ζήτημα «Λογοτεχνία και Διαδίκτυο» έχεις ήδη εισέλθει στο δικτυακό λαβύρινθο, είσαι υποχρεωμένος να αναμετρηθείς με τα νέα μέσα. Περικυκλώνεσαι από το θόρυβο της πληροφορίας, ταξιδεύεις στους υπερκειμενικούς ωκεανούς, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν έχεις να κάνεις με καινούριο καθεστώς αλλά με μια κατάσταση από καιρό εγκαθιδρυμένη, όμως ακόμη εν εξελίξει -για πάντα. Μιλάς για πράγματα που σε έχουν ήδη ξεπεράσει. Είναι τέτοια η δύναμη και η ταχύτητα της μετάδοσης, ώστε το καινούριο γρήγορα γίνεται παλαιό. Ζούμε ήδη την πραγματικότητα που θέλουμε να προλάβουμε, και γι’ αυτό δυσκολευόμαστε να συγχρονιστούμε. Καταφεύγουμε στο παρελθόν και το μέλλον για να βρούμε μέτρο σύγκρισης και γραμμή πλεύσης. Βρισκόμαστε όμως ήδη εδώ (ή εκεί, ανάλογα με την οπτική γωνία) -χαμένοι στην πληροφορία. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτό που συμβαίνει. Μπορούμε ωστόσο να επιχειρήσουμε να το κατανοήσουμε και να τοποθετηθούμε απέναντί του. Το παιχνίδι δεν αλλάζει, οι κανόνες του όμως είναι πάντα υπό αίρεση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Georges Bataille, Το Γατίσιο Μάτι

Ζωρζ Μπατάϊγ: Η Ιστορία Του Ματιού

(απόσπασμα)
Το Γατίσιο Μάτι

Με μεγάλωσαν εντελώς μόνο κι απ’ όσο θυμάμαι, κάθε τι που ‘χε σχέση με το σεξ, μου ‘φερνε αγωνία. Ήμουν γύρω στα δεκάξι όταν γνώρισα στη παραλία του χωριού Χ. ένα κορίτσι συνομήλικό μου, τη Σιμόν. Οι οικογενειές μας είχανε μακρινή συγγένεια, γι’ αυτό και τα πρώτα μας πάρε-δώσε, προχωρήσανε πολύ γρήγορα. Τρεις μέρες μετά τη γνωριμία, βρεθήκαμε μόνοι οι δυο μας στη βίλα της. Φορούσε μαύρη ποδιά μ’ άσπρο κολαριστό γιακά. Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ πως το άγχος που μ’ έπιανε όταν την έβλεπα, την έπιανε κι εκείνη με μένα, ένα άγχος που τη μέρα κείνη, ήταν ακόμα μεγαλύτερο επειδή έλπιζα πως κάτω από τη ποδιά της ήταν τελείως γυμνή.
Φορούσε μαύρες μεταξωτές κάλτσες που φτάνανε πάνω από το γόνατο, ακόμα όμως δεν είχα καταφέρει να τη δω μέχρι τον κώλο (αυτή η λέξη, που χρησιμοποιούσαμε πάντα με τη Σιμόν, ήτανε για μένα το πιο ωραίο απ’ όλα τα ονόματα του σεξ). Φανταζόμουνα μόνο πως έτσι και σήκωνα λιγάκι τη ποδιά από πίσω, θα ‘βλεπα τ’ απόκρυφα μέρη της.
Σε μια γωνιά του διαδρόμου ήταν αφημένο ένα πιάτο με γάλα για τη γάτα.
-“Τα πιάτα είναι για να καθόμαστε”, είπε η Σιμόν. “Τι στοίχημα βάζεις ότι μπορώ να κάτσω μες στο πιάτο”;
-“Βάζω στοίχημα πως δε θα τολμήσεις”, απάντησα σχεδόν με κομμένη ανάσα.
Έκανε αφόρητη ζέστη. Η Σιμόν ακούμπησε το πιάτο σ’ ένα σκαμνάκι, στήθηκε μπρος μου και με τα μάτια της καρφωμένα στα δικά μου, κάθισε χωρίς να μπορώ να τη δω κάτω από τη ποδιά και μούσκεψε τους ζεματιστούς γλουτούς της στο δροσερό γάλα. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι άρχισα να τρέμω, ενώ αυτή κοίταζε το σηκωμένο πέος μου που πίεζε από μέσα το πανταλόνι μου. Έμεινα έτσι για λίγο ασάλευτος μπροστά της. Δε κουνήθηκε από τη θέση της και για πρώτη φορά, είδα τη ροδόμαυρη σάρκα της που δροσιζότανε μες στο κάτασπρο γάλα. Καθίσαμε σ’ αυτή τη στάση πολλήν ώρα κι είμασταν κι οι δυο συγκλονισμένοι…
Ξαφνικά σηκώθηκε πάνω κι είδα το γάλα να τρέχει στα μπούτια της και να φτάνει ως τις κάλτσες.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ναγκίμπ Μαχφούζ (1911-2006), Aντίο

naguib-mahfouz.jpg

Στα 95 του «έφυγε» ο νομπελίστας συγγραφέας Ναγκίμπ Μαχφούζ

Η μεγαλύτερη δόξα του αραβικού κόσμου

«Πιστεύω στη ζωή και τον άνθρωπο. Αισθάνομαι υποχρεωμένος να υπερασπιστώ τα υψηλότερα ιδανικά του, εφόσον πιστεύω πως είναι αληθινά κι αφού είναι δειλία να αποφεύγει κανείς το ανθρώπινο καθήκον του. Επίσης θεωρώ τον εαυτό μου υποχρεωμένο να επαναστατεί εναντίον ιδανικών που πιστεύω πως είναι ψευδή και δεν εξυπηρετούν το σύνολο της ανθρωπότητας, αλλά μονάχα μεμονωμένες ομάδες ανθρώπων».

Σε τούτα τα λόγια του βασικού ήρωά του, Αχμέντ, στο τέλος της μυθιστορηματικής «Τριλογίας του Καΐρου», ίσως συνοψίζεται με τον καλύτερο τρόπο η φιλοσοφία και η στάση ζωής του Αιγύπτιου νομπελίστα συγγραφέα Ναγκίμπ Μαχφούζ, που έφυγε χθες σε ηλικία 95 ετών σε νοσοκομείο του Καΐρου, όπου νοσηλευόταν εδώ και δύο εβδομάδες (ήταν παντρεμένος με την Ατιάτ Αλάα κι αφήνει δυο κόρες, την Ουμ Καλσούμ και τη Φάτμα). Η κηδεία του γίνεται σήμερα σε τζαμί του Καΐρου. Η σορός του, καλυμμένη με την αιγυπτιακή σημαία, θα μεταφερθεί επάνω σε κιλλίβαντα πυροβόλου.

Υπήρξε ο πιο φημισμένος συγγραφέας, όχι μόνο της αιγυπτιακής αλλά και αραβικής λογοτεχνίας για τον 20ό αιώνα. Ταξίδεψε εκατομμύρια αναγνώστες με ιστορίες που αναπαριστούσαν τον μικρόκοσμο και τις γειτονιές της πόλης που λάτρεψε, του Καΐρου. Γραφή απλή και χυμώδης, άλλοτε ρεαλιστική, άλλοτε συμβολική κι άλλοτε ένα κράμα και των δύο στοιχείων. Το λογοτεχνικό σύμπαν του συμπυκνώνεται σε τουλάχιστον πενήντα βιβλία (μυθιστορήματα και διηγήματα), τα οποία έχουν μεταφραστεί σε 25 γλώσσες.

Διαβάστε περισσότερα