Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Aλέξανδρος Κοτζιάς, «Αντιποίησις αρχής», εκδ. Κέδρος, 1979

Σ’ έναν Τριακονταετή Πόλεμο πολλοί είναι εκείνοι που εκούσια ή ακούσια θυσιάζονται. Υπάρχουν όμως και κάποιο δεξιοτέχνες της επιβίωσης που μεθοδικά και αδίσταχτα αξιοποιώντας τα όσα προσόντα τους χάρισε η φύση επιδιώκουν ένα και μοναδικό σκοπό: να διολισθήσουν μέσα από τη κοινή δοκιμασία αλώβητοι. Τέτοιος προικισμένος δεξιοτέχνης είναι και ο ήρωας αυτού του βιβλίου.

Το κρίσιμο τριήμερο της φοιτητικής εξέγερσης στις 14, 15 και 16 Νοεμβρίου 1973 τον ρίχνει βέβαια σε μια δεινή εμπλοκή που τον αναγκάζει να κινητοποιήσει όλες του τις δυνάμεις για να εξασφαλίσει την προσωπική σωτηρία του. Συνάμα δίνει το έναυσμα για μια συνοπτική και γόνιμη και διδακτική αναδρομή στο νεοελληνικό Τριακονταετή Πόλεμο. Ωστόσο, ο αναγνώστης θα πρέπει να σημειώσει ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι ιστορία ή χρονικό. Ο συγγραφέας του φιλοδόξησε να γράψει κάτι πιο αληθινό από την ιστορική αλήθεια – ένα μυθιστόρημα.

(Aπό το βιβλίο)

 

**********************************************************************************************************

Κριτική παρουσίαση του βιβλίου

 

 

Ανοίγοντας το πρώτο κεφάλαιο την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου του 1973, στο πνιγηρό υπόγειο του Μένιου Κατσαντώνη και της Βούλας Γιαμπά, το υπόγειο που «ζέχνει τηγανίλες αξημέρωτα» και  «ζέχνει καταβόθρα ψόφιο ποντίκι ο φωταγωγός«, ενώ «σκουπιδαριό ντουμάνι έχει φλομώσει καμένο λάδι«, κι ενώ πριν το καταλάβεις είσαι μέσα, εκεί που η Βούλα τηγανίζει μπακαλιάρο για πρωινό και «σκληρίζει από το κουζινάκι μαζί με του μπακαλιάρου το τσιτσίρισμα» περνώντας το Μένιο γενεές δεκατέσσερις (και ήδη αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι και η αφήγηση μιλά τη γλώσσα τους γι’ αυτό και σ’ έχει κυκλώσει), και μέχρι αυτός να κλείσει πίσω του την πόρτα στην μπόχα και στις απειλές της, θα ‘χει αναπολήσει τα πρώτα βασικά από το βίο και την πολιτεία του, δε ξέρεις τι θες: να βγεις έξω το γρηγορότερο ή να συνεχίσεις. Και όταν βγαίνοντας ο Μένιος έξω, αν ελπίζεις πως αυτό που διαβάζεις είναι μια περιγραφή της πρωινής ρουτίνας του δρόμου με το πηγαινέλα των γειτόνων, γρήγορα καταλαβαίνεις πως όχι: είναι το μάτι του χαφιέ που καταγράφει. Οπότε κι υποψιάζεσαι τους όρους και ότι είσαι μόνο στην αρχή μιας ανοίκειας οικειοποίησης, που δεν ξέρεις αν τη θες.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«”Το εγώ είναι ένας άλλος”/ Αρθούρος Ρεμπώ: 170 χρόνια από τη γέννησή του» (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)


20 Οκτωβρίου 1854 – 10 Νοεμβρίου 1891

 

Το εγώ είναι ένας άλλος

Τα μεγαλύτερα πειραχτήρια στη ζωή είναι οι άνεμοι, τα παιδιά, και οι συνειδήσεις, χτυπάνε την πόρτα, ανοίγεις να δεις ποιος είναι και έχουν εξαφανιστεί. Σε έχουν εγκαταλείψει στα χέρια μια ημιτελούς ενδοσκόπησης και μιας ατέρμονης αναζήτησης.

Τα ξυπνητήρια δεν κάνουν τέτοια, σε ταράζουν σου καρφιτσώνουν έναν εκνευρισμό στο πάνω χείλος και σε παρατούν να ψάχνεις να βρεις τα ίσα σου για κάμποση ώρα.

Βγήκα από το ξενοδοχείο στη Ζενεβιλιέ, το ibis budget Gennevilliers Asnières τη στιγμή που τα φώτα της πόλης έσβησαν, χωρίς τα φώτα της μέρας να έχουν ακόμα ανάψει. Χαμογέλασα για την σύμπτωση, μια αστραπή φώτισε τον τόπο γύρω κι έβαλε αποσιωπητικά κι ένα μικρό ερωτηματικό στο χαμόγελό μου. Τι ψάχνουν οι αστραπές καλοκαιριάτικα αναρωτήθηκα. Πέρασα την τριγωνική πλατεία και στάθηκα στη στάση πυροβολώντας δεξιά και αριστερά την ακινησία της λεωφόρου με ασημένιους ήχους και κίτρινα επιφωνήματα. Όμορφο μα και λίγο τρομακτικό θέαμα η ερημιά, είπα λες και υπήρχε κάποιος δίπλα μου, που θα διαφωνούσε ή θα συμφωνούσε μ’ αυτό που βρυχήθηκα. Πισωπάτησα και ανέβηκα πάλι στην τριγωνική πλατειούλα, που φαίνεται πως δεν την σχεδίασε κανείς, μόνο προέκυψε σαν περίττωμα της δημιουργίας των γύρω δρόμων.

Η καλύτερη γωνιά, το πιο όμορφο ύψωμα, το πιο ανοιχτό πλάτωμα είναι αυτό της περισυλλογής, από κει μπορείς να παρατηρήσεις καλύτερα το φίλο σου, να εξετάσεις πιο καλά τον εαυτό σου, να θαυμάσεις και χωρίς εμπόδια να καταργήσεις τον κόσμο.

Το πρόγραμμα σήμερα είχε Ορσέ. Μέχρι όμως να ξυπνήσουν ο Αλέξανδρος και η Αναστασία, ο γιος μου και η γυναίκα μου, για να κατηφορίσουμε προς το μουσείο είχα μπόλικο και πολύτιμο χρόνο να σπαταλήσω, γιατί λατρεύω τα πρωινά σε άγνωστους τόπους, όπως μου αρέσει οτιδήποτε βρίσκεται στο μεταίχμιο είτε είναι χρόνος, είτε είναι χώρος είτε είναι πραγματικό είτε είναι φανταστικό κι όπως έλεγε ο Ζαν-Νικολά-Αρτύρ Ρεμπώ

«Αυτά που μου αρέσουν είναι: οι αφηρημένοι πίνακες ζωγραφικής, τα διακοσμητικά στις εξώπορτες, τα σκηνικά, οι μεταμφιέσεις περιπλανώμενων θιάσων, τα διαφημιστικά φυλλάδια, οι λαϊκοί διάκοσμοι, η ντεμοντέ λογοτεχνία, τα Λατινικά της εκκλησίας, τα ανορθόγραφα ερωτικά βιβλία». Ένας λόγος από τους πολλούς λόγους για τους οποίους θα περνούσαμε τη μέρα μας στο Μουσείο συνέχεια και προέκταση του Λούβρο ήταν και ο Ρεμπώ, αλλά το λεωφορείο μόλις φρέναρε μπροστά μου, να βολευτώ και θα σας πω στη συνέχεια για το Μουσείο, τον Ρεμπώ και τις διαδρομές μου ανάμεσα στα δυτικά της πόλης, τους ακατανόητους στίχους, τις ιμπρεσιονιστικές απεικονίσεις.

Πήρα το 138 και στη στάση Μιττεράν μετά την πλατεία Ρεπυμπλίκ και στη συνέχεια το 74 για να κατέβω στο κέντρο στη Ριβολί κι από κει με το 72 μετά με το 73 να φτάσω στα δυτικά στη Ντεφάνς και στη Μεγάλη Αψίδα. Όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν πολύ απλά αν από τα ΒΔ της Ζενεβιλιέ που ήταν το ξενοδοχείο μας, έπαιρνα το 258 το λεωφορειάκι και κατέβαινα λίγο πιο Νότια στα Δυτικά του Παρισιού. Αλλά μου άρεσε, με τρέλαινε η ιδέα να βλέπω το κέντρο της πόλης ξημερώματα, τις πλατείες ακόμα αχρησιμοποίητες, τα κτίρια υποφωτισμένα και τους δρόμους αγουροξυπνημένους. Μου άρεσε να βλέπω την πλατεία Κονκόρντ και τα Ηλύσια Πεδία και όλα τα τοπόσημα της πόλης εκτός ‘’τουριστικού ωραρίου’’, ήταν πως να το κάνουμε, πιο παρθένα, πιο αυθεντικά, πιο καθαρά πιο μεσαιωνικά, ήταν πιο ο εαυτός τους.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ποιητικό Καφενείο

«Για την “Περσεφόνη” του Γιάννη Ρίτσου στο θέατρο Φούρνος» (γράφει η σκηνοθέτρια Άσπα Τομπούλη)

Η «Περσεφόνη» του Ρίτσου επιστρέφει στον «Φούρνο»/ Σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία Άσπα Τομπούλη

Β’ σεζόν/ Θέατρο Φούρνος/ 19 Οκτωβρίου – 24 Νοεμβρίου 2024

 

Η Περσεφόνη (και όλα τα ποιήματα της Τέταρτης Διάστασης) αρχίζει με μία εισαγωγική περιγραφή όπου, εν είδει σκηνικών οδηγιών, ο Ρίτσος -με την πρώτη κιόλας φράση- προσδιορίζει το στίγμα της ηρωίδας του την οποία αποκαλεί “Ταξιδιώτισσα”: “Έχει γυρίσει, όπως κάθε καλοκαίρι, απ’ την ξένη σκοτεινή χώρα, στο μεγάλο, εξοχικό, πατρικό της σπίτι – πολύ ωχρή, σαν κουρασμένη απ’ το ταξίδι, σαν άρρωστη απ’ τη μεγάλη διαφορά κλίματος, φωτός, θερμότητας”.

Ο Ρίτσος ανατρέπει τον μύθο: η Περσεφόνη κατεβαίνει στον Άδη με την θέλησή της – δεν υπάρχει αρπαγή και βιασμός. Αφημένη στα χέρια του Πλούτωνα, περιγράφει την κάθοδό της ως “ένα εξαίσιο γλίστρημα”. Μας λέει ότι προτιμά το σκοτάδι από το “αμείλικτο φως” του ήλιου, “τον ακίνητο θόρυβο της αιώνιας σιωπής” από τη ασυνάρτητη βουή του κόσμου, επειδή το σκοτάδι είναι “ακέριο, συμπαγές και διάφανο…αναμάρτητο” ενώ η “δεσποτεία” και η “τρομερή έπαρση του ήλιου”είναι αβάσταχτη.

Στον συντομότερο ίσως μονόλογο της Τέταρτης Διάστασης, ο ποιητής μιλά για το αντικείμενο του πόθου -το ανδρικό σώμα- με έναν καταλυτικό, διάχυτο αισθησιασμό που δεν συναντάμε στους άλλους μονολόγους της συλλογής. Μολονότι υπάρχουν και εδώ οι ιδεολογικοπολιτικές νύξεις, όπως υποδηλώνει άλλωστε και η απόρριψη του υπαρκτού κόσμου από την ηρωίδα. Στην Περσεφόνη ο ποιητής μιλά για την απελευθέρωση του ανθρώπου μέσα από την εκπλήρωση της ερωτικής επιθυμίας ενώ συγχρόνως διερευνά τα όρια της ελευθερίας επιλογής και το ερωτικό πάθος.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σπύρος Αραβανής, «Υπογραμμίσεις»

Βλέπεις τις υπογραμμίσεις σε βιβλία που ξανά διαβάζεις και συναντάς και πάλι εκείνον. Πού πήγαν τόσα χρόνια; Γιατί τα βιβλία δεν άλλαξαν;
   Άλλοτε καμαρώνεις πως ήξερε τι να σημειώσει. Νιώθεις υπερηφάνεια που διάβαζε σωστά, στεκόταν στα κατάλληλα σημεία-όπως και εσύ σήμερα. «Τον μπαγάσα» λες, «αν και τόσο νέος, κοίτα που είχε καταλάβει!». Χαϊδεύεις το χρώμα πάνω στο τυπογραφικό, όπως τον παλιό σου φίλο που στέκεται ξανά μπροστά σου. Είσαστε πια δύο άλλοι πάνω από την ίδια σελίδα, αλλά μαζί. Νοτισμένοι σαν τα μαύρα γράμματα πάνω στο λευκό.
   Άλλοτε πάλι, ντρέπεσαι, θες να αλλάξεις βιαστικά το φύλλο. Δεν έγινες αυτό που σημείωσε. Δεν έκανες ούτε το ελάχιστο από αυτό που ήλπιζε ότι θα κάνεις, όταν κύκλωνε τις λέξεις. Πασχίζεις να σβήσεις την υπογράμμιση, να ξεχαστούν όλα. Μάταιος κόπος. Μένει για πάντα η κηλίδα. Η δική του κηλίδα.
   Καμία φορά κοιτάς με ζήλεια. Ήταν νέος, το βλέπεις από τη βιασύνη που υπογράμμιζε, την έξαψη να συγκρατήσει μέσα σε ασύμμετρες γραμμές, που έπεφταν πάνω στα γράμματα ή έβγαιναν στο περιθώριο, όλο το φως που ανέβλυζε στις λέξεις και τον τύφλωνε. Σήμερα έχεις την ψυχραιμία να διαβάσεις και διαγωνίως. Να μην έχεις δίπλα σου το υπογραμμιστικό. «Δεν πειράζει, ας μη το σημειώσω», λες. «Θα το θυμάμαι». Στην επόμενη στροφή του βιβλίου, το έχεις κι όλας ξεχάσει. Ανάμεσα σε σένα και τις λέξεις υπάρχει χρόνος, μέρες, πια, βδομάδες, μπορεί και μήνες. Όπως υπάρχουν και γυαλιά. Πού να τα βγάζεις για να γαβγίσεις στα αστέρια από τη χαρά της έκπληξης; Ποια έκπληξη; Πόσο διαρκεί;
Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μαρία Μανωλοπούλου, “«Ένα κουκλόσπιτο» του Xένρικ Ίψεν/ δραματουργική ανάλυση από κοινωνιολογική οπτική. Από το φεμινιστικό κίνημα του 19ου αιώνα στην πραγματικότητα του #MeToo”, εκδ. Υψικάμινος, 2024

ΝΟΡΑ: Έχω άλλες εξίσου ιερές υποχρεώσεις
ΧΕΛΜΕΡ: Τίποτα δεν έχεις. Για ποιες υποχρεώσεις μου μιλάς τώρα;
ΝΟΡΑ: Υποχρεώσεις απέναντι σε μένα την ίδια.
ΧΕΛΜΕΡ: Πριν από όλα είσαι σύζυγος και μητέρα.
ΝΟΡΑ: Πάει αυτό πια – δεν πιστεύω σε τίποτα! Πριν από όλα είμαι άνθρωπος, ακριβώς σαν κι εσένα – ή μάλλον προσπαθώ να γίνω. Ξέρω καλά Τόρβαλντ πως ο κόσμος θα δώσει σε σένα δίκιο, και κάτι τέτοια γράφουν και τα βιβλία. Αλλά το τι λέει ο κόσμος και το τι γράφουν τα μυθιστορήματα δεν μπορεί πια να είναι κριτήριο για μένα. Πρέπει μόνη μου να σκεφτώ για να ξεκαθαρίσω μέσα μου τα πράγματα.

 

****************************

Στην παρούσα μελέτη η επιστημονική έρευνα εστιάζει το ενδιαφέρον της στη δραματουργική και κοινωνιολογική ανάλυση του θεατρικού έργου του Χένρικ  Ίψεν, «Ένα κουκλόσπιτο», με βασικό άξονα τη θέση της γυναίκας στα πλαίσια της πατριαρχικής κοινωνίας, από το φεμινιστικό κίνημα του 19ου αιώνα μέχρι τη σημερινή εποχή του #MeToo. Η συγγραφέας αντλώντας τις πηγές της από την Ποιητική του Αριστοτέλη και τις σύγχρονες ερμηνείες της, από τη λογοτεχνική κριτική του 19ου & 20ού αιώνα, τη μαρξιστική και φεμινιστική κριτική και τη θεωρία του Πιερ Μπουρντιέ περί κυκλικότητας των σχέσεων συμβολικής κυριαρχίας διανύει ανατομική διαδρομή από το γενεσιουργό υπόβαθρο της σύλληψης του χαρακτήρα της Νόρας, της κεντρικής ηρωίδας, έως το ειδικό πρόβλημα του δράματος, το οποίο αφορά τη δυσκολία διατήρησης της ατομικής προσωπικότητας εν προκειμένω γυναικείας εντός των ορίων ενός στερεοτυπικού κοινωνικού ρόλου. Η θέση αυτή ενισχύεται από το ζήτημα της μητρότητας, την οποία ο Ίψεν απομυθοποιεί και διαχωρίζει από την απλή αναπαραγωγή, ως επιλογή και όχι ως βιολογικό πεπρωμένο,ταρακουνώντας όχι μόνο τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής του, αλλά και τα σύγχρονα.

Διαβάστε περισσότερα