Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Χάρης Βρόντος, «Franz Kafka, “H μεταμόρφωση”», 2016

`

ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ

`

Όπερα δωματίου του συνθέτη Χάρη Βρόντου, σε 4 εικόνες με επίλογο, πάνω στη  νουβέλα του Φραντς Κάφκα, «Η μεταμόρφωση»
`

[Απόσπασμα]

Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα. Ήτανε ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στη σκληρή ράχη του που ‘μοιζε με πανοπλία κι όταν σήκωνε λιγάκι το κεφάλι του μπορούσε να δει την τουρλωτή καφετιά κοιλιά του που ‘τανε χωρισμένη σε σκληρές καμπυλωτές δίπλες και που μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματά του για να ξεγλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα ποδάρια του, που ήταν αξιοθρήνητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο κορμί του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.

Τί μου συνέβη; Συλλογίστηκε. Όνειρο, δεν ήταν. Η κάμαρή του, μια συνηθισμένη ανθρώπινη κρεβατοκάμαρη, μόνο κομμάτι πιο μικρή απ’ το κανονικό, κειτόταν ήσυχη ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους της. Πάνω απ’ το τραπέζι, όπου ήταν σκορπισμένα ανάκατα κάτι δείγματα από υφάσματα —ο Σάμσα ήταν περιοδεύων πωλητής—, κρεμόταν η εικόνα που ‘χε κόψει τελευταία από ‘να εικονογραφημένο περιοδικό που την είχε βάλει σε μιαν όμορφη επίχρυση κορνίζα. Η εικόνα παρίστανε μια κυρία με γούνινο καπέλο και γούνινη εσάρπα, που καθόταν στητή κι άπλωνε προς το μέρος του θεατή ένα πελώριο γούνινο μανσόν που μέσα του χανόταν ολόκληρο το χέρι της απʼ τον αγκώνα και κάτω.

Τα μάτια του Γκρέγκορ γύρισαν έπειτα στο παράθυρο και ο συννεφιασμένος ουρανός —θαρρείς πως άκουγες τις στάλες της βροχής να χτυπάνε στο περβάζι του παραθύρου— τον έριξε σε βαριά μελαγχολία. Γιατί να μην κοιμηθώ λιγάκι περισσότερο και να λησμονήσω όλες ετούτες τις ανοησίες, συλλογίστηκε αυτό όμως δεν μπορούσε να το κάνει, γιατί είχε συνηθίσει να κοιμάται γυρισμένος προς τα δεξιά και τώρα, στην κατάσταση που βρισκόταν, ήταν αδύνατο να στρίψει. Όσο κι αν πάσχισε να στρίψει προς το δεξί του πλευρό, δεν τα κατάφερε· ξανακυλούσε πάλι στ’ ανάσκελα. Δοκίμασε τουλάχιστον εκατό φορές, έκλεινε τα μάτια για να μη βλέπει τις αγωνιώδεις κινήσεις των ποδιών του και τα παράτησε μόνον όταν άρχισε να νιώθει στο πλευρό έναν απροσδιόριστο πόνο, που ίσαμε τότε του ήταν άγνωστος.
Θεέ μου, συλλογίστηκε, τί εξοντωτική δουλειά πήγα και διάλεξα!

[μτφ. Βασίλης Τομανάς, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1996]

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Έξι βιβλία των εκδόσεων ΑΡΜΟΣ» (γράφει ο Στάθης Κομνηνός)


1. Κώστας Λάνταβος
Τα μάτια του μικρού θεού / 2. ΦΡΟΫΝΤ – ΓΙΟΥΝΓΚ Η Αλληλογραφία/  3. Ευγένιος Τρουμπετσκόι Η κοινωνική ουτοπία του Πλάτωνος/ 4. Γ. Θανόπουλος Ο Νίκος Γκάτσος και η ελληνική λαϊκή παράδοση/ 5. Σπυριδούλα Αθανασ.-Κυπρίου Κείμενα για το τίποτα/ 6. Φ.Γ. Λόρκα Ο θάνατος του Πήγασου

`

Η νέα ποιητική συλλογή του Κώστα Λάνταβου «Τα μάτια του μικρού θεού» φροντίζει πριν το εναρκτήριο ποίημα (!) να θέσει, με την αφιέρωση που ο ποιητής κάνει στο Νάσο Βαγενά, ένα ολόκληρο ζήτημα: εκείνο της (πολύ 😉 στοχαστικής ποίησης. Ας μείνουμε για λίγο στο θέμα.
Συναντά κανείς το ποίημα (και τη ζωή…) κυρίως γυμνός, χωρίς προειλημμένες αισθητικές θεωρίες και προτιμήσεις. Κι αν έτσι, τότε είναι προγραμματικά έκδοτος στην ενδεχόμενη έκπληξη. Αυτή μπορεί να προέλθει απʼ όπου θέλει και να καταλήξει όπου θέλει, κατά το αγιογραφικό «το πνεύμα όπου θέλει πνει»(βλ. Ιω.3,8). Οι αυθεντικές συναντήσεις έχουν, πρωτίστως, έναν αλήτικο χαρακτήρα, με την έννοια ότι δεν προγραμματίζονται και δεν υπακούουν σε κάποιο (αισθητικό ή ιδεολογικό) πρωτόκολλο. Το ποίημα, αν κουβαλά την καλή του ψαριά, σε φωτίζει και σε αρπάζει (κατά την αρπαγή του Πνεύματος…) με όποια μέσα θέλει, τα οποία, παραδόξως και γοητευτικά, δεν υπακούουν στον εαυτό τους, ούτε και εξαντλούνται σʼ αυτόν! Αληθινά, σκέφτομαι πόσος Καβάφης, λόγου χάρη, θα απέμενε αν υποστηριζόταν γενικά το δόγμα της μη «στοχαστικής ποίησης». Και, φυσικά, όχι μόνον πόσος Καβάφης, αλλά και πόσο μέρος της παγκόσμιας ποίησης, πόσο μέρος από τα Ελεγεία του Ρίλκε (που ο Λάνταβος φροντίζει να έχει μότο του στη συλλογή)και σε τι βαθμό θα εξοβελιζόταν στο πυρ το εξώτερον, λόγω «στοχαστικότητας» (!…), η ελληνική ποιητική δημιουργία από… ομηρικής καταβολής της, μια και το ποσοστό της «στοχαστικής» ποίησης (μα, επιτέλους, τι μπορεί να σημαίνει αυτός ο όρος ;…) στην ελληνική περίπτωση ακουμπά σχεδόν το απόλυτο επί τοις εκατό… Κι επιτέλους, ποιος είπε πως τα ποιήματα οφείλουν να συμπεριφέρονται ως ολοκληρωτικοί οργανισμοί ή, αν θέλετε, ως πάνδημα (;) πιστοποιημένοι ανάπηροι ; Μπορεί το ποίημα να σε αλώνει από εκείνη την πτυχή που το ίδιο έχει φροντίσει να συλλάβει τον κόσμο (ας είναι και η «στοχαστικότητα»…) και οπωσδήποτε δεν οφείλουν (μα και δεν μπορούν, καθώς τα αναμένει σίγουρη καταβύθιση…) τα ποιήματα να κουβαλούν, ένα έκαστο απʼ αυτά, κάθε δυνατή πτυχή και γωνία θέασης για να αποτυπώσουν τον εαυτό τους, αλλά και το πώς αυτός βιώνει τον κόσμο. Αυτό δεν είναι αναπηρία. Είναι, αντιθέτως, το θαύμα μια πτυχή και ένα σημείο να αγκαλιάζει, με μύριους απροσδόκητους τρόπους (κατά την αναγνωστική πρόσληψη πάντα) το όλον. Δεν επεκτείνομαι.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Λουκάς Θάνος, «Ω Νυχτέρια, ω Πανηγύρια» (ποίηση: Κωστής Παλαμάς), ΜINOS-EMI, 2016

`

Δώδεκα τραγούδια, δώδεκα αποσπάσματα από τον «ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ», μελοποιημένα από τον Λουκά Θάνο και ερμηνευμένα από τον Γιάννη Χαρούλη, περιλαμβάνονται στη νέα αυτή δισκογραφική έκδοση. Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου είναι ένα μνημειώδες, λυρικό έργο, αποτέλεσμα της ανησυχίας του δημιουργού για τις εξελίξεις στην πατρίδα του, τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, εθνικές και πολιτιστικές της εκφάνσεις, στην πιο κρίσιμη περίοδο της πρόσφατης νεότερης ιστορίας. Γράφτηκε στην περίοδο 1899-1906 και εκδόθηκε σε βιβλίο το 1907.

`
***********************************************************
Νίκος Ζαχαριάδης, «Ο Αληθινός Παλαμάς»
[απόσπασμα]

[…] Τελειώσαμε με την κριτική ανάλυση του «Δωδεκάλογου του Γύφτου». Είναι καιρός να διατυπωθούν τα τελικά μας συμπεράσματα. Ποιο το κοινωνικό πρόσταγμα (γιατί αυτό είναι το βασικό που μας ενδιαφέρει) που ο Παλαμάς από τις σελίδες του «Δωδεκάλογου» απευθύνει προς τον ελληνικό λαό γενικά, προς την ελληνική νεολαία και την ελληνική διανόηση ύστερα;

1— Ύστερα από την καταστροφή του 1897-98 τη στρατιωτική και οικονομική, που έδειξε όλη τη χρεοκοπία της αστοτσιφλικάδικης πολιτικής, ο Παλαμάς, που ένιωσε πολύ βαθιά το χτύπημα εκείνο, έκανε με τον τρόπο του μια επανεξέταση των μέχρι τότε παραδεγμένων αξιών και θέλησε να σαλπίσει ένα καινούργιο κήρυγμα. Θέλησε να δείξει ένα καινούργιο δρόμο στο εργαζόμενο έθνος, δρόμο που αρνιέται και καταδικάζει όλη την παλιά μούχλα και σαπίλα και κατάπτωση και που καλεί σ’ ένα νέο αναφτέριασμα, ένα καινούργιο ξεκίνημα θεμελιωμένο αποκλειστικά στις καινούργιες και ζωντανές εθνικές λαϊκές δυνάμεις. Σ’ αυτόν τον σκοπό αφιέρωσε ο ποιητής το «Δωδεκάλογο του Γύφτου». Και το «κοινωνικό πρόσταγμα», που δίνεται από τις γραμμές του, μπορεί να συνοψιστεί σε τούτα δω:

Το νεοελληνικό έθνος για να προοδεύσει και να διεκδικήσει την πρωτεύουσα θέση.μέσα στην εκπολιτιστική άμιλλα των λαών, πρέπει αποκλειστικά και μόνο να στηριχτεί και να υπολογίσει στις σημερινές ζωντανές και δημιουργικές λαϊκές δυνάμεις του, να βασιστεί με όλο του το βάρος στη σημερινή πραγματικότητα. Η εθνικο-κοινωνική του πολιτική δεν πρέπει να τρέφεται από ουτοπιστικές θεωρίες («Μεγάλη Ιδέα» κ.λπ.) και χιμαιρικά όνειρα, που καταστροφές μονάχα μπορούν να μαζέψουν και να εκτροχιάσουν το λαό και τη χώρα από τον πραγματικό προορισμό τους.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Απόστολος Θηβαίος, Τρία Πεζά

`

Το ποίημα
Διάλεξαν τον ρόλο προσεκτικά. Αυτές οι εξετάσεις είναι οι πιο σημαντικές. Πέρα απ΄την επιτροπή σκηνοθέτες, παραγωγοί του κινηματογράφου, ζωγράφοι, σκηνογράφοι και μουσικοί συνωστίζονται στ΄αμφιθέατρο. Όσοι ξεχωρίσουν θα στελεχώσουν αργότερα όλα τα πόστα των σκηνών.
Παρέδωσε ένα αντίγραφο του ποιήματος στην γραμματεία. Ο Ατζεσιβάνο είναι ο πρίγκηπας που πεθαίνει, έτσι ελεύθερα όπως κανείς ερωτεύεται. ανήκει σ΄εκείνη την τάξη των ανθρώπων που κατοικούν για πάντα ένα ποίημα, μια ιδέα. Και είναι απορίας άξιο πώς μπορεί κανείς να δείξει αυτήν την ανεπίληπτη, τη διακριτική πράξη του φόνου που ανέδειξε τον Ατζεσιβάνο στο ύψος των αστεριών, τον έκανε στίχο και σφράγισε για πάντα την αταραξία του.
Είπαν, επόμενος και εκείνος συντριμμένος, φώναξε πως, ο Ατζεσιβάνο στο τέλος πεθαίνει κόβοντας για πάντα μια απ΄τις φλέβες αυτού του κόσμου.
Θα ΄ρθει όμως ξανά κάποτε απ΄τ΄άδυτα των αδύτων, σαν άστρο Άγγελε, θα δεις.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

François Rabelais, «Γαργαντούας» (μετάφραση, εισαγωγή και σημειώσεις: Φ.Δ. Δρακονταειδής), εκδ. Πατάκης, 1998

`

Πώς ο Γαργαντούας εκπαιδεύτηκε από ένα σοφιστή στα λατινικά γράμματα (κεδ. 14ο)

Όταν άκουσε αυτά τα λόγια ο αγαθός ο Γκρανγκουζιέ, έμεινε με το στόμα ορθάνοιχτο από θαυμασμό βλέποντας την άπιαστη κρίση και τη θαυμαστή αντίληψη του γιου του Γαργαντούα. Κι είπε στις γκουοερνάντες του:
«ο Φίλιππος, βασιλιάς της Μακεδονίας, διέκρινε τη μυαλοσύνη του γιου του Αλέξανδρου , από την επιδεξιοσύνη του να δαμάσει ένα άλογο. Γιατί αυτό το άλογο ήταν τόσο τρομερό και φρενιασμένο, ώστε κανείς δεν τολμούσε να το καοαλικέψει, αφού αναποδογύριζε όλους τους καοαλάρηδές του κλοτσοοολώντας κι αλλουνού έσπαζε το σοέρκο, αλλουνού τα καλάμια, αλλουνού το καύκαλο, αλλουνού τα σαγόνια. Βλέποντας αυτά τα πράγματα στον ιππόδρομο (που ήταν ο τόπος, όπου σεριάνιζαν και γύμναζαν ασέλωτα τ’ άλογα), ο Αλέξανδρος κατάλαοε πως η μάνητα του αλόγου προερχόταν μόνο και μόνο από την τρομάρα που το έπιανε, επειδή έολεπε τη σκιά του . Τότε λοιπόν το καοάλησε και το έστρεψε να καλπάσει κόντρα στον ήλιο, έτσι που ο ίσκιος του έπεφτε προς τα πίσω. Με αυτόν τον τρόπο έκαμε το άλογο υπάκουο στη θέλησή του. Από αυτό κατάλαβε ο πατέρας του τη θεϊκή αντίληψη που βρισκόταν μέσα του και τον μόρφωσε άριστα με τον Αριστοτέλη, που τότε τον εκτιμούσαν ως ανώτερο απ’ όλους τους Έλληνες φιλοσόφους. » .

Σας λέω λοιπόν πως από μόνη την κουβέντα που έκανα μπροστά σας με το γιο μου Γαργαντούα καταλαβαίνω πως η αντίληψή του έχει κάτι το θεϊκό, τόσο τη βρίσκω οξεία, λεπτή, βαθιά και ήρεμη. Και θα φτάσει σε ανώτατο βαθμό σοΦίας, αν διαπαιδαγωγηθεί καλά. Γι’ αυτό θέλω να τον εμπιστευθώ σ’ έναν άνθρωπο γνώστη των πραγμάτων, για να τον μορφώσει κατά την αξιοσύνη του και δε σκοπεύω να τσιγκουνευτώ καθόλου τα λεφτά» . Πραγματικά, τον παράδωσαν σ’ ένα σπουδαίο δόκτορα της σοφιστικής με τ’ όνομα δάσκαλος Θοοέλ ΟλοΦέρνης, που του έμαθε τόσο καλά το αλφάβητο, ώστε το έλεγε αποστήθιση από την ανάποδη. Κι αυτό κράτησε πέντε χρόνια και τρεις μήνες. Ύστερα του διάβασε τη Λατινική Γραμματική του Δονάτου, το Δέον Πράττειν [ή Facet), τη Μυθολογία του Θεοδούλου και τις Παραβολές του Αλανού.

Κι αυτό κράτησε δεκατρία χρόνια έξι μήνες και δυο βδομάδες. Σημειώστε όμως ότι ταυτόχρονα του έμαθε να γράφει τα γοτθικά γράμματα και ν’ αντιγράΦει όλα του τα βιολία, γιατί η τέχνη της τυπογραΦίας δεν ήταν ακόμα σε χρήση. Κουβαλούσε συνήθως ένα χοντρό αναλόγιο για γράψιμο, που ζύγιζε πάνω από εφτά χιλιάδες καντάρια και που η θήκη του για τις πένες ήταν τόσο χοντρή και ψηλή όσο είναι κι οι χοντρές κολόνες της εκκλησίας του Εναί. Το καλαμάρι, που χωρούσε όσο ένα βαρέλι του παζαριού, κρεμόταν από το αναλόγιο με χοντρές σιδερένιες αλυσίδες. Ύστερα του διάβασε το Περί των Τρόπων του εκφράζεσθαι, δηλαδή το De modis significandi, με τα σχόλια του Κλοτσαέρη, του Παπαρδέλα, του ‘Αχθου Αρούρη, του Πανωψωρίδη, του Βοϊδογιάννη, του Κάλπη, του Γυναικωτίδη κι ένα σωρό άλλων. Κι αυτό κράτησε πάνω από δεκαοχτώ χρόνια κι έντεκα μήνες. Και το έμαθε τόσο καλά, ώστε όταν στριμωχνόταν το έλεγε αποστήθιση κι ανάποδα, κι ήταν σε θέση ν’ αποδείξει στα δάχτυλα του χεριού του στη μάνα του ότι περί των τρόπων του εκφράζεσθαι ουκ έστιν επιστήμη, ήγουν de modis signίficandi ποπ erat scientia.

Διαβάστε περισσότερα