Μίλτος Χρυσάνθης, “Παραθεριστές”, “ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ », έτος ΙΕ΄, 1941, τόμος 30ος, τεύχος 349
7Ιου
ΜΙΛΤΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ ( λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Μίλτου Σαχτούρη )
Εκείνο τ’ απόγευμα, κατά το τέλος του Σεπτέμβρη, είχε βρέξει πολύ. Είχε βρέξει, και το κοκκινόχωμα του δρόμου είχε τη μυρουδιά του ζεστού ψωμιού.
Αυτή η οσμή μ’ έπνιγε καθώς κατέβαινα τ’ αυτοκίνητο για να μπω στο ξενοδοχείο. Ο γκρούμ με κοίταζε παράξενα και δίσταζε να πάρει τα μπαγάζια μου. « Τώρα που φεύγουν όλοι έρχετ’ αυτός ; » θα σκεφτόταν. Κι’ εγώ ερχόμουνα τέτοιον καιρό για να ξεκουραστώ απ’ το διάβασμα των πτυχιακών εξετάσεων.
Πέρασα το χώλλ χαιρετώντας πρώτα – πρώτα έναν καμπούρη πούσκυβε στην εφημερίδα του σα νάθελε να την καταβροχθίσει με το πιθηκίσιο στόμα του στο χαιρετισμό μου απάντησε βγάζοντας απ’ τη μύτη τα γυαλιά του … Ύστερα, γυρίζοντας δεξιά, χαιρέτησα μία κυρία αφοσιωμένη στο πλεχτό της, που δε με πρόσεξε πάντως με χαιρέτησε δίπλα το αδύνατο αγόρι, βγάζοντας τη γλώσσα του. Όταν έφτασα στη σκάλα, χαιρέτησα τον τελευταίο άνθρωπο του χώλλ, την κυρία με το λευκό μέτωπο ( έτσι την βάφτισα με την πρώτη ματιά )˙ αυτή μου απάντησε χαμογελώντας. Ήταν το πρώτο χαμόγελο που πήρα, κι’ η λευκότητα του μετώπου έλαμψε υπέροχα …
Το δωμάτιο που διάλεξα είχα θέα έξοχη. Σα βγεις στη βεράντα, φάτσα είναι ο απέραντος κάμπος με φόντο τα περήφανα μέτωπα των βουνών˙ δεξιά, σπίτια˙ αριστερά οργιάζει το πράσινο του πευκοδάσου.
Κείνο τ’ απόγευμα, τα μέτωπα των βουνών ήτανε γκρίζα˙ γκρίζα και χλωμά, γιατί σκέφτονταν το κακό που θα ρχόταν.
Και την πρώτη αυτή νύχτα δεν έκλεισα μάτι απ’ το κακό που σκέφτονταν τα μέτωπα των βουνών, δεν έκλεισα μάτι απ’ τους κεραυνούς, τις αστραπές και τη νεροποντή.














